Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

''Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ''...''Όποιος δεν ξυρίζεται μόνος του, τον ξυρίζει ο κουρέας''. Ακούγεται ανώδυνο, ε; Αν όμως ληφθεί κυριολεκτικά, οδηγεί γραμμή στο παράδοξο !...

Η εφαρμογή της αριστοτέλειας και της επικούρειας φιλοσοφικής σκέψης στην ψηφιακή κοινωνία


Μια σημαντική συνέπεια από την μετάβαση της ανθρωπότητας στην κοινωνία της πληροφορίας και την ψηφιακή τεχνολογία του 21ο αιώνα, είναι η μετατόπιση του κέντρου του ενδιαφέροντος από την Αριστοτέλεια δίτιμη λογική στην Επικούρεια πλειότιμη ή πλεόναχο λογική.
Ο επονομαζόμενος και «Κανόνας» στην ουσία αντικαθιστά την κλασική-παραδοσιακή δίτιμη Αριστοτέλεια λογική η οποία θεμελιώθηκε αρχικά από τον Πυθαγόρα, και αργότερα εισήχθηκε και τελειοποιήθηκε από τον Αριστοτέλη, ενώ υιοθετήθηκε και από τον Στωικό Χρύσιπποαποτελώντας τη βάση της λεγόμενης δυτικής σκέψης και του δυτικού πολιτισμού.
Η δίτιμη Αριστοτέλεια λογική περιγράφει τα οριστικά χαρακτηριστικά της φυσικής γλώσσας που δεν περιέχουν ασάφεια, αμφισημία και αοριστία. Επικράτησε πλήρως από τον 10ο αιώνα στον δυτικό πολιτισμό, για δύο κυρίως λόγουςπρώτον γιατί απλουστεύει κατά πολύ τη συλλογιστική των προβλημάτων, και δεύτερον γιατί αποδίδει απόλυτη «βεβαιότητα» στην απόδειξη και αποδοχή της «αλήθειας».
Αλλά ας επιχειρήσουμε να αναλύσουμε την απόλυτη λογική του Αριστοτέλη, το «Όργανον» όπως ο ίδιος την ονόμασε και αποτελούσε μέχρι πρότινος την δεξαμενή δεδομένων της πληροφορικής και της τεχνολογίας. Ο Αριστοτέλης στηρίχθηκε σε δύο βασικούς νόμους, στον νόμο της μη αντίφασης και στον νόμο του αποκλειόμενου μέσου.
Σύμφωνα με αυτούς μια λογική πρόταση μπορεί να πάρει μόνο δύο τιμές, δηλαδή μπορεί να είναι αληθής ή ψευδής (1 ή 0), αποκλείοντας τρίτη λύση (Αρχή της Απόκλεισης του Τρίτου). Κάποιος για παράδειγμα δεν μπορεί να είναι ξανθός και ταυτόχρονα μη ξανθός. Είτε είναι ξανθός είτε μη ξανθός. Ούτε να είναι Έλληνας και ταυτόχρονα μη Έλληνας. Είτε είναι Έλληνας είτε μη Έλληνας. Αυτό σημαίνει ότι εάν μια πρόταση δεν είναι αληθής (1) τότε θα είναι αναγκαία ψευδής (0), ενώ αν δεν είναι ψευδής (0) τότε θα είναι αναγκαία αληθής (1). Αν επιχειρήσουμε να παραλληλίσουμε τον συλλογισμό με χρώματα θα λέγαμε ότι το συμπέρασμα μπορεί να είναι μόνον ή άσπρο (αληθής-1) ή μαύρο (ψευδής-0).
Αυτή η απόλυτη «βεβαιότητα» της δίτιμης λογικής καθώς και οι φυσικές ατέλειες του άσπρου και του μαύρου στην συλλογιστική της, αποδείχθηκαν «ανθρωπολογικά» ανεπαρκείς για την ερμηνεία τόσο της φυσικής γλώσσας όσο και της συνήθως «έγχρωμης» και αβέβαιης πραγματικότητας που μας περιβάλλει.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παράδοξο του Κουρέα του Bertrand Russel: Ένας κουρέας λέει: “Ξυρίζω όλους εκείνους που δεν ξυρίζονται μόνοι τους”. Τότε ποιος ξυρίζει τον κουρέα; Εάν ξυρίζεται μόνος του τότε σύμφωνα με τα λεγόμενά του δεν έπρεπε να το κάνει. Εάν δεν ξυρίζεται μόνος του, τότε σύμφωνα με αυτά που λέει έπρεπε να το κάνει.
Με μια πρώτη ματιά το παραπάνω παράδοξο έχει να κάνει με τις κλασικές λογικές προτάσεις των Μαθηματικών, που σήμερα τις χειριζόμαστε στην τεχνολογία με την άλγεβρα Boole, η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μαθηματικοποίηση των κανόνων της δίτιμης λογικής, όπως αυτοί πρωτοδιατυπώθηκαν από τον Αριστοτέλη.
Με την άλγεβρα Boole μπορούμε να περιγράφουμε τα λογικά κυκλώματα και κατ’ επέκταση τα ψηφιακά κυκλώματα που χρησιμοποιούνται στους υπολογιστές και στη σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία (επεξεργαστές, μικροελεγκτές κ.λ.π.). Όμως το παραπάνω ιστορικό λογικό παράδοξο (όπως βέβαια και άπειρα άλλα), δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τα κλασικά-παραδοσιακά μαθηματικά και την άλγεβρα Boole, και αυτό οφείλεται στην αδυναμία της δίτιμης λογικής να δεχτεί ότι μια πρόταση μπορεί να είναι και κάτι άλλο πέρα από το απόλυτο και στατικό δίλημμα «αληθής ή ψευδής».
Μια πρώτη προσέγγιση στο λογικό αυτό πρόβλημα είναι να επιχειρήσουμε να υπερβούμε την απολυτότητα και στατικότητα των παραδοσιακών μαθηματικών της δίτιμης λογικής και να δούμε την πραγματικότητα και τις έννοιες όχι στατικά, αλλά δυναμικά όπως πράγματι είναι στη ζωή μας από τη φύση τους.
Στην πραγματικότητα τα περισσότερα αντικείμενα του κόσμου μας υπόκεινται συνεχώς σε διαρκή αλλαγή σε κάθε στιγμή. Και ενώ έχουν κάποια στιγμή μια Α μορφή, εμπεριέχουν ταυτόχρονα στο εσωτερικό τους το σπέρμα της μεταβολής τους, της μελλοντικής τους αλλαγής όπως πολύ σωστά το έθεσε ο Ηράκλειτος.
Ένα αυτοκίνητο Κόκκινου χρώματος που αγοράσαμε σήμερα και είναι συνεχώς εκτεθειμένο στον ήλιο, σε πέντε χρόνια μπορεί να έχει χάσει την αρχική του λάμψη σε δέκα χρόνια να έχει έντονα άσπρα σημάδια και σε δεκαπέντε χρόνια να έχει ασπρίσει εντελώς. Ένα άλλο παράδειγμα προερχόμενο από τον χώρο της Κβαντικής Φυσικής είναι τα στοιχειώδη υποατομικά «σωματίδια» τα οποία συμπεριφέρονται άλλοτε σαν κλασικά σωματίδια και άλλοτε σαν συρμοί κυμάτων, ανάλογα με τις συνθήκες παρατήρησης. Με απλά λόγια «τα στοιχειώδη υποατομικά σωματίδια συμπεριφέρονται ταυτόχρονα και σαν υλικά σωμάτια αλλά και σαν ενεργειακά κύματα» δηλαδή τα στοιχειώδη σωματίδια είναι και δεν είναι ύλη και ενέργεια ταυτόχρονα.
Τα δεδομένα των αισθήσεών μας, μας υπαγορεύουν ένα «νόμο του περιλαμβανομένου ή μεταβαλλόμενου μέσου» για να εξηγήσουμε τα φαινόμενα που συμβαίνουν γύρω μας.
Από τα λίγα σωζόμενα έργα του Επίκουρου διαπιστώνουμε ότι πρώτος αυτός εισάγει στην φιλοσοφική σκέψη την πλειότιμη λογική για την αναζήτηση της αλήθειας αφού στην επιστολή προς Πυθοκλή αναφέρει τα εξής:
«Δεν πρέπει να προσπαθούμε να επιβάλλουμε με τη βία τα δεδομένα για να τα ταιριάξουμε σε μία απίθανη ερμηνεία μήτε να υιοθετούμε μία εκδοχή για τα πάντα… τα γενεσιουργά αίτια των ουράνιων φαινομένων μπορεί να είναι περισσότερα από ένα, και να υπάρχουν αρκετές διαφορετικές ερμηνείες γι’ αυτά, που να συμφωνούν εξίσου με τις εντυπώσεις των αισθήσεων. Βλέπεις δεν πρέπει να μελετούμε τη φύση βασιζόμενοι σε κενές υποθέσεις και αυθαίρετους νόμους, οι μόνοι οδηγοί που πρέπει να ακολουθούμε είναι τα ίδια τα φαινόμενα».
Και πράγματι, αν παρατηρήσουμε τα φαινόμενα θα δούμε ότι τα αδειάσματα της σελήνης και τα ακολουθούμενα γεμίσματα της, μπορεί να οφείλονται είτε στην περιστροφή του σώματος αυτού, είτε σε σχηματισμούς του αέρα, ή ακόμη και στις παρεμβολές άλλων σωμάτων. Οι μετεωρίτες μπορεί να είναι κομμάτια που αποσπάστηκαν από τα άστρα ή μπορεί να είναι ουσίες που καίγονται με την επίδραση του αέρα. Το σύμπαν μπορεί να συνεχίσει να διαστέλλεται επ’ άπειρον, είτε να επιβραδυνθεί έως ότου φθάσει σε μία διαρκή στάση, είτε μπορεί μετά την επιβράδυνση να ξανασυσταλεί πάλι σε μία μεγάλη σύνθλιψη.
Για τον Επίκουρο τα πολλαπλά αίτια και οι διαφορετικές ερμηνείες των ουράνιων και γήινων φαινομένων έκαναν αναπόφευκτη την επέκταση -και την αντικατάσταση στις περισσότερες των περιπτώσεων- της δίτιμης λογικής και των διαχωριστικών γραμμών στις κατηγοριοποιήσεις του Αριστοτέλη, και τον οδήγησαν στην υιοθέτηση πλειότιμων λογικών μιας και υπήρξε η ανάγκη διασύνδεσης της φιλοσοφίας της φυσικής-καθομιλουμένης γλώσσας και της φυσικής ασάφειας που διέπει την ανθρώπινη νοημοσύνη-συμπεριφορά, με την αναγκαιότητα για μια πιο ρεαλιστική θεώρηση της έννοιας της αβεβαιότητας.
Η πρόταση ότι οι Έλληνες δεν μπορεί να είναι χριστιανοί και ταυτόχρονα μη χριστιανοί, είτε είναι χριστιανοί είτε δεν είναι, που στην δίτιμη λογική ορίζεται ως ακριβής κατάσταση, στην πλειότιμη επικούρεια λογική θεωρείται ως οριακή περίπτωση μιας προσεγγιστικής κατάστασης διασυνδεδεμένη με πολλαπλές υποκειμενικές ερμηνείες και έννοιες. Κι αυτό διότι οι Έλληνες μπορεί να είναι ορθόδοξοι χριστιανοί, καθολικοί χριστιανοί, ευαγγελιστές χριστιανοί, ή ακόμη να είναι Έλληνες δωδεκαθεϊστές, Έλληνες εβραίοι, Έλληνες μουσουλμάνοι, είτε Έλληνες άθεοι. Αποδεικνύεται έτσι ότι το κάθε υποτιθέμενο λογικό σύστημα μπορεί εύκολα να ασαφοποιηθεί (fuzzification).
Συνδιαλεγόμενος με την φιλοσοφική σκέψη του Αριστοτέλη στο θέμα των γνωμών, ο Επίκουρος προτάσσει απέναντι στο απόλυτο και στατικό δίλημμα «αληθής ή ψευδής» το επιχείρημα μήπως αυτές (οι γνώμες) μπορούν να είναι λίγο ή πολύ αληθείς. Για παράδειγμα, στον ισχυρισμό ότι αύριο θα γίνει πόλεμος με την Τουρκία τι μπορούμε να απαντήσουμε, αληθεύει ή δεν αληθεύει. Ακόμη και αν ξεσπάσει πόλεμος ο ισχυρισμός ίσως να είναι μερικώς αληθής, αφού μπορεί να πρόκειται για επεισόδια μικρής έκτασης ή μεμονωμένα περιστατικά ή να είναι αρκούντως αληθής στην περίπτωση που θα πρόκειται για πιο γενικευμένα και μεγαλύτερης διάρκειας επεισόδια. Εξάλλου, την ώρα που διατυπώνεται αυτός ο ισχυρισμός το πιο πιθανό είναι να μην γνωρίζουμε την απάντηση. Έτσι ο ισχυρισμός προς το παρόν δεν είναι ούτε αληθής ούτε ψευδής αλλά απροσδιόριστος, έχει δηλαδή ενδιάμεση τιμή αληθείας αναιρώντας στην ουσία τον νόμο του αποκλειομένου μέσου.
Ο Επίκουρος εισάγει στην μεθοδολογία του για την διερεύνηση της αλήθειας την προσθήκη του “απροσδιόριστου” ανάμεσα στο αληθινό και στο ψευδές, την προσθήκη του “ίσως” μεταξύ του ναι και του όχι, την προσθήκη του “μάλλον” μεταξύ του είναι και του δεν είναι, την προσθήκη των “κλασμάτων” μεταξύ του ένα και του μηδέν.
Στην επικούρεια φιλοσοφία όλες οι υποθέσεις είναι αποδεκτές στο βαθμό που πληρούν το κριτήριο της επιβεβαίωσης ή της μη διάψευσης ενός φαινομένου ή ενός γεγονότος. Αν επαληθεύεται και δεν διαψεύδεται, είναι αληθής. Αν όμως δεν επαληθεύεται ή διαψεύδεται, είναι ψευδής. Στην περίπτωση που ούτε επαληθεύεται αλλά ούτε και διαψεύδεται η υπόθεση παραπέμπεται στα «αναμενόμενα».
Μολονότι κάθε υπόθεση δεν θεωρείται απόλυτα αληθής ή ψευδής όταν εξετάζεται μεμονωμένα, εντούτοις είναι δυνατό μέσω των αισθήσεων, την παρατήρηση, την επαγωγική σκέψη και τον εμπειρισμό, όταν λαμβάνονται υπόψη σε συλλογικά πλαίσια, να οδηγούν στην αλήθεια. Αυτή η συλλογιστική του Επίκουρου περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την λεγόμενη «Θεωρία των Ασαφών Συνόλων» στην οποία δεν κυριαρχεί μόνο το «άσπρο ή μαύρο» όπως απαιτεί η δίτιμη λογική των κλασικών-παραδοσιακών μαθηματικών, αλλά έχουμε διάφορες «αποχρώσεις του γκρι» καθώς και έγχρωμα φαινόμενα, όπως ακριβώς κάνει η φυσική γλώσσα, η κοινή λογική και η νοημοσύνη του ανθρώπου.
Στις δεκαετίες του 1920-1930 επιστημονικές θεωρήσεις όπως η Αρχή της Απροσδιοριστίας του Werner Heisenberg είτε η Θεωρία της Σχετικότητας του Albert Einstein, βοήθησαν στην αναβίωση και στην περαιτέρω ανάπτυξη της πλειότιμης λογικής του Επίκουρου.
Η σύγχρονη εισαγωγή της πλειότιμης λογικής με τον όρο «Ασαφής Λογική» γνωστή και ως «Φάζι Λότζικ» (Fuzzy Logic), έγινε από τον Περσικής καταγωγής Αμερικανό Καθηγητή και πτυχιούχο μηχανικό Lotfi Zadeh, ο οποίος δημοσίευσε την σχετική εργασία του το 1965 ανατρέποντας την μέχρι τότε καθεστηκυία θεωρία της λογικής και των μαθηματικών, και κατ’ επέκταση των σύγχρονων επιστημών και της τεχνολογίας.
Μετά την αρχική δυσπιστία και τις πρώτες φυσιολογικές αμφισβητήσεις της νέας θεωρίας, σύντομα ακολούθησαν και οι τεχνολογικές εφαρμογές της Ασαφούς Λογικής, οι οποίες είναι πολυάριθμες σε όλο τον κόσμο ενώ πολλές από αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν πραγματικά ως τεχνολογικά και επιστημονικά «επαναστατικές». Αναφέρω ενδεικτικά την αυτόματη λειτουργία μέσω Ασαφούς Συστήματος Ελέγχου: του μετρό της γιαπωνέζικης πόλης Sendai (από το 1987), μη-επανδρωμένων οχημάτων και αεροσκαφών, τσιμεντοβιομηχανιών, κλιματιστικών, ρομπότ, πλυντηρίων, ιατρικής διάγνωσης και αναισθησίας, αυτόματων καμερών, ενώ δεν υπάρχει ίσως επιστημονικός κλάδος σήμερα που να μην επεκτείνεται ραγδαία σε έννοιες και εφαρμογές της Ασαφούς Λογικής, όπως: Μαθηματικά, Οικονομία, Στατιστική, Φιλοσοφία, Σεισμολογία, Ιατρική, Ρομποτική, Βιολογία, Ψυχολογία, Διαστημική, Κοινωνιολογία, Πυρηνική, Οικολογία, Μετεωρολογία, Γεωλογία, Γενετική. (βλ. Klir-Yuan [12](a), Bibliographical Index, σελ. 548).
Η ψηφιακή τεχνολογία ήδη μετασχηματίζει τον κόσμο μας δημιουργώντας όμως  ταυτόχρονα ενστάσεις και σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την πρόσβαση στα δεδομένα και τη γνώση που παράγεται από την ανάλυση και μοντελοποίησή τους.
Από μία άλλη οπτική, υπάρχουν έντονοι προβληματισμοί ως προς τον σκοπό, τη χρήση, τη διαχείριση και τις συνέπειες στον φυσικό ανθρώπινο κόσμο που επιφέρει με πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές προεκτάσεις. Αυτό που πρέπει πρωτίστως να εξασφαλιστεί, είναι η τεχνολογία να καταστεί αρωγός της προσπάθειας του ανθρώπου για μία καλύτερη, ασφαλέστερη και ευδαιμονική ζωή.

***

Αριστοτέλης Κερασοβίτης
(Εισήγηση του στην 11η Πανελλήνια Συνάντηση Επικουρείων. Μουσείο Τσιτσάνη – Τρίκαλα – 12/5/18)
Πηγές:  1) Επίκουρος, Επιστολή προς Πυθοκλέα 2) Αριστοτέλους το “Όργανον” – Μετάφραση-Επιμέλεια: Παπανδρέου Αριστείδης 3) Ο Επίκουρος στον 21ο αιώνα (Eric Anderson) 4) Εισαγωγή στην Ασαφή Λογική(Fuzzy Logic) Γιάννης Α. Θεοδώρου Δρ. Μαθηματικών-Καθηγητής Τ.Ε.Ι.
Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

''H Ψυχολογία της μάνας-Μήδειας: Τί οδηγεί νέες κοπέλες να σκοτώνουν τα μωρά τους;''...''...Είναι λοιπόν, αδύνατον, να μην μας προβληματίζει το τι μπορεί να συμβαίνει στο μυαλό και στην ψυχή αυτών των γυναικών. Από πού ξεκινά η ρίζα του προβλήματος; Τί δεν έχει πάει καλά στον τρόπο που έχουν μεγαλώσει; Οι μανάδες τους τί ρόλο έχουν παίξει και...μπορεί ποτέ στο μέλλον να βρουν την...''σωτηρία της ψυχής'';...Αν έχω μία μητέρα που το μόνο που τη νοιάζει είναι ''να τα βολέψουμε και ό,τι μας εμποδίζει να το τελειώνουμε'', με τι αρχές μπορεί να έχω μεγαλώσει;...''

Η ψυχολογία της μάνας-Μήδειας: Τι οδηγεί νέες κοπέλες να σκοτώνουν τα μωρά τους;


Tο υποψιαζόμασταν, αλλά δεν θέλαμε να είναι αλήθεια… Ο λόγος για την είδηση, ότι το μωρό που βρέθηκε νεκρό πριν μερικούς μήνες σε κάδο απορριμμάτων στην Πετρούπολη, δολοφονήθηκε από την ίδια του τη μητέρα και πετάχτηκε εκεί από την γιαγιά του. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, η 19χρονη που το έφερε στον κόσμο υγιές και αρτιμελές, το έπνιξε με τα ίδια της τα χέρια, ενώ η 52χρονη μάνα της το πέταξε στα σκουπίδια.
Αυτή είναι η δεύτερη φορά, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα που μαθαίνουμε, ότι μια νέα κοπέλα γέννησε και σκότωσε το μωρό της και μάλιστα με τη βοήθεια της μητέρας της –ποιος ξεχνά το μωρό που βρέθηκε σε ακάλυπτο πολυκατοικίας στη Νέα Σμύρνη;
Είναι, λοιπόν, αδύνατον να μην μας προβληματίζει το τι μπορεί να συμβαίνει στο μυαλό και στην ψυχή αυτών των γυναικών. Από πού ξεκινά η ρίζα του προβλήματος; Τι δεν έχει πάει καλά στον τρόπο που έχουν μεγαλώσει; Οι μανάδες τους τι ρόλο έχουν παίξει και… μπορεί ποτέ στο μέλλον να βρουν την… «σωτηρία της ψυχής»;
Απαντήσεις στα παραπάνω μας έδωσαν η Ψυχολόγος – Ψυχοπαιδαγωική Σύμβουλος κ. Χρυσούλα Μαυράκη και η Κοινωνική Λειτουργός κ. Χρυσάνθη Κουρτέλη:
~~~~~
Χρυσούλα Μαυράκη, ψυχολόγος:
«Αν έχω μια μητέρα που το μόνο που τη νοιάζει είναι ‘να τα βολέψουμε και ό,τι μας εμποδίζει να το τελειώνουμε’, με τι αρχές μπορεί να έχω μεγαλώσει;»
«Οι κοπέλες αυτές είναι ανώριμες –ανέτοιμες να σηκώσουν το όποιο φορτίο της ζωής και διαταραγμένες. Το τραγικό, όμως, της υπόθεσης είναι, ότι στον φόνο των μωρών αυτών συμμετέχουν και οι μανάδες τους. Αυτό αποδεικνύει μια τέλεια έλλειψη ηθικής, έναν αριβισμό που δείχνει, ότι θα κάνω μόνο ό,τι με ωφελεί –ό,τι δεν με ωφελεί θα βγαίνει από τη μέση», μας λέει η ψυχολόγος κ. Χρυσούλα Μαυράκη.

Η ίδια εξηγεί, ότι τα κορίτσια αυτών των μανάδων, τα έχουν γαλουχήσει με άλλη ηθική και αξιολόγηση του τι πρέπει να σεβόμαστε και να εκτιμούμε, από αυτήν που έχουμε μεγαλώσει οι περισσότεροι. «Αν έχω μια μητέρα που το μόνο που τη νοιάζει είναι ‘να τα βολέψουμε και ό,τι μας εμποδίζει να το τελειώνουμε’, με τι αρχές μπορεί να έχω μεγαλώσει;», συμπληρώνει.
«Παράλληλα, ο πατέρας των κοριτσιών αυτών μπορεί να είναι εντελώς αυταρχικός, οπότε προκειμένου να του κρυφτούν είναι ικανές, με τη μάνα, να γίνουν ακόμα και συνένοχοι σε ένα έγκλημα. Διαφορετικά, μπορεί να είναι και εντελώς απών –στην περίπτωση της 22χρονης από τη Ν. Σμύρνη, η κοπέλα δεν είχε καμία επαφή μαζί του, ενώ της 19χρονης έχει πεθάνει. «Κουμάντο», λοιπόν, σε μια τέτοια οικογένεια κάνει η μάνα. Ο λόγος για μια γυναικοκρατία –μια μητέρα που αποφασίζει και διατάζει και μια κόρη που φοβάται και ακολουθεί».
Ρωτάμε την κ. Μαυράκη ποιο μπορεί να είναι το μέλλον αυτών των παιδοκτόνων. Μπορεί να υπάρξει ελπίδα γι’αυτές; «Πιστεύω, ότι αν δεν υπήρχε ελπίδα δεν θα υπήρχε ούτε παιδαγωγική, ούτε θεραπεία, ούτε σωφρονισμός. Έστω με βάσανα, έστω με κόπο, οι κοπέλες αυτές μπορούν να έχουν μέλλον. Όσο ζούμε ελπίζουμε, μαθαίνουμε να ζούμε με τα λάθη μας και προσπαθούμε να μην τα ξανακάνουμε. Μέσα από την προσφορά προσπαθούμε να εξισορροπήσουμε την όποια κακή μας πράξη…»
~~~~~
Χρυσάνθη Κουρτέλη,  κοινωνική λειτουργός:
«Τα ψυχιατρικά περιστατικά έχουν αυξηθεί τρομερά την τελευταία 8ετία, ειδικά στα παιδιά.»
«Πέρα από τον ρόλο που έχει παίξει η οικογένεια και το σχολείο, στην ψυχοσύνθεση αυτών των κοριτσιών, θα πρέπει να εξεταστούν και ψυχιατρικά», μας λέει η κ. Κουρτέλη, με εμπειρία σχεδόν 20 ετών ως κοινωνική λειτουργός στην κοινωνική υπηρεσία του Δήμου Βριλησσίων.
Η ίδια εξηγεί, ότι «Ειδικά την τελευταία 8ετία, έχουμε πολλά ψυχιατρικά περιστατικά σε παιδιά ηλικίας ακόμα και από 6 ετών. Τι φταίει γι’αυτό; Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα, η πολλή οικογενειακή βία, οι διαλυμένες -όχι απλά χωρισμένες- οικογένειες. Τελευταία έχω πάρα πολλές εισαγγελικές παρεμβάσεις που αφορούν ψυχιατρικά προβλήματα. Όλοι έχουμε μέσα μας την ψυχιατρική διαταραχή. Αν το έδαφος είναι πρόσφορο αυτή θα εμφανιστεί. Χρειάζεται να μεγαλώνεις σε ένα πραγματικά υποστηρικτικό περιβάλλον, ώστε να μην την εκδηλώσεις».
Η κ. Κουρτέλη επισημαίνει, ότι στην περίπτωση των δύο 20χρονων που σκότωσαν τα ίδια τους τα μωρά, πρόκειται για άτομα με σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή, χωρίς καμία βοήθεια από την οικογένεια. Έφτασε η στιγμή, λοιπόν, με τον τοκετό, και αυτό εκτινάχθηκε.
Ρωτάμε την κ. Κουρτέλη, αν ρόλο μπορεί να παίζει η σεξουαλική απελευθέρωση των παιδιών σήμερα, το γεγονός, ότι κάνουν σεξ από πολύ μικρή ηλικία και ότι δεν υπάρχει σωστή αγωγή στο θέμα αυτό. «Πάντα συνέβαιναν αυτά τα πράγματα», απαντά εκείνη. «Πόσα παιδιά δεν γεννιόντουσαν σε χωριά, ακόμα και έπειτα από αιμομικτικές σχέσεις, και αυτόματα θανατώνονταν; Απλά σήμερα υπάρχει η δημοσιότητα των περιστατικών που τα κάνει να φαντάζουν συχνότερα.»
Όσο για το μέλλον αυτών των κοριτσιών; «Ψυχιατρική παρακολούθηση, αγωγή, νοσηλεία και στη συνέχεια μεταφορά σε κάποιον ξενώνα αποκατάστασης, στον οποίον θα τους δείξουν κάποιους δρόμους για να προχωρήσουν. Σίγουρα μπορεί να αποκατασταθούν ψυχικά οι κοπέλες αυτές, ωστόσο θα χρειαστούν φοβερή υποστήριξη, τόσο από ειδικούς όσο και από το περιβάλλον τους», καταλήγει η κοινωνική λειτουργός.
_______________________
   Πηγή: infokids.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

''ΜΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΗ'', της ΜΙΚΑ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΗ..."Λένε ότι από την ώρα που χάνουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο από την ζωή, κλονίζεται η πίστη, αναποδογυρίζει ο κόσμος όλος κι εξαφανίζεται η χαρά. Την στιγμή ενός τροχαίου ατυχήματος, μιά μάνα γλυτώνει ως εκ θαύματος από τον θάνατο και χάνει ό,τι πολυτιμότερο έχει στην ζωή.... Θα είναι ποτέ άραγε σε θέση, η Ευτυχία Αρσενίου, να ανακαλύψει ποιός είναι ο σκοπός της ζωής της τώρα πια; Ή, η ίδια η ζωή, την έχει καταδικάσει, χωρίς ποτέ να την δικάσει;..''







 [...]                                                                                                                                 [...]
Θα είχε περάσει σίγουρα ένα τρίωρο, όταν χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας κι εγώ για να τα καταφέρω μέχρι να την ανοίξω, με το τρεμουλιαστό μου βάδισμα, δυσκολεύτηκα πολύ.
 ―Αχ! Εσύ είσαι! είπα με χαρά μόλις αντίκρισα την Αθανασία.
 ―Πήρα άδεια για το υπόλοιπο της ημέρας μου, είπε τινάζοντας τις στάλες τις βροχής από τους ώμους της.
 ―Ήθελα τόσο πολύ να σε δω! Ένιωσα την ανάγκη να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, μου είπε. Τα μάτια της ήταν υγρά και τα μάγουλά της καίγανε.
 ―Πολύ ωραία, ψέλλισα, γιατί ειδικά σήμερα μου χρειάζεται μια καλή φίλη. Ο σφυγμός μου χτυπούσε. Ποθούσα πολύ να ακούσω τον ήχο μιας φιλικής φωνής, να δω ένα λαμπερό πρόσωπο  πενηνταρίσουμε, είπε μετά από λίγο.
 ―Ω! ναι, τέτοιες πενηντάρες…, απάντησα και γελάσαμε με την ψυχή μας με το υπονοούμενο. ―Πώς είσαι;
 ―Είμαι καλά τώρα. Όλη την περασμένη νύχτα όμως, δε θέλω να τη θυμάμαι, ήτανε τρομερή. Είχα ταχυπαλμίες, στη σκέψη του Αλέξανδρου. Τι θα κάνει αν μάθει για την αρρώστια μου; Πώς θα το πάρει; Αχ! καλή μου φίλη, σε σένα μπορώ να ανοίγω την καρδιά μου και ξέρω ότι με συμπονάς γιατί με καταλαβαίνεις, είπα και μισοκλείνοντας τα μάτια ξαφνικά, έπιασα το κεφάλι με τα χέρια και ξέσπασα σε κλάματα. Η Αθανασία αγκάλιασε το κεφάλι μου και το έσφιξε στο στήθος της. Ύστερα άκουσα και την ίδια να κλαίει.
 ―Φτάνει! Δεν ήρθα ως εδώ για να σε κλάψω, είπε λίγα λεπτά αργότερα, σαν να απολογούνταν, μιλώντας στον εαυτό της περισσότερο.
―Ήρθα για να μιλήσουμε…
 ―Να πούμε τι;
―Να κατευθύνω τη σκέψη σου ν’ αλλάξει μονοπάτι.
―Δηλαδή;
 ―Άρχισε να εκφράζεις τα συναισθήματά σου, Ευτυχία. Μην τα πνίγεις μέσα σου. Και μια τραγωδία ακόμη μπορεί να αναδειχτεί σε μεγάλο καλό, αν την αντιμετωπίσουμε με τρόπους που θα μας επιτρέψουν να αναπτυχθούμε πνευματικά.
 ―Πιστεύεις πως αυτή η αλλαγή είναι εύκολη για μένα; Ο δρόμος που ακολουθώ δεν είναι ομαλός, πώς θα μετατραπεί λοιπόν σε ανθόσπαρτο;
―Μόλις απελευθερωθείς από το παρελθόν. Επίσης σου συνιστώ να μην κρίνεις τα συναισθήματά σου, επειδή θα τα καταπιέσεις ακόμη περισσότερο. Σκέψου απλά, ότι είσαι ασφαλής και ότι επιθυμείς να νιώσεις καλύτερα. Η σκέψη των θετικών συναισθημάτων θα σε οδηγήσει σε ευεργετικές αλλαγές.
 ―Δεν είναι εύκολο! Όταν αισθάνομαι θυμό, ενοχή, ακόμη και μίσος για τον εαυτό μου, δεν μπορώ συνάμα να σκεφτώ θετικά.
--Ακουσέ με, συνέχισε η Αθανασία να μιλά σοβαρότερα από κάθε άλλη φορά.
―Όλα τα συναισθήματα είναι ειλικρινή, είναι ζώντα μέσα μας. Όταν όμως δεν τα εκφράζουμε ή δεν τ’ αντιμετωπίζουμε ανοιχτά, τότε η αντιμετώπισή τους γίνεται μέσα στο σώμα μας και θα εξελιχθεί σε κάποια ασθένεια, ή δυσλειτουργία. Όταν λοιπόν είσαι θυμωμένη και καταπίνεις τον θυμό σου, αυτό που κάνεις σου προκαλεί δυσαρέσκεια, πικρία, κατάθλιψη.
―Δηλαδή μπλοκάρω τα συναισθήματά μου μέσα μου;
―Ναι και δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις ενοχή, τύψεις, ντροπή ή θυμό. Επειδή τα συναισθήματα είναι σκέψεις εν δράσει. Υπηρετούν κάποιον σκοπό κι όταν τα απελευθερώνεις από το νου κι από το σώμα σου δημιουργείς μέσα σου χώρο για άλλες, πιο θετικές σκέψεις.
―Κι αν δεν τα καταφέρω να ελευθερωθώ; Αλλά μόνο τα ανασκαλεύω και τα ξαναφήνω μέσα μου; ρώτησα με απορία.
―Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην απελευθέρωση και στην αναμόχλευση παλιών αρνητικών συναισθημάτων. Γι’ αυτό, να επιχειρήσεις να σκεφτείς τούτο: «Εντάξει, αυτή η κατάσταση έχει λήξει και ανήκει πλέον στο παρελθόν. Δεν εγκρίνω την πράξη μου, όμως καταλαβαίνω ότι έκανα το καλύτερο που μπορούσα, με βάση τις γνώσεις που είχα τότε. Για μένα το θέμα εκείνο έχει λήξει και κάνω αυτό που αισθάνομαι ότι είναι σωστό για μένα τώρα, που γνωρίζω νέα πράγματα.»
―Θα πρέπει να γίνω στοργική και υπομονετική με τον εαυτό μου. Ω! Θεέ μου, σε παρακαλώ, δώσε μου υπομονή! Αλλά τη θέλω τώρα.
―Η υπομονή είναι κάτι το πολύ σημαντικό. Οι περισσότεροι υποφέρουμε από την προσδοκία της άμεσης ικανοποίησης. Δεν έχουμε υπομονή να περιμένουμε, για τίποτε. Το χαμόγελό της ήταν γεμάτο από άπειρη γλυκύτητα, πραότητα και τρυφερότητα.
―Έτσι είναι, είπα με σιγουριά.
―Η ανυπομονησία είναι άρνηση στη μάθηση. Ζητάς απαντήσεις, χωρίς να έχεις πάρει το μάθημα ή τουλάχιστον να έχεις κάνει μια προσπάθεια. Φαντάσου, πως φυτεύεις έναν σπόρο. Στην αρχή ο σπόρος αυτός είναι κρυμμένος σε ένα κομμάτι γης. Ούτε καν τον βλέπεις πλέον. Αλλά εσύ δε σταματάς να φροντίζεις το χώμα, να το ποτίζεις. Αν δείξεις υπομονή, τότε και μόνον τότε, θα δεις τον σπόρο να καρποφορεί. Το ίδιο είναι και ο νους!
―Πρέπει να διαλέξω τις σκέψεις που θα θρέψω στον νου μου δηλαδή, ώσπου αυτές να μεγαλώσουν και να δημιουργήσουν τον κήπο των εμπειριών που επιθυμώ.
―Ακριβώς έτσι, Ευτυχία μου, απάντησε με μια περίεργη έξαψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, το ίδιο έντονη με τα λόγια της.
―Και με τα λάθη μας, τι γίνεται;
―Δεν πειράζει αν κάνουμε λάθη, όταν μαθαίνουμε. Αλλά όλοι μας σχεδόν κουβαλάμε μέσα μας την κατάρα της τελειοθηρίας. Δε δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία να μάθει πραγματικά κάτι καινούργιο, γιατί αν δεν το πετύχουμε τέλεια μέσα σε πέντε λεπτά, συμπεραίνουμε ότι δεν έχουμε την ικανότητα να το καταφέρουμε.
―Μιλάς, λες και διαβάζεις εμένα.
 ―Όλοι μας κάπως έτσι λειτουργούμε. Όμως τα λάθη μας αποτελούν σκαλοπάτια της ζωής και είναι πολύτιμα.
―Ε! όχι και πολύτιμα!
―Ναι, είναι πολυτιμότερα από πολύτιμα επειδή είναι οι δάσκαλοί μας. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να τιμωρούμε τον εαυτό μας επειδή έκανε λάθος, είπε κι είδα μια σπίθα χαράς να αστράφτει στη ματιά της.
 ―Αλλά εμείς όχι μόνο τον κατηγορούμε, τον κατακρεουργούμε κιόλας με την απόρριψη. Τώρα καταλαβαίνω πολύ καλύτερα κάποια πράγματα για μένα.
―Είμαι σίγουρη, Ευτυχία, πως όταν μείνεις μόνη σου, θα δουλέψεις πολύ με τον εαυτό σου κι έτσι δε θα απορείς πια στο μέλλον επειδή θα εξακολουθούν να παρουσιάζονται προβλήματα. Θα κατανοήσεις ότι, χρειάζεται να εμπλουτίζουμε συνεχώς αυτά που μαθαίνουμε, χωρίς να αντιστεκόμαστε. Και καθώς θα μαθαίνεις καινούργιους τρόπους, χρειάζεται να φέρεσαι στον εαυτό σου με καλοσύνη.
―Θεέ μου, πόσο χαζή ήμουνα; Ένα μέρος της ζωής μου πέρασε μπροστά από τα μάτια μου κι εγώ απλώς διάβαζα μόνο τους οδυνηρούς της υπότιτλους, είπα κράζοντας, αλλά αυτή μου η κραυγή, αντί να ξυπνήσει την αντιπάθειά μου, πολλαπλασίασε ακόμη περισσότερο τη συμπάθειά μου προς τον εαυτό μου. H Αθανασία σηκώθηκε, άνοιξε την μεσόπορτα, αλλά κοντοστάθηκε και δείχνοντας απρόθυμη να εμπλακεί στα συμπεράσματα για τον εαυτό μου, μου είπε.
―Δεν έφαγα μεσημεριανό. Εσύ; Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
―Πηγαίνω στην κουζίνα να ετοιμάσω κάτι πρόχειρο, είπε και με κοίταξε με ένα καθάριο και ακτινοβόλο βλέμμα. Ο χρόνος κυλούσε. Το χαμόγελό μου παρέμεινε για λίγο μετέωρο στα χείλη μου. Περπάτησα αργά μέχρι το τέλος του διαδρόμου και έφτασα κι εγώ ίσαμε την κουζίνα. Τα ρουθούνια μου συνέλαβαν μια έντονη γαργαλιστική οσμή… μια μυρωδιά από λάδι ελιάς αναμεμιγμένο με φρέσκο άνηθο και βασιλικό και είδα την Αθανασία να έχει αρχίσει την προετοιμασία του φαγητού. Έβρισα μέσα μου τον εαυτό μου, επειδή είχα επιτρέψει να με επηρεάσει τόσο πολύ η αρρώστια μου και προτού ανοίξω ένα μπουκάλι μπύρα, βρήκα το κουράγιο να αστειευτώ.
―Ξέρεις, δήλωσα συμμετοχή…
―Ορίστε; Πού; με ρώτησε έκπληκτη.
―Θα λάβω μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες κι όχι μόνον θα νικήσω, μα θα καταρρίψω και το ρεκόρ στο τρέξιμο μετ’ εμποδίων. Όταν η φίλη μου άκουσε τα γέλια μου, γύρισε και με κοίταξε. Διαπίστωσα πως συγκρατούσε και τα δικά της γέλια μέχρι να βεβαιωθεί ότι είχε αλλάξει η πρωτύτερα κακή μου διάθεσή κι ότι, πράγματι, αστειευόμουν. Έφαγα με όρεξη εκείνο το μεσημέρι κι όταν έφυγε η Αθανασία, χάζεψα λίγο στην τηλεόραση κι έπεσα νωρίς για ύπνο. Κοιμήθηκα ανάλαφρα και χωρίς να δω κάποιον από τους εφιάλτες που με στοίχειωναν.Όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί, πετάχτηκα από το κρεβάτι μου σαν να είχα πάρει φωτιά και μου έριχναν ένα κουβά νερό για να σβήσει. Τόσο βιαστικά μάλιστα, που σχεδόν δεν είχα προσέξει, τους πόνους στα γόνατα, στους αστραγάλους ούτε καν εκείνους τους δυνατούς πόνους που, σαν σπαθιά, ξεκινούσαν από τη σπονδυλική στήλη και διατρέχοντας τον αυχένα, έφταναν μέχρι το κεφάλι.
Ο Ευαγγελινός μου έκοψε τον δρόμο καθώς εμφανίστηκε μπροστά μου στο κεφαλόσκαλο τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να κατέβω. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και με ρώτησε.
 ―Τι σημαίνει αυτό; Είσαι κατακόκκινη!
―Μην ρωτάς, είπα. Νομίζω πως είμαι εντάξει, πως βρίσκω ξανά τον συνηθισμένο μου εαυτό και μόλις έβαλα σε εφαρμογή ένα σχέδιο. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι έλεγα όλα όσα έλεγα. Ήταν σαν να έβλεπα ένα όμορφο όνειρο και από στιγμή σε στιγμή ο άντρας μου θα με κουνούσε για να με ξυπνήσει και να μου πει «γελάς στον ύπνο σου.»
―Ω! Ευτυχία, πόσο χαίρομαι, είπε με παιδιάστικη, τρεμουλιαστή φωνή. Τα χείλη του έτρεμαν και τα μάτια του έλαμπαν υπερβολικά. Συνειδητοποίησα πως ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα.

                                                                  *****

[...]                                                                                                                                      [...]
''ΜΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΗ''
ΜΙΚΑ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - 2015


                                                                 
                                                                         


Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

"ΓΙΑΤΙ ΠΑΝΤΡΕΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;" της Χ. ΚΑΤΑΚΗ..."Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή στο ορεινό χωριό του πατέρα μου ξανάσμιξαν οι γενιές και τα σόγια για να γιορτάσουν το Πάσχα. Καταπληκτική ευκαιρία για μένα να μιλήσω με εκπροσώπους διαφορετικών γενιών, αφού εκείνο τον καιρό διερευνούσα τις αλλαγές αντιλήψεων για την οικογενειακή ζωή..."

Γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι; – Χ. Κατάκη


Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή στο ορεινό χωριό του πατέρα μου ξανάσμιξαν οι γενιές και τα σόγια για να γιορτάσουν το Πάσχα. Καταπληκτική ευκαιρία για μένα να μιλήσω με εκπροσώπους διαφορετικών γενιών, αφού εκείνο τον καιρό διερευνούσα τις αλλαγές αντιλήψεων για την οικογενειακή ζωή.
Πού να ήξερα ότι αυτά που έμαθα εκείνο το Πάσχα θα μου άνοιγαν δρόμους που θα οδηγούσαν τα βήματά μου πολλές δεκαετίες μετά. Που να φανταστώ ότι η αλυσίδα των αντιλήψεων για τη συμβίωση που ξεδιπλώθηκε μπροστά μου, θα αποτελούσε το εφαλτήριο για το ξεκίνημα της ενασχόλησής μου με την οικογένεια, που συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και συχνότητα μέχρι σήμερα.
Πλησίασα έναν από τους γέροντες που έπιναν τον καφέ τους στο καφενείο της πλατείας του χωριού.
-Γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι μπάρμπα Θανάση; ρώτησα τον ογδοντάχρονο κτηνοτρόφο.
Η απάντηση ήρθε άμεση κι αβίαστη.
-Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου.
Ο μπαρμπά Θανάσης δεν είχε μετακινηθεί από τη γη των προγόνων του, δεν έζησε αλλαγές, ανατροπές, μετακινήσεις. Ο χείμαρρος των διλημμάτων, των αντιφάσεων για το ποιος είμαι, που πάω και γιατί, δεν είχε ακόμα φτάσει στο ορεινό χωριό.
Ο γιος του μπάρμπα Θανάση, εγκαταστημένος στα Γιάννενα με την οικογένεια του, είχε έρθει κι εκείνος στο χωριό για να γιορτάσει το Πάσχα με τους συγγενείς του.
-Δε μου λες Κώστα, γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι;
Δεν δίστασε στιγμή. Με την ίδια σιγουριά του πατέρα του, μου είπε:
Για να κάνουν παιδιά, να τα μεγαλώσουν, να τα μορφώσουν και να τα κάνουν χρήσιμους ανθρώπους στην κοινωνία.
Η απάντηση του Γιαννιώτη συμπατριώτη μου, συνόψισε μια πρώτου μεγέθους αλλαγή αντιλήψεων για το σκοπό της οικογένειας. Μέσα σε μια γενιά άλλαξε ριζικά η αντίληψη για το σκοπό της συμβίωσης.
Φυσικά όλα αυτά δεν είναι τίποτε καινούργιο για τους κοινωνιολόγους και τους κοινωνικούς ψυχολόγους που μελετούν αυτά τα θέματα. Δεν είναι ότι δεν ήξερα από τις σπουδές μου και τα διαβάσματα μου ότι ο τρόπος παραγωγής των αγαθών καθορίζει τον τρόπο ζωής μας και τις αντιλήψεις μας για τις συμπεριφορές, ρόλους και στόχους.  Άλλο όμως να το ξέρεις θεωρητικά και άλλο να το ζεις. Στην απάντηση του γιου είχε χαθεί η υπαρξιακή χροιά της τοποθέτησης του πατέρα του, που παρέμενε συνδεδεμένος με βαθιές ρίζες, τις οποίες εμείς που αποκοπήκαμε ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε.

Για τον Κώστα, η απόφαση να συνδεθεί δια βίου με μια άλλη ύπαρξη, ήταν συνυφασμένη με το ρόλο του να συμβάλει στην προετοιμασία των παιδιών που θα έρθουν. Στο πρόσωπο του Κώστα έβλεπα όλους τους γονείς που τρελαίνονται από αγωνία για το μέλλον των παιδιών τους, τα ‘παιδιά’ όλων των ηλικιών που δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τις δικές τους ανάγκες από αυτές των δικών τους, τα ζευγάρια που έμειναν προσηλωμένα στο μεγάλωμα των παιδιών τους και έχασαν την επαφή μεταξύ τους.
Τι κόστος θα πληρώσουν για το συμβόλαιο που συνυπέγραψαν; Ένα συμβόλαιο που λέει ότι στο βωμό του γονεϊκού ρόλου θα θυσιαστούν τα όνειρα, οι προσωπικές φιλοδοξίες, η χαρά, η ξεκούραση, η διασκέδαση; Με τον/την ‘σύζυγο’ δεμένοι στον ίδιο ‘ζυγό’, αγωνίστηκαν για να έχουν τα παιδιά τους τα πάντα. Ο καθένας έκανε τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορούσε. Δε χρειάστηκε να ‘γνωριστούν’, να μιλήσουν. Εκείνο που δεν πρόβλεψαν είναι τι θα γίνει όταν μεγαλώσουν τα παιδιά; Όταν αντιμετωπίσουν την άδεια φωλιά; Όταν κάποια μέρα γυρίσουν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο και ρωτήσουν, ‘εσύ ποιος είσαι’;
Πριν προλάβω να ευχαριστήσω τον Κώστα τον άκουσα να μου λέει:
-Στο γιο μου τον Ανδρέα πρέπει να μιλήσεις, που είναι σπουδαγμένος. Μένει στην Αθήνα και δεν έρχεται πολύ συχνά πια…
Τον φώναξε και μας σύστησε. Καθίσαμε πιο πέρα σε ένα πεζούλι.
-Εσύ γιατί πιστεύεις ότι παντρεύονται οι άνθρωποι; τον ρώτησα περιμένοντας ανυπόμονα να ακούσω τι θα μου έλεγε.
-Δεν χρειάζεται να παντρεύονται οι άνθρωποι. Ο γάμος είναι θεσμός. Η σχέση είναι το ζητούμενο, μου απάντησε.
Μπροστά στα μάτια μου είδα να γκρεμίζεται το οικοδόμημα που στεκόταν εκεί για αιώνες όπως οι αρχαίοι μας ναοί. Ο εγγονός του μπάρμπα Θανάση με μια μονοκονδυλιά διέγραψε το παρελθόν. Τοποθέτησε την οικογένεια μέσα σε ένα διαστημόπλοιο στο οποίο έχουμε επιβιβαστεί για να ταξιδέψουμε όλοι μαζί σε καινούργιους και άγνωστους τόπους. Σαράντα χρόνια μετά συνεχίζουμε το πολυτάραχο ταξίδι με πολλές αναταράξεις, πολλές απώλειες, μεταμορφώσεις, αντιστροφές και ανατροπές…
_______________________
   Πηγή: “Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή” , Χάρις Κατάκη,  χρονολογία έκδοσης: 2014
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

ΆΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ - ΤΑ ΠΡΟΙΚΙΑ - ''ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μιά σκούφια στο κεφάλι....''

Άντον Τσέχοφ – Τα προικιά.


ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μια σκούφια στο κεφάλι…
Ήτανε ασπρισμένο, είχε κεραμίδια στη σκεπή με μια ξεχαρβαλωμένη καπνοδόχο, και βυθιζόταν ανάμεσα στην πρασινάδα – μέσα σε μουριές, ακακίες και λεύκες, που είχαν φυτέψει οι πάπποι και προπάπποι των σημερινών νοικοκυραίων.
Το έχανες πίσω από την πρασινάδα. Αλλά η πυκνή αυτή πρασινάδα δεν το εμποδίζει να είναι μέσα στο σχέδιο πόλεως. Η φαρδιά αυλή του στέκει δίπλα στις άλλες επίσης φαρδιές και καταπράσινες αυλές, και ανήκει στην οδό της Μόσχας. Κανείς ποτέ δεν περνά απ’ αυτόν το δρόμο με τροχοφόρο, ακόμη και οι πεζοί είναι πολύ σπάνιοι.
Τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού πάντοτε είναι κλειστά, οι κάτοικοί του δεν χρειάζονται το φως. Τα παράθυρα δεν τ’ ανοίγουν ποτέ γιατί δεν αγαπούν τον καθαρό αέρα. Οι άνθρωποι που όλο τον καιρό ζουν ανάμεσα στις μουριές, στις ακακίες και την πρασινάδα, δεν ενδιαφέρονται για τη φύση. Μόνο στους παραθεριστές έδωσε ο Θεός την ικανότητα ν’ αντιλαμβάνονται τη φυσική ομορφιά της. Οι άλλοι μένουν τυφλοί και άξεστοι μπρος σ’ αυτές τις ομορφιές. Δεν εκτιμούν οι άνθρωποι το θησαυρό τους. Δεν ξέρουμε να φυλάμε εκείνο που έχουμε, ούτε και αγαπάμε εκείνο που έχουμε.
Γύρω από το σπιτάκι ήταν σωστός παράδεισος, όλα καταπράσινα, πουλιά εύθυμα – ενώ μέσα στο σπίτι, αλίμονο! Το καλοκαίρι σκας από τη ζέστη και το χειμώνα καίγεσαι επίσης σα να είσαι μέσα στο μπάνιο, σε πνίγει η μυρουδιά του καπνού και πλήττεις, πλήττεις…
Για πρώτη φορά επισκέφτηκα αυτό το σπίτι, είναι πολύς καιρός τώρα, κατά παραγγελία – έφερνα χαιρετίσματα του νοικοκύρη, του συνταγματάρχη Τσικαμάσωφ στη γυναίκα του και στην κόρη του. Αυτή ήταν η πρώτη μου επίσκεψη και τη θυμάμαι πολύ καλά. Και πώς να μην τη θυμάμαι!

Για φανταστείτε μια μικροκαμωμένη δύσκολη γυναικούλα γύρω στα σαράντα, που σας κοιτάζει με τρόμο και κατάπληξη, την ώρα που εσείς μπαίνετε από το χωλ στη αίθουσα. Είστε «ένας ξένος», «νεαρός» μουσαφίρης – και αυτό αρκεί για να προκαλέσει την έκπληξη και τον τρόμο. Δεν κρατάτε στο χέρι βούρδουλα, ούτε τσεκούρι ή περίστροφο, χαμογελάτε πολύ φιλικά, αλλά σας υποδέχονται ταραγμένοι.
–  Ποιον έχω την τιμή και την ευχαρίστηση να βλέπω; Σας ρωτά με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι η κυρία Τσικαμάσωφ.
Λέτε ποιος είστε και ποιος ο σκοπός του ερχομού σας. Ο τρόμος και η πρώτη έκπληξη αμέσως μεταβάλλονται σ’ ένα διαπεραστικό χαρμόσυνο «αχ!» κι ένα παιχνίδισμα των ματιών. Αυτό το «αχ» σαν την ηχώ περνά από το χωλ στην αίθουσα, από την αίθουσα στο σαλόνι, από το σαλόνι στην κουζίνα… μέχρι και αυτής της αποθήκης. Σε λίγο όλο το σπίτι γεμίζει με τα χαρμόσυνα, ποικιλόχρωμα «αχ». Ύστερα από πέντε λεπτά κάθεστε στο σαλόνι, στο μεγάλο, μαλακό, φλογερό ντιβάνι και ακούτε πώς προφέρει αυτό το εγκάρδιο «αχ» όλη η οδός Μόσχας.
Ένιωσα τη μυρουδιά σκόνης για βότρυδες, και παπουτσιών από δέρμα κατσίκας, που έστεκαν δίπλα μου πάνω το τραπέζι, τυλιγμένα μέσα στο μαντήλι. Στα παράθυρα ήταν γλάστρες, γεράνια και κάτι μπερντεδάκια από μουσελίνα. Πάνω στα μπερντεδάκια κάθονταν καλοθρεμμένες μύγες. Στον τοίχο ήταν η προσωπογραφία κάποιου δεσπότη, λαδομπογιά, σκεπασμένη με γυαλί που ήταν σπασμένο σε μια γωνία. Μετά τον δεσπότη ακολουθούσαν διάφοροι πρόγονοι με κίτρινες σαν το λεμόνι τσιγγάνικες φυσιογνωμίες. Πάνω στο τραπέζι έστεκε μια δαχτυλήθρα, ένα καρούλι κλωστή, μια πεταγμένη κάλτσα, πάνω στο πάτωμα κάτι αχνάρια και μια μαύρη μπλούζα με τρυπώματα.
Στο διπλανό δωμάτιο δυο αναστατωμένες γριούλες αρπάζουν βιαστικά από το πάτωμα τ’ αχνάρια κι ένα κομμάτι ύφασμα…
—Να μας συγχωρείτε, βρισκόμαστε σε μεγάλη ακαταστασία! Είπε η Τσικαμάσοβα.
Η Τσικαμάσοβα μιλούσε μαζί μου και ντροπαλά κοίταζε προς το μέρος της πόρτας.
Και ακούστηκε πίσω από την πόρτα μια γυναικεία φωνή η οποία έλεγε γαλλικά με μερικά λάθη:
-Πού είναι ο γραβάτος μου (λάθος) τον οποίον μου έστειλε ο πατέρας μου από το Κιουρσκ;
-Αχ, Μαρία, απάντησε γαλλικά η κυρία, βρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος πολύ ολίγον γνωστός… καλύτερα ρώτα τη Λουκέρια…
Και διάβασα στα μάτια της Τσικαμάσοβας που είχε κοκκινίσει από ευχαρίστηση: «Και όμως τι ωραία που τα μιλάμε εμείς τα γαλλικά!»
Σε λίγο άνοιξε η πόρτα, και είδα μια ψηλή ξερακιανή κόρη, ως δεκαεννιά χρονών, μ’ ένα μακρύ φουστάνι από μουσελίνα και χρυσή ζώνη όπου ήταν κρεμασμένο, το θυμάμαι, ένα ριπίδι από ελεφαντόδοντο. Μπήκε μέσα, κάθισε και κοκκίνισε.
Στην αρχή κοκκίνισε η μακριά μύτη της, πειραγμένη λίγο από την ευλογιά, ύστερα η κοκκινάδα ανέβηκε στα μάτια και στους κροτάφους.
-Η κόρη μου! Είπε με τραγουδιστή φωνή η Τσικαμάσοβα, και αυτός εδώ ο νεαρός είναι, Μάνετσκα, που…
Συοτήθηκα κι εξέφρασα την έκπληξή μου για τα πολλά αχνάρια. Η μητέρα και η κόρη κατέβασαν τα μάτια.
-Της Αναλήψεως είχαμε εμποροπανήγυρη, είπε η μητέρα. Εμείς πάντοτε στην εμποροπανήγυρη αγοράζουμε υφάσματα και ράβουμε ολόκληρη τη χρονιά, ως την ερχόμενη εμποροπανήγυρη. Ποτέ δεν δίνουμε έξω να μας ράψουν. Ο σύζυγός μου, ο Πιοτρ Στεπάνιτς, δεν κερδίζει και πολλά και δεν επιτρέπεται να κάνουμε λούσα. Αναγκαζόμαστε να τα ράβουμε μόνες μας.
-Αλλά ποιος τα φορεί τόσα πολλά; Εσείς είστε μόνο δύο.
-Αχ… μήπως είναι δυνατό να τα φορέσει κανείς όλα αυτά! Αυτά είναι για τα προικιά!
-Αχ, μαμά, τι λες; Είπε η κόρη και κοκκίνισε. Πράγματι μπορεί να το πιστέψει ο κύριος. Εγώ ποτέ μου δεν θα παντρευτώ! Ποτέ!
Το είπε, αλλά στη λέξη «παντρευτώ» άναψαν τα μάτια της. Σέρβιραν τσάι, παξιμάδια, γλυκό του κουταλιού, βούτυρο και ύστερα πρόσφεραν σμέουρα με καϊμάκι. Στις εφτά το βράδυ πρόσφεραν δείπνο από έξι φαγητά, και την ώρα του φαγητού άκουσα ένα πολύ δυνατό χασμουρητό. Κάποιος χασμουρήθηκε δυνατά από το γειτονικό δωμάτιο. Κατάπληκτος κοίταξα στην πόρτα: μόνον άντρα μπορεί να χασμουρηθεί έτσι.
-Είναι ο αδελφός του Πιότρ Σεμιόνιτς, ο Εγκόρ Σεμιόνιτς… εξήγησε η Τσικαμάσοβα όταν είδε την έκπληξή μου. Ζει μαζί μας από πέρσι. Να τον συγχωρέσετε που δεν παρουσιάστηκε. Είναι λίγο αγρίμι… ντρέπεται τους άλλους… Είναι για να μπει σε μοναστήρι… Τον αδίκησαν στην υπηρεσία… Και τώρα από το κακό του…
Μετά το δείπνο η Τσικαμάσοβα μου έδειξε το πετραχήλι που κέντησε με τα χέρια του ο Εγκόρ Σεμιόνιτς για να το δωρίσει στην εκκλησία. Η Μάνετσκα άφησε προς στιγμή τις ντροπές και μου έδειξε μια σακούλα, που μόνη της κέντησε για τον πατέρα. Όταν προσποιήθηκα πως μου έκανε εντύπωση η εργασία της, κοκκίνισε και κάτι ψιθύρισε στο αυτί της μητέρας της. Η μητέρα έλαμψε κι μου πρότεινε να πάμε στην αποθήκη. Εκεί είδα πέντε μεγάλα σεντούκια και πολλά άλλα μικρότερα σεντούκια και κιβώτια.
-Αυτά είναι τα προικιά! Μου ψιθύρισε η μητέρα. Τα ράψαμε μα τα χέρια μας.
Αφού είδα και αυτά τα σεντούκια, αποχαιρέτισα τους φιλόξενους οικοδεσπότες. Και τους έδωσα το λόγο μου, σύμφωνα με την επιθυμία τους, ότι θα ξανάρθω και άλλη φορά.
Αυτό το λόγο μου τον κράτησα ύστερα από εφτά χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, όταν μ’ έστειλαν σε κείνη την κωμόπολη σαν εμπειρογνώμονα για κάποια δίκη. Όταν ξαναπήγα στο μικρό εκείνο σπιτάκι άκουσα πάλι τα ίδια αχ και βαχ… Με γνώρισαν… Αυτό μας έλειπε! Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν αληθινό γεγονός στη ζωή τους και όταν τα γεγονότα είναι σπάνια δεν τα ξεχνά κανείς εύκολα, αλλά τα θυμάται επί πολύν καιρό.
Όταν μπήκα στο σαλόνι, είδα τη μητέρα που είχε παχύνει περισσότερο και τα μαλλιά της ήτανε πια γκρίζα, να σέρνεται στο πάτωμα για να κόψει κάποιο μπλε ύφασμα… Η κόρη καθότανε στο ντιβάνι και κεντούσε. Τα ίδια αχνάρια, η ίδια μυρουδιά της σκόνης για τις βότρυδες, το ίδιο πορτραίτο με το γυαλί το σπασμένο στην άκρη.
Υπήρξαν όμως και μερικές αλλαγές. Κοντά στην προσωπογραφία του δεσπότη κρεμόταν η προσωπογραφία του Πιοτρ Σεμιόνιτς και οι κυρίες φορούσαν πένθος. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς είχε πεθάνει μια βδομάδα μετά τον προβιβασμό του σε στρατηγό. Αρχισαν οι αναμνήσεις… Η στρατηγίνα έκλαψε λίγο.
-Μεγάλη η συμφορά μας! Είπε. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς που ξέρατε, δεν υπάρχει πλέον. Ορφανέψαμε εγώ και κείνη και πρέπει μόνες να φροντίζουμε για όλα. Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς ζει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα καλό γι’ αυτόν. Στο μοναστήρι δεν τον δέχτηκαν εξαιτίας… εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που έπινε. Και τώρα πίνει ακόμη περισσότερο από τον καημό του.
Θέλω να πάω στον πρόεδρο του συλλόγου μας, των ευγενών, για να κάνω τα παράπονά μας. Για φανταστείτε, αρκετές φορές άνοιξε τα σεντούκια, πήρε διάφορα πράγματα από τα προικιά της Μάνετσκας και τα μοίρασε στους οδοιπόρους καλόγερους που γυρίζουν από μοναστήρι σε μοναστήρι. Δυο σεντούκια τ’ άδειασε ολωσδιόλου! Αν αυτό συνεχιστεί, η καλή μου Μάνετσκα θα μείνει χωρίς προίκα.
-Τι λέτε, μαμά; Είπε η Μάνετσκα και ντράπηκε. Ποιος ξέρει τι μπορεί να φανταστεί ο κύριος… Εγώ ποτέ μου, ποτέ μου δεν θα παντρευτώ!
Η Μάνετσκα με έκσταση κι ελπίδα κοίταζε στο ταβάνι και ήταν φανερό πως δεν πίστευε σε κείνα που έλεγε.
Στο χωλ πέρασε και χάθηκε μια μικρή ανδρική σιλουέτα, με μεγάλη φαλάκρα και με μια καφετιά ρεντιγκότα. Φορούσε γαλότσες αντί παπούτσια και στο πέρασμά του ακούστηκε ένα θρόισμα λες κι ήτανε ποντικός.
«Ασφαλώς θα είναι ο Εγκόρ Σεμιόνιτς», σκέφτηκα εγώ.
Κοίταζα τη μάνα και την κόρη: είχανε γεράσει και καταβληθεί και οι δυο. Το κεφάλι της μητέρας είχε ασπρίσει, και η κόρη είχε μαραθεί, χλώμιασε. Θα ‘λεγες πως η μητέρα περνούσε την κόρη μόλις πέντε χρόνια.
-Ετοιμάζομαι να πάω στον πρόεδρο, μου είπε η γριά ξεχνώντας πως μου είχε ξαναμιλήσει γι αυτό. Θέλω να διαμαρτυρηθώ! Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς μας τα ξεσηκώνει όλα όσα ράβουμε, και κάπου τα χαρίζει για να σώσει την ψυχή του. Η Μάνετσκα έμεινε χωρίς προίκα!
Η Μάνετσκα κοκκίνισε αλλά δεν έβγαλε μιλιά.
-Θα αναγκαστούμε να τα ράψουμε όλα από την αρχή, και ο Θεός ξέρει πως δεν είμαστε πλούσιες! Είμαστε ορφανές και οι δυο!
-Είμαστε ορφανές! Επανέλαβε η Μάνετσκα.
Πέρυσι, έτσι τα ‘φερε η τύχη και ξαναπήγα στο γνωστό σπιτάκι. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα τη γριά Τσικαμάσοβα. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με κρέπια, καθότανε στο ντιβάνι και κάτι έραβε. Δίπλα της καθόταν ένα γεροντάκι με καφετιά ρεντιγκότα κα αντί παπούτσια φορούσε γαλότσες. Αμα με είδε ο γέρος πετάχτηκε κι έφυγε τρεχάτος από το σαλόνι.
Απαντώντας στο χαιρετισμό μου η γριά χαμογέλασε και είπε γαλλικά:
-Είμαι γοητευμένη που σας ξαναβλέπω, κύριε.
-Τι ράβετε; τη ρώτησα σε λίγο.
-Ένα πουκαμισάκι, μου είπε ρωσικά. Θα το ράψω και θα το πάω στον ιερέα να το κρύψει, διαφορετικά θα μας το πάρει ο Εγκόρ Σεμιόνιτς. Τώρα εγώ όλα τα κρύβω στον παπά, μου είπε ψιθυρίζοντας.
Και ρίχνοντας μια ματιά στο πορτραίτο της κόρης, που έστεκε στο τραπέζι, αναστέναξε και είπε!
-Είμαστε πεντάρφανες!
Και πού είναι η κόρη; Που είναι η Μάνετσκα; Δε ρώτησα. Δεν ήθελα να ρωτήσω τη γριά που ήταν βουτηγμένη στο πένθος, και όλο τον καιρό που καθόμουν στο μικρό σπιτάκι ώσπου έφυγα, η Μάνετσκα δεν παρουσιάστηκε. Δεν άκουσα ούτε τη φωνή της ούτε τα ήσυχα δειλά της βήματα… Το πράγμα ήταν ολοφάνερο, και ήταν τόση η θλίψη που πίεζε την ψυχή μου.

***

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

''Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΜΟΛΥΒΙΟΥ'' - PAOLO COELHO - ''..Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο..."

Η ιστορία ενός μολυβιού, Paolo Coelho


Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:
– Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;
Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:
– Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.
Το παιδί, περίεργο, κοιταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.
– Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!
– Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.
Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.
Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβύνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.
Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.
Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.
_______________________
   Πηγή: 5gym-irakl.ira.sch.g
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com