Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

''Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΜΟΛΥΒΙΟΥ'' - PAOLO COELHO - ''..Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο..."

Η ιστορία ενός μολυβιού, Paolo Coelho


Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:
– Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;
Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:
– Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.
Το παιδί, περίεργο, κοιταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.
– Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!
– Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.
Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.
Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβύνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.
Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.
Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.
_______________________
   Πηγή: 5gym-irakl.ira.sch.g
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com


Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Κάρολος Ντίκενς - ''ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ - Η ΓΡΙΑ'' - "Ο ΓΕΡΟ-ΣΤΕΦΑΝΟΣ κατέβηκε τα δυό άσπρα σκαλοπάτια, κλείνοντας πίσω του τη μαύρη πόρτα πού 'χε τη χάλκινη ταμπέλα με τη βοήθεια της χάλκινης τελείως, που πριν φύγει τη γυάλισε με το μανίκι του, γιατί πρόσεξε πως το ιδρωμένο χέρι του την είχε θαμπώσει. Πέρασε στο απέναντι πλευρό του δρόμου, με χαμηλωμένα τα μάτια, κι απομακρυνόταν γεμάτος λύπη, όταν έξαφνα ένιωσε να τον αγγίζει κάποιος στο μπράτσο..."

Κάρολος Ντίκενς – Τα Δύσκολα χρόνια. Η γριά


Ο ΓΕΡΟ-ΣΤΕΦΑΝΟΣ κατέβηκε τα δυο άσπρα σκαλοπάτια, κλείνοντας πίσω του τη μαύρη πόρτα που ‘χε τη χάλκινη ταμπέλα με τη βοήθεια της χάλκινης τελείας, που πριν φύγει τη γυάλισε με το μανίκι του, γιατί πρόσεξε πως το ιδρωμένο χέρι του την είχε θαμπώσει. Πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, με χαμηλωμένα τα μάτια, κι απομακρυνόταν γεμάτος λύπη, όταν έξαφνα ένιωσε να τον αγγίζει κάποιος στο μπράτσο.
Δεν ήταν εκείνο το άγγιγμα, που, περισσότερο από καθετί, χρειαζόταν σε τέτοιες στιγμές -το άγγιγμα που μπορούσε να γαληνέψει τα τρικυμισμένα νερά της ψυχής του, όπως το υψωμένο χέρι της υπέρτατης αγάπης και καρτερίας μπορούσε να καταλαγιάσει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα- κι όμως ήταν κι αυτό ένα άγγιγμα γυναίκας.
Καθώς στάθηκε και γύρισε, το βλέμμα του έπεσε σε μια γριά ψηλή, που διατηρούσε ακόμα κάτι από τη νεανική της λυγεράδα, μόλο που ο χρόνος είχε μαράνει το πρόσωπό της. Ήταν ντυμένη απλά και καθαρά. Τα παπούτσια της ήταν λασπωμένα, και φαινόταν πως μόλις είχε φτάσει από κάποιο χωριό. Το σάστισμά της μέσα στον ασυνήθιστο θόρυβο των δρόμων, το δεύτερο σάλι που κρατούσε ξεδιπλωμένο στο μπράτσο της, η βαριά ομπρέλα, το καλαθάκι, τα φαρδιά γάντια με τα πολύ μακριά δάχτυλα, που τα χέρια της δεν τα ’χαν καθόλου συνηθίσει, όλα αυτά μαρτυρούσαν μια γριά χωρική, που φόρεσε την απλή κυριακάτικη φορεσιά της, κι ήρθε στο Κοκτάουν, για μια εξαιρετική της υπόθεση.
Ο Στέφανος Μπλάκπουλ, από την πρώτη ματιά που της έριξε, τα κατάλαβε όλα αυτά, με την οξυδέρκεια που διακρίνει τους ανθρώπους της τάξης του. Έσκυψε το πρόσωπό του -που, σαν το πρόσωπο πολλών εργατών του κλάδου του, εξαιτίας της μακρόχρονης δουλειάς, με τα μάτια και με τα χέρια, μέσα στον ξεκουφαντικό θόρυβο, είχε πάρει την έκφραση της συγκεντρωμένης προσοχής που βλέπουμε στους κουφούς- για ν’ ακούσει καλύτερα τι τον ρωτούσε.
«Συγνώμη, κύριε» είπε η γριά, «δε βγήκατε, θαρρώ, από κείνη εκεί την πόρτα;» κι έδειξε το σπίτι του κυρίου Μπαουντερμπάη. «Πιστεύω πως είσαστε σεις, εκτός αν είχα την κακή τύχη να πάρω άλλον από πίσω».
«Ναι, κυρούλα» αποκρίθηκε ο Στέφανος «εγώ ήμουν».
«Και -συγχωρήστε την περιέργεια μιας γριάς γυναίκας-τον είδατε τον κύριο;»
«Ναι, κυρούλα».
«Και πώς σας φάνηκε; Ήταν αξιοπρεπής, τολμηρός, αποφασιστικός και ζωηρός;» Καθώς τέντωνε το κορμί της και σήκωνε το κεφάλι της για να χρωματίσει καλύτερα τα λόγια της, ο Στέφανος σχημάτισε την ιδέα πως κάπου είχε ξαναδεί αυτή τη γριά και δεν του άρεσε και τόσο.

«Ω, ναι» αποκρίθηκε κοιτάζοντάς την με περισσότερη προσοχή, «ήταν όλα αυτά!»
«Και γερός και φρέσκος» είπε η γριά, «σαν το δροσερό αεράκι;»
«Ναι» αποκρίθηκε ο Στέφανος. «Έτρωγε κι έπινε -δυνατός και γερός σαν ταύρος».
«Ευχαριστώ!» είπε η γριά με απέραντη χαρά. «Ευχαριστώ!»
Σίγουρα δεν την είχε ξαναδεί. Κι όμως είχε μιαν αόριστη ανάμνηση αυτής της γριάς, σαν να ’χε δει αρκετές φορές τη μορφή της στον ύπνο του.
Περπατούσε πλάι του, και προσαρμόζοντας από αβρότητα τον εαυτό του με τη δική της διάθεση, είπε πως το Κοκτάουν ήταν μια πολυθόρυβη πολιτεία, ε; Και κείνη του απάντησε: «Ναι, τρομερά πολυθόρυβη». Ύστερα της είπε πως σίγουρα ερχόταν από την επαρχία, ναι; Και κείνη του απάντησε καταφατικά.
«Ήρθα σήμερα το πρωί με το τρένο. Ταξίδεψα σαράντα μιλιά με το τρένο σήμερα το πρωί, και το βράδυ, γυρίζοντας πίσω, θα ταξιδέψω άλλα σαράντα. Περπάτησα εννιά μιλιά για να πάω στο σταθμό σήμερα το πρωί, κι αν δε συναντήσω κανέναν στο δρόμο να με πάρει με τ’ αμάξι του, θα ξανακάνω την ίδια πεζοπορία το βράδυ. Δεν είναι και λίγο για την ηλικία μου, κύριε» είπε η ομιλητική γριά, με μια θριαμβευτική λάμψη στα μάτια.
«Μα την πίστη μου, όχι. Μα δεν πρέπει να το κάνετε αυτό συχνά, κυρούλα».
«Όχι, όχι. Μια φορά το χρόνο» αποκρίθηκε κουνώντας το κεφάλι της. «Έτσι ξοδεύω τις οικονομίες μου, μια φορά το χρόνο. Έρχομαι για να σεργιανήσω στους δρόμους και να ιδώ τους κυρίους».
«Για να τους δεις μονάχα;» ρώτησε ο Στέφανος.
«Αυτό μου φτάνει» απάντησε με μεγάλη ζωηρότητα κι ενδιαφέρον. «Δε ζητώ τίποτ’ άλλο! Κόβω βόλτες από τούτη τη μεριά του δρόμου, για να ιδώ αυτό τον κύριο» και ξαναγύρισε πάλι το κεφάλι της προς το σπίτι του κυρίου Μπαουντερμπάη, «να βγαίνει έξω. Μα εφέτος αργεί πολύ, και δεν τον είδα ακόμα. Αντί για κείνον, βγήκατε σεις. Αν αναγκαστώ να φύγω χωρίς να του ρίξω μια ματιά -δε ζητάω και περισσότερο- τι να γίνει! Είδα εσάς, εσείς πάλι είδατε εκείνον, πρέπει να ’μια ευχαριστημένη». Καθώς μιλούσε έτσι, κοίταζε το Στέφανο σαν να ’θελε ν’ αποτυπώσει τα χαρακτηριστικά του στη μνήμη της, και το μάτι της δεν είχε πια την πρώτη του λάμψη.
Όσο μεγάλη κι αν δεχόταν πως μπορούσε να ’ναι η διαφορά στα γούστα των ανθρώπων, και μ’ όλη την υποταγή στους μεγιστάνες του Κοκτάουν, παραξενεύτηκε τόσο πολύ από το εξαιρετικό της αυτό κι ακατανόητο ενδιαφέρον, που δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Μα κείνη τη στιγμή περνούσαν μπροστά απ’ την εκκλησία, και μόλις έριξε το βλέμμα του στο ρολόι, τάχυνε το βήμα του.
«Μήπως πηγαίνετε στη δουλειά σας;» ρώτησε η γριά βιάζοντας και κείνη χωρίς δυσκολία το βήμα της. Ναι, η ώρα ήταν περασμένη. Μόλις της είπε πού εργαζόταν, η γριά έγινε ακόμα πιο αλλόκοτη απ’ ό,τι φάνηκε ώς τώρα.
«Δεν είστε ευτυχισμένος» τον ρώτησε.
«Όλος ο κόσμος έχει τα βάσανά του κυρούλα». Απάντησε αόριστα, γιατί εκείνη η γριά φαινόταν να πιστεύει πως ήταν πολύ ευτυχισμένος, και δεν του ’κάνε καρδιά να την απογοητεύσει. Ήξερε πως ο κόσμος είχε πολλά βάσανα κι αν η γριά, που είχε ζήσει τόσο πολύ, μπορούσε να πιστεύει πως το μερτικό του σ’ αυτά τα βάσανα ήταν τόσο λίγο… τόσο το καλύτερο γι’ αυτήν… κι όσο γι’ αυτόν… το ίδιο του κάνει.
«Ναι, ναι! Καταλαβαίνω: Θα ’χετε οικογενειακές στενοχώριες, ε;» ρώτησε η γριά.
«Κάπου κάπου» απάντησε βαρετά.
«Μα, αφού είστε στη δούλεψη ενός τέτοιου αφέντη, δε θα σας ακολουθούν και στο εργοστάσιο οι στενοχώριες· ε;»
Όχι, όχι. Δεν τον ακολουθούσαν, είπε ο Στέφανος. Όλα εκεί μέσα ήταν εντάξει. Κάθε πράγμα στη θέση του. (Δεν έφτασε ώς το σημείο να πει, για να της κάνει ευχαρίστηση, πως εκεί μέσα βασίλευε ένα είδος θείας δικαιοσύνης ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχω ακούσει ακόμα και τέτοιους μεγαλόπρεπους ισχυρισμούς).
Είχαν φτάσει τώρα στο σκοτεινό πλαϊνό δρόμο που έφερνε στο εργοστάσιο, κι οι εργάτες μαζεύονταν μπουλούκια. Το καμπάνι χτυπούσε, το φίδι βοστρυχωνόταν σε πλήθος κουλούρες, κι οι μηχανές ξεκινούσαν. Η παράξενη εκείνη γριά ένιωσε χαρά ακόμα και με το καμπάνι. Ήταν το ωραιότερο καμπάνι που ’χε ακούσει στη ζωή της, είπε, κι είχε έναν τόσο επιβλητικό ήχο!
Όταν ο Στέφανος στάθηκε με καλοσύνη και της έδωσε το χέρι για να την αποχαιρετήσει, πριν μπει στο εργοστάσιο, τον ρώτησε πόσον καιρό δούλευε εκεί μέσα.
«Δώδεκα χρόνια» αποκρίθηκε εκείνος.
«Πρέπει να φιλήσω το χέρι» του είπε, «που δούλεψε δώδεκα χρόνια σ’ αυτό το ωραίο εργοστάσιο!» Και μόλο που προσπάθησε να την εμποδίσει, του άρπαξε το χέρι και το ’φερε στα χείλη της. Ο Στέφανος δεν ήξερε ποια βαθύτερη εσωτερική αρμονία, εκτός από την ηλικία της και την απλοϊκότητά της, ρύθμιζε τις εκδηλώσεις της μα ακόμα κι αυτό το αλλόκοτο φέρσιμό της είχε κάτι που δεν ήταν εκτός τόπου και χρόνου* κάτι που κανείς άλλος δε θα μπορούσε να του δώσει τόση σοβαρότητα, ή να το εκδηλώσει με τόσο φυσικό και συγκινητικό τόνο.
Είχε μισή ώρα που ύφαινε, έχοντας στο νου του εκείνη τη γριά, όταν, σε μια ευκαιρία που του δόθηκε να σηκωθεί για να ταχτοποιήσει τον αργαλειό του, έριξε μια ματιά από ένα παράθυρο, και την είδε να κοιτάζει ακόμα το πελώριο κτίριο του εργοστασίου, συνεπαρμένη από θαυμασμό. Ξεχνώντας τον καπνό και τη λάσπη και τη βροχή και τα δυο μεγάλα ταξίδια της, στεκόταν εκεί και το κοιτούσε, λες και το βαρύ βουητό, που έβγαινε από τα πολλά του πατώματα, ήταν γι’ αυτήν μια μουσική που την έριχνε σ’ έκσταση.
Εφυγε σε λίγο και πίσω της έφυγε η μέρα. Άναψαν πάλι τα φώτα και  το εξπρές πέρασε σαν αστραπή μπροστά από το παραμυθένιο παλάτι, πάνω απ’ την κοντινή θολωτή γέφυρα. Μόλις το πήραν είδηση μέσα στη χλαπαταγή των μηχανών, κι ούτε τ’ άκουσαν καλά καλά απ’ τη βουή και το θόρυβο. Από πολλή ώρα οι σκέψεις του Στέφανου βρίσκονταν στο σκοτεινό δωμάτιο και στη σιχαμερή μορφή που κείτονταν βαριά πάνω στο κρεβάτι, μα ακόμα πιο βαριά πάνω στην καρδιά του.
Οι μηχανές χαλάρωσαν την ορμή τους· ο κρότος τους έγινε αργός, σαν ένας σφυγμός που σβήνει* σταμάτησαν. Ακούστηκε πάλι το καμπάνι σβήνουν τα δυνατά φώτα κι η θερμοκρασία πέφτει. Τα εργοστάσια διαγράφονται βαριά μέσα στην υγρή και σκοτεινή νύχτα -κι οι ψηλές καμινάδες τους υψώνονται στον αέρα, σαν Πύργοι Βαβέλ, που αντιμάχονται ο ένας τον άλλο.
Μόλις χτες βράδυ, είν’ η αλήθεια, είχε μιλήσει με τη Ραχήλ κι είχε περπατήσει λίγο μαζί της. Μα τον έτρωγε τώρα το καινούριο σαράκι, και κάνεις άλλος δε θα μπορούσε να του δώσει μιας στιγμής ανακούφιση* γι’ αυτό, μα κι επειδή καταλάβαινε πόσο είχε ανάγκη να ξαλαφρώσει από το βάρος της οργής του, πράγμα που μονάχα η δική της φωνή μπορούσε να το πετύχει, σκέφτηκε ν’ αδιαφορήσει για τη σύσταση που του ’χε κάνει να μην την περιμένει πια στο δρόμο. Περίμενε λοιπόν, μα δεν την είδε. Είχε φύγει. Ολόκληρο εκείνο το χρόνο, καμιά άλλη νύχτα δεν του στοίχισε τόσο πολύ σαν αυτή τη νύχτα, που στερήθηκε το ήρεμο και γλυκό της πρόσωπο.
Ω! Καλύτερα να μην έχεις πού να γείρεις το κεφάλι, παρά να ’χεις ένα σπίτι και να φοβάσαι να πας, για έναν τέτοιο λόγο. Έφαγε κι ήπιε γιατί ήταν εξαντλημένος, χωρίς να ξέρει ή να νοιάζεται ούτε τι τρώει ούτε τι πίνει. Υστέρα άρχισε να περπατάει άσκοπα, μέσα στην κρύα βροχή, βυθισμένος σε σκέψεις.
Ποτέ δεν είχε γίνει λόγος μεταξύ τους για ένα νέο γάμο μα η Ραχήλ τον συμπονούσε από πολλά χρόνια, και μονάχα σ’ αυτήν είχε ανοίξει, όλον αυτόν τον καιρό, την κλειστή καρδιά του και της είχε εμπιστευτεί τις στενοχώριες του κι ήξερε καλά πως, αν ήταν ελεύθερος και τη ζητούσε, θα τον παντρευόταν. Σκεφτόταν το σπιτάκι του, όπου θα πήγαινε τώρα, ευχαριστημένος και περήφανος πόσο διαφορετικός άνθρωπος θα ήταν εκείνη τη νύχτα, πόσο ανάλαφρο θα ’ταν το στήθος του, που τώρα τον βάραινε τόσο πολύ πώς θα ξανάβρισκε πάλι την τιμή, τον αυτοσεβασμό και την ηρεμία του, που ’χαν γίνει κομμάτια.
Σκεφτόταν πώς χαραμίστηκαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής του, την αλλαγή που γινόταν στο χαρακτήρα του, ολοένα προς το χειρότερο, τη φριχτή του μοίρα να ’ναι δεμένος χεροπόδαρα με μια γυναίκα νεκρή, και να βασανίζεται από ένα δαίμονα που είχε πάρει τη μορφή της.
Σκεφτόταν τη Ραχήλ, τόσο νέα τότε που πρωτογνωρίστηκαν, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, τόσο ώριμη τώρα, και που γρήγορα θ’ άρχιζε να γερνάει. Σκεφτόταν πόσα κορίτσια και πόσες γυναίκες είχε δει να παντρεύονται, πόσα σπιτικά με παιδιά να θεμελιώνονται γύρω της, πώς ακολουθούσε ευχαριστημένη το μοναχικό και ήρεμο δρόμο της -για χάρη του- και πως έβλεπε πότε πότε μια σκιά μελαγχολίας στο αγαπημένο της πρόσωπο, που του ’φερνε απελπισία και τύψεις.
Έβαλε την εικόνα της πλάι στο απαίσιο θέαμα της περασμένης νύχτας· και σκεφτόταν αν ήταν ποτέ δυνατόν, ολόκληρη η επίγεια ζωή ενός πλάσματος τόσο ευγενικού, καλού και γεμάτου αυταπάρνηση, να θυσιάζεται εξαιτίας αυτού του κτήνους.
Γεμάτος με τούτες τις σκέψεις -τόσο γεμάτος, που ’χε την αφύσικη αίσθηση πως είχε χοντρύνει, πως έβλεπε τα αντικείμενα γύρω του να παίρνουν καινούρια παράξενα σχήματα, πως έβλεπε τον πολύχρωμο κύκλο γύρω από κάθε θαμπό φανάρι να γίνεται κόκκινος- γύρισε σπίτι του για να βρει στέγη.

***

Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens) – Δύσκολα χρόνια
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com


Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ...ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ...ΣΚΕΨΕΙΣ..."12 ΣΚΙΤΣΑ ΜΕ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΒΑΛΟΥΝ ΣΕ ΣΚΕΨΕΙΣ..."

12 σκίτσα με μηνύματα που θα σας βάλουν σε σκέψεις


Ο καλλιτέχνης δρόμου Dran, γεννημένος στην Τουλούζη το 1979, χαρακτηρίζεται συχνά και ο Γάλλος Banksy. Αυτοί οι δύο καλλιτέχνες μοιράζονται μια κριτική άποψη για την κοινωνία, με δυνατά σκίτσα και δεν φοβούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους δημοσίως.
Ο Dran δημιουργεί κυρίως έργα ζωγραφικής, σχεδιάζει και και κάνει γκράφιτι σε όλη τη Γαλλία. Με ‘όχημα’ την τέχνη του, προσπαθεί να μιλήσει για σημαντικά τρέχοντα ζητήματα όπως η εξουσία, η σεξουαλική παρενόχληση, ο εθισμός στο διαδίκτυο, τα μέσα ενημέρωσης και πολλά άλλα.
Δείτε μερικά από τα σκίτσα του:
_______________________
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Χ. ΤΣΟΛΑΚΗΣ - "ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΖΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ"..."Μέσα στις φόρμες των λέξεων γεννιούνται οι σκέψεις. Όπως τα ρεύματα των υδάτων κινούνται στην κοίτη του ποταμού και, αν δεν υπάρχει αυτή, σκορπίζουν και χάνονται, έτσι και οι σκέψεις κινούνται στην κοίτη της γλώσσας και χάνονται, όταν χάνεται εκείνη. Από την ώρα που ο άνθρωπος αποκτά τις λέξεις, η κοίτη της σκέψης του γίνεται λεκτική. Η σκέψη χωρίς τη γλώσσα είναι βουβή, αλλά και η γλώσσα χωρίς τη σκέψη γίνεται κραυγή..."

Χ. Τσολάκης – Με τις λέξεις ο ανθρώπινος εγκέφαλος αιχμαλωτίζει το σύμπαν


Με τις λέξεις ο ανθρώπινος εγκέφαλος αιχμαλωτίζει το σύμπαν. Μέσα στις φόρμες των λέξεων γεννιούνται οι σκέψεις. Όπως τα ρεύματα των υδάτων κινούνται στην κοίτη του ποταμού και, αν δεν υπάρχει αυτή, σκορπίζουν και χάνονται, έτσι και οι σκέψεις κινούνται στην κοίτη της γλώσσας και χάνονται, όταν χάνεται εκείνη. Από την ώρα που ο άνθρωπος αποκτά τις λέξεις, η κοίτη της σκέψης του γίνεται λεκτική. Η σκέψη χωρίς τη γλώσσα είναι βουβή, αλλά και η γλώσσα χωρίς τη σκέψη γίνεται κραυγή.
Με τον μικρόκοσμο των λέξεων ελευθερώνεται και φτάνει στο φωναχτό αγέρι της ζωής ο μέγας κόσμος της ανθρώπινης συνείδησης και του ανθρώπινου μόχθου. Οι λέξεις, «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας» του Ελύτη, είναι αυτές που σηματοδοτούν τα όρια του κόσμου. Τα όρια του λόγου μου, είπαν, σηματοδοτούν τα όρια του κόσμου μου. Το παιδί κάνει τη μεγαλύτερη ανακάλυψη της ζωής του, όταν συνειδητοποιεί ότι τα πράγματα έχουν ονόματα.
Συνείδηση, επομένως, της γλώσσας σημαίνει συνείδηση της σκέψης. Συνείδηση της απεραντοσύνης της γλώσσας σημαίνει συνείδηση της απεραντοσύνης της σκέψης. Γι’ αυτό και οι γλώσσες βρίσκονται στα μπόγια των λαών. Ψηλώνουν με το ψήλωμα και συρρικνώνονται με τη συρρίκνωση των σκέψεων και των πολιτισμών των ανθρώπων. Δεν είναι δυνατόν οι πολιτισμοί και οι σκέψεις να προάγονται και οι γλώσσες να φθίνουν. Αυτό και το αντίστροφό του αποκλείονται. Στην τεχνολογία οι λαοί, στην τεχνολογία και οι γλώσσες. Στην ποίηση οι λαοί, στην ποίηση και οι γλώσσες. Άλλες γλώσσες απαιτούσαν οι αρχαίοι πολιτισμοί —πρώτος και καλύτερος ο αρχαιοελληνικός— και άλλες (συνθηματικές και τυπικές) απαιτούν οι σύγχρονοι. «Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» επαναλαμβάνει διαρκώς η γλώσσα στη γλωσσική κοινότητα που τη μιλάει.
Μένει κανείς ενεός μπροστά στον κινητικό χαραχτήρα του λόγου. Στο εσωτερικό της λέξης, σαν σε ένα μικρό λεξικό σύμπαν, διαγράφουν με θαυμαστή διακριτικότητα τις τροχιές τους γύρω από το κυρίαρχο νοηματικό κέντρο τα ετερώνυμα φορτία των μικρότερων σημασιολογικών μονάδων, απαράλλαχτα όπως στον αστρικό μέγα κόσμο του ηλιακού συστήματος διαγράφουν με θαυμαστή ακρίβεια τις τροχιές τους γύρω από τον ήλιο οι πλανήτες, και όπως στον μικρόκοσμο του ατόμου διαγράφουν τις δικές τους τροχιές γύρω από τον πυρήνα τα ηλεκτρόνια.
Κίνηση και αγώνας… Και όμως κανείς, ούτε και ο πιο γυμνασμένος νους δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί-τη σχεσιοδυναμική αυτών των αγωνιστικών κινήσεων. Παραμένουν αθέατες. Τις έχει ευλογήσει η σοφία και η αρμονία της δημιουργίας: «ἁρμονίη ἀφανής φανερῆς κρείττων» (Ηράκλειτος).
Και, βέβαια, δεν είναι μόνον η λέξη. Την αγωνιστική, την αγωγική δηλαδή κίνηση του λόγου, την ανιχνεύουμε σε κάθε γλωσσική μονάδα. Κοιτάξτε με το φακό αυτής της σχεσιοδυναμικής των στοιχείων του λόγου την πρόταση:

Το χάσμα γέμισε άνθη.
Σύγκειται από δύο άμεσα συστατικά (την Ονοματική Φράση Το χάσμα, και τη Ρηματική Φράση γέμισε άνθη) τα οποία βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λογικής δημιουργίας. Το πρώτο θέτει/ονομάζει κάτι, Το χάσμα, και το δεύτερο το σχολιάζει. Συνεπώς η πρόταση έχει δομηθεί από το θέμα και από το σχόλιό του. Υπάρχει μια αγωνιστική λογική σ’ αυτήν την πρόταση που κατοπτρίζει τη λογική του νου. Πρώτα ονομάζει κάτι και ύστερα το συζητάει. Πρόταση λόγου και ανθρώπινη σκέψη διακρίνονται από την ίδια δομική λογική. Ο λόγος χτίζεται κατ’ εικόνα και ομοίωσιν της σκέψης. Είχε άδικο ο Πλάτων που θεωρούσε τη σκέψη εσωτερικευμένη γλώσσα, τη δε γλώσσα εξωτερικευμένη σκέψη; ή ο αρχαίος λόγος που ονόμαζε τη γλώσσα σκέψη της σκέψης; «Γλώσσα νόησις νοήσεως».
Η οριζόντια αυτή κίνηση των γλωσσικών στοιχείων διέπεται από τέτοιες και τόσες αγωνιστικές δυναμικές, ώστε να μπορεί να αυξάνει επ’ άπειρον τη ροή του λόγου. Παρατηρείται στο λόγο ό,τι και στα μαθηματικά. Η ίδια δημιουργική ικανότητα, που παράγει τη γλώσσα, παράγει και τα μαθηματικά, που είναι και αυτά γλώσσα μέσα στην ευρύτερη γλώσσα. Η παγκόσμια γλώσσα των κρυστάλλινων γλωσσικών συμβόλων.
Και η κίνηση συνεχίζεται. Αντίθετη προς την οριζόντια κίνηση του λόγου είναι η κάθετη κίνησή του, η οποία έχει τη δυνατότητα να αντικαθιστά και να πολλαπλασιάζει, προς το άπειρον επίσης, τα γλωσσικά στοιχεία της οριζόντιας κίνησης. Την πρόταση π.χ.
Το χάσμα γέμισε άνθη
μπορούμε να την πολλαπλασιάσουμε κάθετα προς το άπειρον αντικαθιστώντας καθέναν από τους όρους που την αποτελούν με άλλους. Έτσι θα έχουμε τα σχήματα:
Το χάσμα                             άνθη
Το σπίτι                              κόσμο
Ο κήπος                               πουλιά
Το σχολείο                          χαρά
Η γειτονιά   γέμισε          ήλιο
Το χωριό                               φως
Το πάρκο                             φωνές
Το γήπεδο                           τραγούδια
κλπ.                       κλπ.
Διαπιστώνουμε έτσι ότι καθένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την πρόταση καλεί, προκαλεί, ανακαλεί και συγκαλεί τα όμοιά του ή τα αντίθετά του.
Οριζόντια, λοιπόν, κίνηση του λόγου και κάθετη συγκροτούν μηχανισμό ο οποίος πολλαπλασιάζει τη γλώσσα προς το άπειρον και έχει τη δυνατότητα να καλύπτει «ες αεί» το φάσμα της σύνολης ζωής. Οι φυσικές γλώσσες είναι απέραντες, πολυδύναμες, πρωτεϊκές, γιατί είναι ζυμωμένες με τα συστατικά του πνεύματος και της ζωής. Είναι, συνεπώς, αφελής, τουλάχιστον, η .άποψη ότι μια φυσική γλώσσα διακρίνεται από γλωσσική πενία. Η γλωσσική πενία ή λεξιπενία απαντάται μόνο σε άτομα.
Μια φυσική γλώσσα με τον πεπερασμένον αριθμό των γλωσσικών της στοιχείων και των γλωσσικών νόμων που τα διέπουν θα μπορούσε να παραγάγει τόσες γλωσσικές μορφές, όσες χρειάζεται μια κοινότητα γλωσσική για να εκφραστεί. Αυτό είναι, νομίζω, και το βαθύτερο νόημα των λόγων του Σολωμού:
«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού σου και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την».
Και δεν γίνεται, βέβαια, να την κυριέψεις χωρίς αγώνα. Με τον αγώνα φτάνει ο ομιλητής στη συνείδηση του λόγου.
Στη χώρα μας, όμως, ο αγώνας του λόγου συχνά νοθεύτηκε και εσίγησε ο λόγος της ελευθερίας.Το ελληνικό σχολείο δεκαετίες ασφυκτιούσε κάτω από τη βαριά σκιά του σχολαστικισμού και της προγονοπληξίας, ανίκανο, θα πει ο Δημοσθένης Δανιηλίδης, ν’ αποδώσει άλλο από έναν ρηχό εγκεφαλισμό και έναν άγονο ρητορισμό. Στάθηκε ακατάλληλο να μορφώνει μυαλά και να τα κατευθύνει θετικά. Έτσι αφέθηκε, και είναι αφημένη, η νεοελληνική διανοητικότητα στην τύχη, εκτεθειμένη στη ροή των εκάστοτε δημιουργούμενων πολιακών, κοινωνικών και άλλων συνθηκών, με αποτέλεσμα να εκφυλιστεί, ή να εξελιχθεί σε τυχοδιωκτισμό και ερασιτεχνισμό, σε τετραπερατοσύνη και δολιότητα.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες καθολικής διγλωσσίας ο αγώνας του λόγου νοθεύτηκε και εσίγησε ο λόγος της ελευθερίας. Τη θέση του την πήρε ο λόγος της υποκρισίας. Ιδού ένα δείγμα του:
Του ατέρμονος κόσμου αι κυανοί στιβάδες, του διφρηλατούντος Φοίβου αι ιλαραί ακτίνες, των ουρανίων αψίδων τα σελασφόρα και μαρμαίροντα κοσμήματα, των ποντίάδων αυρών τα εύστροφα άλματα, των ποικιλοχρόων ανθέων τα αρώματα, και των καλλιφώνων μελωδών του ουρανού τα άσματα μαλάσσουσι το σκληρόν και αύθαδες της φύσεως, δημιουργούσι και περικοσμούσι την ευκρασίαν των ωρών του ενιαυτού και αναδεικνύουσι την χώραν του Ολυμπου και του Ταϋγέτου, του Παρνασσού και της Ίδης, της Ιωνίας και των νήσων, αναδεικνύουσι, λέγομεν, ενδιαίτημα λαού έχοντος ευγενή την καρδίαν και πράον το ήθος.
Πρόκειται για λόγο που δεν στοιχεί σε καμιά πραγματικότητα ούτε αρχαιοελληνική ούτε νεοελληνική. Οι λέξεις έχουν χάσει την εσωτερική τους ζωή και είναι νεκρές. Γι’ αυτό και «μυρίζουν άσχημα σαν μέλισσες σε άδειο πανέρι», όπως λέει ο ποιητής. Δεν πρόκειται για δημοτική ή καθαρεύουσα. Δεν βρίσκεται εκεί το πρόβλημα. Πρόκειται για αληθινό ή υποκριτικό λόγο. Δηλαδή για ζωντανό ή νεκρό λόγο. Κι αυτός ο λόγος είναι νεκρός.
Ακούστε τώρα και το λόγο του Μακρυγιάννη. Στον άλλο κόσμο ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος συναντά τον Μεγάλο Ναπολέοντα και θυμούνται μαζί τον επάνω κόσμο. Θυμούνται και τους Έλληνες:
Πάμε, Ναπολέων, να ιδούμε τους παλιούς τους Έλληνες, λέει ο Αλέξανδρος, εις το μέρος όπου κατοικούνε, να βρούμε τον γερο-Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Θεμιστοκλή, τον λεβέντη Λεωνίδα και να τους ειπούμεν τις χαροποιός είδησες, ότι αναστήθηκαν οι απόγονοί τους οπού ήταν χαμένοι και σβησμένοι από τον κατάλογο της ανθρωπότης. Αυτήν οι  αγαθοί και οι δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, οι γενναίοι περασπισταί της λευτεριάς, με πατριωτισμόν, με καθαρή αντρεία, μ ’ αρετή κι όχι δόλον κι απάτη επλούτυναν την ανθρωπότη απο αυτά· κι αν ήταν αυτήν οι φτωχοί εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι πολύ εις τα ιστορικά τον κόσμον. Δι ’ αυτούς ήταν τα τούς αγώνες της αρετής. Δια τούτο θέλησε ο Θεός ο δίκιος και ανάστησε και τους απογόνους τους, όπου ήταν χαμένη τόσους αιώνες οι πατρίδα τους. […].
Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίγοι τους δυστυχείς Έλληνες. Εις τις, πρώτες χρονιές εφόδιαζαν τα κάστρα των Τούρκων τους κατάτρεχαν και τους κατατρέχουν ολοένα δια να μην υπάρξουν. Η Αγγλία τους θέλει να τους κάμη Άγγλους με την δικαιοσύνην την αγγλική, καθώς οι Μαλτέζοι ξυπόλυτους και νηστικούς, οι Γάλλοι Γάλλους, οι Ρούσοι Ρούσους κι ο Μετερνίκ της Αούστριας Αουστριακούς —κι όποιος τους φάγη από τους τέσσερους. Και τους λευτερώνουν χειρότερα κι από τους Τούρκους. Και οι τέσσεροι καλά φρονούν, όμως να ιδούμεν τι λέγει κι αυτός ο μάστορης ο γερο-Θεός.
Ύστερα από τέτοιο λόγο, καλό είναι να σωπαίνει κανείς. Είναι και η σιωπή γλώσσα. Σχολιάζει η φωνή της σιωπής ευγλωττότερα από το λόγο της φωνής. «Είναι ο αγράμματος γενναίος Μακρυγιάννης, που μιλάει, πώποτε μη αναγνώσας». Συλλαβίζεις στη γαλήνη του λόγου του το λόγο της ψυχής του, τον επίμονο αγώνα του να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του και τη δίκαιη συνείδηση του γένους του.
«Μοιάζει, λέει ο Σεφέρης, αυτός ο ζωγραφισμένος λόγος σαν κάτι παλιούς τοίχους που, κοιτάζοντάς τους, θαρρείς πως συλλαβίζεις την κάθε κίνηση του χτίστη, που συναρμολόγησε την αμέσως επόμενη πέτρα με την προηγούμενη, την αμέσως επόμενη προσπάθεια με την προηγούμενη, αποτυπώνοντας πάνω στην τελειωμένη οικοδομή τις περιπέτειες μιας αδιάσπαστης ανθρώπινης ενέργειας».
Τις περιπέτειες του αγώνα του λόγου, που ζωγραφίζονται στο λόγο της ελευθερίας. Αυτή είναι η δύναμη του λόγου του Μακρυγιάννη: η ελεύθερη φωνή χωρίς κουδουνίσματα και κορδακισμούς.
«Δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν έδωσε στο Μακρυγιάννη τα μέσα να μάθει γράμματα, συνεχίζει ο Σεφέρης. Πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, αφού την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι “τροπαιούχοι του άδειου λόγου».
Και η μόρφωση, η παιδεία του Μακρυγιάννη, βρίσκεται στις ρίζες της γλώσσας του ελληνισμού, αναπαλλοτρίωτη περιουσία μιας φυλής.
Παιδεία και πολιτισμός μέσα από τη γλώσσα παραδίδονται από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία. Κατατρεγμένη αλλά πάντα ζωντανή η γλώσσα, αγνοημένη αλλά πάντα παρούσα είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση ακριβώς αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα 1821.
Έπιασε, βλέπετε, βαθιά, και γι’ αυτό κρατιέται πάντα χλωρή, η ρίζα αυτής της γλώσσας. Και δίνει πότε τον Όμηρο, πότε τον Ερωτόκριτο, πότε τον Μακρυγιάννη, πότε το δημοτικό τραγούδι, το παραμύθι, τους μύθους, τους θρύλους, τις παραδόσεις της φυλής. Είναι όλοι τους κλώνοι του ίδιου δέντρου. Θυμάται κανείς, λέει ο εθνικός ποιητής, κάτι πεισματάρικα φυτά, που όταν ριζώνουν για καλά, παλεύουν το χώμα γκρεμίζοντας φράχτες, θραύοντας ταφόπετρες, ανοίγοντας δρόμους. Είναι γιατί ζητούν το φως. Έτσι και ο λόγος ο ελληνικός. Έχοντας από μέσα του δύναμη, —βυθίζεται πολύ βαθιά, βλέπετε, σε καρπερή γη— παλεύει να βγει στο φως της ελευθερίας, για να δέσουν μαζί στο αγλαότερο κάρπισμά τους τον πιο σπάνιο καρπό τους: το λόγο της ελευθερίας.
Κορυφαία στιγμή του αγώνα που πραγματώνει ο λόγος είναι η ποίηση. Στον ποιητικό λόγο οι δυναμικές της λέξης φτάνουν στην πιο υψηλή τους ένταση, γι’ αυτό και κατακτούν τον υψηλότερο δείκτη ελευθερίας. Την ποιητική λέξη, θα μας πει ο Κακριδής, «τη δυναστεύει ένας ακαταμάχητος πόθος ελευθερίας». Προς την ελευθερία της, όμως, υψώνεται η λέξη μέσα από τη σύγκρουση, μέσα από φυγόκεντρες και κεντρομόλες δυνάμεις, μέσα από τις δυνάμεις που αποζητούν την έκφραση και τις αντίμαχές τους που σηκώνουν τους φραγμούς. Ένας παράδοξος αγώνας στον οποίο τελικά δεν πρέπει να νικήσουν ούτε αυτές οι δυνάμεις ούτε εκείνες.
Μια τέτοια νίκη θα κυλήσει στην καταστροφή. Είναι ανάγκη να νικήσει ο λόγος. Πρέπει δηλαδή  ο λόγος, μέσα από την σύγκρουση των αντινομικών συστατικών που την συγκροτούν, να λαγαρίσει και να υψωθεί κάθετα πάνω και πέρα από τις συμβατικότητες της καθημερινής γλώσσας. Το έπαθλο είναι τότε η διπλή ελευθερία: η δοτή του ελευθερία, αφού θραύει τους φραγμούς που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του, και η ελευθερία του ανθρώπου-  αφού απεγκλωβίζεται από τη μόνωσή του και συναντά τον συνάνθρωπου του, για να υπάρξουν μαζί μέσα από την επικοινωνία τους και τη δημιουργία τους.
Γι αυτό και η ελευθερία του λόγου οδηγεί  στη δημιουργία του λόγου. Αυτό σημαίνει πως ο αγώνας για την απελευθέρωση του λόγου οδηγεί στο λόγο της ελευθερίας που είναι  η δημιουργία και η ευτυχία; Το εύδαιμον το ελεύθερον. Γιατί ο λόγος της ελευθερίας είναι ο λόγος που χτίζεται από την αρχή και  μαζί χτίζει από την αρχή τον κόσμο.
«Κοιτάξτε τα χείλη μου, λέει ο Ελύτης, από αυτά εξαρτάται ο κόσμος».
Και ο Σεφέρης:
«Στερνός σκοπός τον ποιητή, λέει, δεν είναι να περιγράφει τον κόσμο, αλλά να τον δημιουργεί ονομάζοντάς τον».
Και ο Emil Benveniste:
«Κάθε φορά που ο λόγος ξετυλίγει ένα γεγονός, κάθε φορά ο κόσμος ξαναρχίζει. Καμιά δύναμη δε θα φτάσει ποτέ αυτή τον λόγου, που δημιουργεί τόσο πολλά με τόσο λίγο».
Ύψιστη στιγμή αυτής της δήμιο αργίας είναι εξάπαντος ο ποιητικός λόγος. Η γλώσσα, τότε, αφήνει τον πεζό της βηματισμό και πιάνει τον ποιητικό χορό, για να χορέψει την ελευθερία της και την ευτυχία της. Άλλωστε ο χορός, όπως και κάθε τέχνη, είναι απελευθέρωση. Τότε η λέξη γοητεύει, και ας γυρίζει η ίδια και η ίδια. Και ας μην είναι φανταχτερή και φουντωτή. Δε σταματάς στο τριμμένο της ένδυμα. Είναι η νέα της κίνηση που σε ξαφνιάζει. Ελεύθερη από τους γήινους δεσμούς λυγάει σαν τη χορεύτρια στους ρυθμούς της νέας κάθε φοράς χορογραφίας. Την έχει αγγίξει η χάρις της ελευθερίας κι αυτήν όπως τον αγωνιστή.
Χρίστος Τσολάκης “Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική”
Αντικλείδι , http://antikleidi.com


Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

KARL JUNG..."ΤΟ ΕΞΩ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, ΤΟ ΜΕΣΑ Η ΜΗΤΕΡΑ" ..."Για να κατανοήσουμε την προστατευτική ενέργεια των δύο γονέων, ας χρησιμοποιήσουμε την αναλογία της φωλιάς των πουλιών. Η Φωλιά των πουλιών αποτελείται από δύο μέρη....Το εσωτερικό στρώμα είναι πιο μαλακό, από πούπουλα κι άλλα μαλακά υλικά. Είναι το Μητρικό Πλαίσιο..."

Το έξω είναι ο πατέρας, το μέσα η μητέρα – Jung


Για να κατανοήσουμε την προστατευτική ενέργεια των δύο γονέων, ας χρησιμοποιήσουμε την αναλογία της φωλιάς των πουλιών.
Η φωλιά των πουλιών αποτελείται από δύο μέρη:
-Το έξω στρώμα είναι σκληρό, συμπαγές, δομημένο από πιο σκληρά υλικά, κομμάτια ξύλο, πετρούλες, λάσπη κλπ., που αποτελούν ένα συγκεκριμένο οικοδόμημα που επιτρέπει στη φωλιά να αντέχει στις καιρικές συνθήκες, να είναι στερεή και ασφαλής. Μηχανισμός που φέρνει δομή στο αδόμητο.
-Το εσωτερικό στρώμα είναι πιο μαλακό, φτιαγμένο από πούπουλα κι άλλα μαλακά υλικά. Είναι το μητρικό πλαίσιο.
Το έξω είναι ο πατέρας, το μέσα η μητέρα.
Ένα παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται μέσα στη μήτρα της μητέρας και εκεί προστατεύεται από τις απαιτήσεις και ιδιαιτερότητες του έξω κόσμου. Μετά τη γέννα, μέχρι να αυτονομηθεί το παιδί χρειάζεται ακόμα την προστασία της μητέρας.
Εδώ έρχεται ο πατέρας, μέσα από την καλή σχέση μεταξύ τους, να βοηθήσει το παιδί να χαλαρώσει τους δεσμούς του με την μητέρα και να αρχίσει τα δικά του βήματα στον κόσμο, να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και να αυτονομηθεί από την μητέρα. Υπό την προστασία του πατέρα το παιδί εξερευνά τον έξω κόσμο, έτσι ώστε να μην παλινδρομήσει στην ενδομήτρια εμπειρία. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙ ΣΤΟΝ ΓΙΟ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ. Ανεξάρτητα από το φύλο του παιδιού, ο πατέρας στην αρχή της ζωής του παιδιού, είναι η πηγή της προστασίας από τις δυνάμεις της παλινδρόμησης. Βοηθά να δομήσει το παιδί τα όριά του, την ταυτότητά του, λύνοντας το συμβιωτικό στάδιο με την μητέρα, να έχει αίσθηση του εαυτού του, να λέει ναι ή όχι, τόσο στον έξω κόσμο, όσο και στον κόσμο των ενστίκτων και των επιθυμιών.
Η αρσενική αρχή είναι αυτή που βοηθά τον άνθρωπο να εδραιώσει τα όριά του, να βρεί την ταυτότητά του και αυτή η αρσενική δύναμη επίσης, (animus), φέρει τη θηλυκή αρχή έξω στον κόσμο, για να εκφραστεί. Ο γάμος αυτών των δύο αρχών επιφέρει την ισορροπία και την αρμονία.
Ο πατέρας δημιουργεί ένα ασφαλές μέρος για το παιδί που έχει γεννηθεί, στη θέση της ασφάλειας που το παιδί βίωνε στην μήτρα. Μεγαλώνοντας  το παιδί, το βοηθά να διαπραγματευθεί με τον έξω κόσμο και να δομήσει την δική του Persona.

Η δημιουργία της Persona γίνεται σιγά σιγά από τα υλικά των γονεϊκών αξιών. Το πρώτο πρότυπο της διαμόρφωσης του εγώ είναι να συμπεριφερθώ με τον τρόπο που προσδοκούν οι γονείς μου.
Έτσι, η πρώτη persona, είναι οι συλλογικοί πολιτιστικοί κώδικες συμπεριφοράς και κρίσεων αξιών που εκφράζονται και μεταδίδονται από τους γονείς. 
Στην πορεία της φυσιολογικής ψυχολογικής ανάπτυξης, πρέπει να υπάρξει μια διαφοροποίηση ανάμεσα στο εγώ και στην persona. Το παιδί χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ποιο είναι ξέχωρα από τις εξωτερικές συλλογικές απαιτήσεις της κοινωνίας. Να γίνει ένα άτομο που έχει τις δικές του ιδέες και τον δικό του κώδικα συμπεριφοράς και ταυτόχρονα να ζει στον κόσμο και να προσαρμόζεται στις συλλογικές νόρμες. Αν δεν επιτευχθεί κάτι τέτοιο, εμφανίζεται ένα ψευδο-εγώ και ο άνθρωπος ταυτίζεται με τον ρόλο του.
Η persona δεν πρέπει να είναι υπερβολικά άκαμπτη ή λαμπρή γιατί αυτή η υπερβολή θα οδηγήσει στην δημιουργία μιας πιο σκοτεινής σκιάς.
Αν λοιπόν είμαστε μόνο persona, τότε δεν είμαστε γνήσιοι, γιατί δεν έχουμε επαφή με τον εσωτερικό, πραγματικό εαυτό μας. “Ο άνθρωπος -persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την εσωτερική του πραγματικότητα, ακριβώς όπως ο άνθρωπος που δεν έχει καθόλου persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την πραγματικότητα του κόσμου.”
_______________________
   Πηγή: renakomninou.blogspot.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com


Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: ΖΩΝΤΑΣ ΣΚΟΠΙΜΑ "Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν κινούμαστε σπρωγμένοι από ένα χτύπημα, από κάποια δυνατή πίεση, κάποιον εξαναγκασμό. Στην περίπτωση αυτή, η ύλη ολόκληρου του σώματός μας κινείται παρά τη θέλησή μας, ώσπου η θέλησή μας καταφέρνει να το αναχαιτίσει. Δεν βλέπεις πως, ακόμα κι αν κάποιες εξωτερικές δυνάμεις μπορούν να μας κινούν και να μας σέρνουνε, και συχνά προχωρούμε με το ζόρι, μες στο στήθος μας, πάντα κάτι απομένει πού 'χει τη δύναμη να αντιμάχεται και να αντιστέκεται; Αυτό είναι που ελέγχει την ύλη των σωμάτων μας..."

Επίκουρος – Ζώντας σκόπιμα


Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν κινούμαστε σπρωγμένοι από ένα χτύπημα, από κάποια δυνατή πίεση, κάποιον εξαναγκασμό. Στην περίπτωση αυτή, η ύλη ολόκληρου του σώματός μας κινείται παρά τη θέλησή μας, ώσπου η θέλησή μας καταφέρνει να το αναχαιτίσει. Δεν βλέπεις πως, ακόμα κι αν κάποιες εξωτερικές δυνάμεις μπορούν να μας κινούν και να μας σέρνουνε, και συχνά προχωρούμε με το ζόρι, μες στο στήθος μας, πάντα κάτι απομένει που ’χει τη δύναμη να αντιμάχεται και να αντιστέκεται; Αυτό είναι που ελέγχει την ύλη των σωμάτων μας…
Λουκρήτιος, Για τη φύση των πραγμάτων 
Το παραπάνω απόσπασμα του Λουκρήτιου εγείρει μια νέα πρόκληση που θα πρέπει να συλλογιστούμε: τα όρια της βούλησης. Ελεύθερη βούληση, στο κάτω-κάτω, δεν σημαίνει παντοδυναμία. Μπορεί μάλιστα και ν’ αποθαρρυνθούμε αν αναλογιστούμε πώς, άραγε, μπορεί η δύναμη της βούλησής μας ν’ αναμετρηθεί μ’ όλες μαζί τις δυνάμεις του σύμπαντος! Έτσι, υπάρχουν κι εκείνοι που θα υποστήριζαν ότι η αυτόβουλη δράση, αν και πιθανή, εντούτοις δεν είναι τόσο ισχυρή ώστε να προκαλέσει αξιόλογες αλλαγές. Και ισχυρίζονται πως οι άνθρωποι είναι πλάσματα της συνήθειας, που περισσότερο ντύνουν με λογική εξήγηση τις πράξεις τους παρά δρουν ορθολογικά.
Κι όμως, αν αναλογιστούμε το πώς μπορεί ο νους να εκμεταλλεύεται την ατομική απροσδιοριστία —τις ενεργειακές εκείνες διακυμάνσεις, τις τόσο μικρές που ξεφεύγουν από κάθε μέτρηση-, ενισχύοντάς την αρκετές φορές, έτσι ώστε να μπορεί να οδηγεί ένα ανθρώπινο σώμα που ζυγίζει πενήντα ή εκατό κιλά προς κάθε επιθυμητή κατεύθυνση, θα έχουμε βρει το κλειδί. Μια μικρή σκουντιά μπορεί να πετύχει πολλά μέσα στο σύμπαν μας, όταν δίνεται εκεί που πρέπει. Είναι πια ευρύτατα αποδεκτή από τους σημερινούς επιστήμονες η ιδέα πως οι μελλοντικές εξελίξεις βρίσκονται σε «ευαίσθητη εξάρτηση από αρχικές συνθήκες»Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή της Θεωρίας του Χάους!‘ Όμως το νόημά της ούτε καινούργιο είναι, ούτε δύσκολο να συλληφθεί’ η ουσία της περιγράφεται πολύ γλαφυρά σε κείνη τη λαϊκή παροιμία του 15ου αιώνα, που λέει:
Για ένα καρφί χάθηκε το πέταλο
Για ένα πέταλο χάθηκε το άλογο
Για ένα άλογο χάθηκε ο καβαλάρης
Για έναν καβαλάρη χάθηκε η μάχη
Για μία μάχη χάθηκε το βασίλειο.
Η δύναμη της ελεύθερης βούλησης μοιάζει μ’ εκείνο το παροιμιώδες καρφί μέσα στο βασίλειο. Χρησιμοποιείστε την, και θα σας είναι δυνατό να διασφαλίσετε το μέλλον. Πάψετε να τη χρησιμοποιείτε, και όλα θα πηγαίνουν κατά διαόλου. Έστω και αν οι περισσότερες πράξεις ή παραλείψεις μας γίνονται από συνήθεια μάλλον παρά συνειδητή επιλογή, οι ίδιες οι συνήθειες εγκαινιάσθηκαν αρχικά με την επιλογή, και μπορούν να αλλάξουν τελικά με την επιλογή. Όσο πιο υπεύθυνα αποτιμούμε και προσαρμόζουμε τις συνήθειές μας, τόσο περισσότερο η πορεία της ζωής μας θα ευθυγραμμίζεται με τους υψηλότερους σκοπούς μας. Μόνο χειραγωγώντας αυτές τις ευαίσθητες θέσεις-κλειδιά, θα σύρουμε τη σκοπιμότητα από το κβαντικό βασίλειο της σκέψης στον ευρύτερο κόσμο της δράσης.
Τα πάθη από μόνα τους, καθώς λειτουργούν με παραμέτρους που έχουν τεθεί από την άσκοπη πορεία της εξέλιξης, απειλούν βέβαια να μας παρασύρουν μακριά από την σκόπιμη πορεία που χαράζει η συνειδητή πρόθεση. Αλλά τα κεντρίσματα των παθών, όπως κι η δύναμη της βούλησης, δεν είναι παντοδύναμα. Στην πραγματικότητα, και οι δυο δυνάμεις μπορούν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με ποικίλους βαθμούς έντασης, και να γεννούν ποικίλα αποτελέσματα.
Ένα ανερμάτιστο πνεύμα μπορεί να παρασύρεται απ’ το πάθος σαν φύλλο που στροβιλίζεται στο παραμικρό αεράκι κι ένα πεισματάρικο πνεύμα, όμοια με βράχο, δεν εγκαταλείπει το έδαφος του ακόμη και στην πιο άγρια θύελλα. Ωστόσο, το πνεύμα που ακολουθεί ένα σκοπό μοιάζει περισσότερο μ’ ένα ιστιοφόρο που προσαρμόζεται δυναμικά στις καταστάσεις, αντλώντας το μεγαλύτερο όφελος κάθε φορά: μπορεί να υψώνει πανιά και ν’ αρμενίζει όταν οι άνεμοι του πάθους φυσούν προς μια ευνοϊκή κατεύθυνση, ή να ρίχνει άγκυρα όταν οι άνεμοι δεν είναι καθόλου ευνοϊκοί.

Κάπου στο ενδιάμεσο, μεταξύ της αιτιοκρατίας που υποστηρίζει πως ο άνεμος είναι ο αδιαμφισβήτητος υποκινητής κάθε συμπεριφοράς, και του υπαρξισμού που διαβεβαιώνει πως ο άνεμος πνέει όπου θέλουμε εμείς, βρίσκεται τούτη η αλήθεια: πως αυτεξούσιο και πάθος συνυπάρχουν. Δεν υπηρετούμε τα συμφέροντά μας αν αρνηθούμε απερίσκεπτα το πρώτο ή το δεύτερο. Μόνο κατευθύνοντας τα πάθη μας μέσω της βούλησης μπορούμε κάποτε να ελπίσουμε πως θα αρμενίσουμε μες στις προκλήσεις της ζωής με κάποια επιτυχία.
Έτσι λοιπόν, έχοντας αναγνωρίσει πως η ικανότητα της ελεύθερης βούλησης είναι και υπαρκτή και αποτελεσματική, μπορούμε τώρα να κρίνουμε τη στρατηγική του Επίκουρου, με την απαραίτητη εμπιστοσύνη στην ικανότητά μας να τη χρησιμοποιήσουμε -αν επιλέξουμε να τη χρησιμοποιήσουμε!
Για τον Επικούρειο, το κυνήγι της ευτυχίας είναι ένα μεστό σε αλληλεπιδράσεις ταξίδι προσωπικής ανακάλυψης, κι όχι μια χαλκέντερη πειθαρχία σε κάποια εξωτερική αυθεντία. Η ηθική διδασκαλία του Επικουρισμού δεν κατέρχεται υπό μορφή θεϊκών εντολών χαραγμένων σε λίθινες πλάκες. Το μήνυμα του Επίκουρου έρχεται από την απέναντι όχθη να μας προσεγγίσει με τη μορφή πρακτικών συμβουλών που αποφέρουν πρακτικά αποτελέσματα.
Παρ’ όλο που η φύση μάς έχει προικίσει με την ελευθερία ν’ ακολουθήσουμε αυτές τις οδηγίες ή να τις αγνοήσουμε, δεν μας απαλλάσσει ωστόσο από τις συνέπειες των πράξεων ή παραλείψεών μας. Και επειδή αυτές οι συνέπειες μπορούν να ποικίλουν δραματικά (δηλαδή να είναι από ευχάριστες έως καταστροφικές), γι’ αυτόν το λόγο, εθελούσια περιορίζουμε τη συμπεριφορά μας στο μονοπάτι της αρετής.
Eric Anderson – Ο Επίκουρος στον 21ο αιώνα. Εκδόσεις Θύραθεν
Αντικλείδι , http://antikleidi.com