Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

''ΜΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΗ'', της ΜΙΚΑ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΗ..."Λένε ότι από την ώρα που χάνουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο από την ζωή, κλονίζεται η πίστη, αναποδογυρίζει ο κόσμος όλος κι εξαφανίζεται η χαρά. Την στιγμή ενός τροχαίου ατυχήματος, μιά μάνα γλυτώνει ως εκ θαύματος από τον θάνατο και χάνει ό,τι πολυτιμότερο έχει στην ζωή.... Θα είναι ποτέ άραγε σε θέση, η Ευτυχία Αρσενίου, να ανακαλύψει ποιός είναι ο σκοπός της ζωής της τώρα πια; Ή, η ίδια η ζωή, την έχει καταδικάσει, χωρίς ποτέ να την δικάσει;..''







 [...]                                                                                                                                 [...]
Θα είχε περάσει σίγουρα ένα τρίωρο, όταν χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας κι εγώ για να τα καταφέρω μέχρι να την ανοίξω, με το τρεμουλιαστό μου βάδισμα, δυσκολεύτηκα πολύ.
 ―Αχ! Εσύ είσαι! είπα με χαρά μόλις αντίκρισα την Αθανασία.
 ―Πήρα άδεια για το υπόλοιπο της ημέρας μου, είπε τινάζοντας τις στάλες τις βροχής από τους ώμους της.
 ―Ήθελα τόσο πολύ να σε δω! Ένιωσα την ανάγκη να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, μου είπε. Τα μάτια της ήταν υγρά και τα μάγουλά της καίγανε.
 ―Πολύ ωραία, ψέλλισα, γιατί ειδικά σήμερα μου χρειάζεται μια καλή φίλη. Ο σφυγμός μου χτυπούσε. Ποθούσα πολύ να ακούσω τον ήχο μιας φιλικής φωνής, να δω ένα λαμπερό πρόσωπο  πενηνταρίσουμε, είπε μετά από λίγο.
 ―Ω! ναι, τέτοιες πενηντάρες…, απάντησα και γελάσαμε με την ψυχή μας με το υπονοούμενο. ―Πώς είσαι;
 ―Είμαι καλά τώρα. Όλη την περασμένη νύχτα όμως, δε θέλω να τη θυμάμαι, ήτανε τρομερή. Είχα ταχυπαλμίες, στη σκέψη του Αλέξανδρου. Τι θα κάνει αν μάθει για την αρρώστια μου; Πώς θα το πάρει; Αχ! καλή μου φίλη, σε σένα μπορώ να ανοίγω την καρδιά μου και ξέρω ότι με συμπονάς γιατί με καταλαβαίνεις, είπα και μισοκλείνοντας τα μάτια ξαφνικά, έπιασα το κεφάλι με τα χέρια και ξέσπασα σε κλάματα. Η Αθανασία αγκάλιασε το κεφάλι μου και το έσφιξε στο στήθος της. Ύστερα άκουσα και την ίδια να κλαίει.
 ―Φτάνει! Δεν ήρθα ως εδώ για να σε κλάψω, είπε λίγα λεπτά αργότερα, σαν να απολογούνταν, μιλώντας στον εαυτό της περισσότερο.
―Ήρθα για να μιλήσουμε…
 ―Να πούμε τι;
―Να κατευθύνω τη σκέψη σου ν’ αλλάξει μονοπάτι.
―Δηλαδή;
 ―Άρχισε να εκφράζεις τα συναισθήματά σου, Ευτυχία. Μην τα πνίγεις μέσα σου. Και μια τραγωδία ακόμη μπορεί να αναδειχτεί σε μεγάλο καλό, αν την αντιμετωπίσουμε με τρόπους που θα μας επιτρέψουν να αναπτυχθούμε πνευματικά.
 ―Πιστεύεις πως αυτή η αλλαγή είναι εύκολη για μένα; Ο δρόμος που ακολουθώ δεν είναι ομαλός, πώς θα μετατραπεί λοιπόν σε ανθόσπαρτο;
―Μόλις απελευθερωθείς από το παρελθόν. Επίσης σου συνιστώ να μην κρίνεις τα συναισθήματά σου, επειδή θα τα καταπιέσεις ακόμη περισσότερο. Σκέψου απλά, ότι είσαι ασφαλής και ότι επιθυμείς να νιώσεις καλύτερα. Η σκέψη των θετικών συναισθημάτων θα σε οδηγήσει σε ευεργετικές αλλαγές.
 ―Δεν είναι εύκολο! Όταν αισθάνομαι θυμό, ενοχή, ακόμη και μίσος για τον εαυτό μου, δεν μπορώ συνάμα να σκεφτώ θετικά.
--Ακουσέ με, συνέχισε η Αθανασία να μιλά σοβαρότερα από κάθε άλλη φορά.
―Όλα τα συναισθήματα είναι ειλικρινή, είναι ζώντα μέσα μας. Όταν όμως δεν τα εκφράζουμε ή δεν τ’ αντιμετωπίζουμε ανοιχτά, τότε η αντιμετώπισή τους γίνεται μέσα στο σώμα μας και θα εξελιχθεί σε κάποια ασθένεια, ή δυσλειτουργία. Όταν λοιπόν είσαι θυμωμένη και καταπίνεις τον θυμό σου, αυτό που κάνεις σου προκαλεί δυσαρέσκεια, πικρία, κατάθλιψη.
―Δηλαδή μπλοκάρω τα συναισθήματά μου μέσα μου;
―Ναι και δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις ενοχή, τύψεις, ντροπή ή θυμό. Επειδή τα συναισθήματα είναι σκέψεις εν δράσει. Υπηρετούν κάποιον σκοπό κι όταν τα απελευθερώνεις από το νου κι από το σώμα σου δημιουργείς μέσα σου χώρο για άλλες, πιο θετικές σκέψεις.
―Κι αν δεν τα καταφέρω να ελευθερωθώ; Αλλά μόνο τα ανασκαλεύω και τα ξαναφήνω μέσα μου; ρώτησα με απορία.
―Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην απελευθέρωση και στην αναμόχλευση παλιών αρνητικών συναισθημάτων. Γι’ αυτό, να επιχειρήσεις να σκεφτείς τούτο: «Εντάξει, αυτή η κατάσταση έχει λήξει και ανήκει πλέον στο παρελθόν. Δεν εγκρίνω την πράξη μου, όμως καταλαβαίνω ότι έκανα το καλύτερο που μπορούσα, με βάση τις γνώσεις που είχα τότε. Για μένα το θέμα εκείνο έχει λήξει και κάνω αυτό που αισθάνομαι ότι είναι σωστό για μένα τώρα, που γνωρίζω νέα πράγματα.»
―Θα πρέπει να γίνω στοργική και υπομονετική με τον εαυτό μου. Ω! Θεέ μου, σε παρακαλώ, δώσε μου υπομονή! Αλλά τη θέλω τώρα.
―Η υπομονή είναι κάτι το πολύ σημαντικό. Οι περισσότεροι υποφέρουμε από την προσδοκία της άμεσης ικανοποίησης. Δεν έχουμε υπομονή να περιμένουμε, για τίποτε. Το χαμόγελό της ήταν γεμάτο από άπειρη γλυκύτητα, πραότητα και τρυφερότητα.
―Έτσι είναι, είπα με σιγουριά.
―Η ανυπομονησία είναι άρνηση στη μάθηση. Ζητάς απαντήσεις, χωρίς να έχεις πάρει το μάθημα ή τουλάχιστον να έχεις κάνει μια προσπάθεια. Φαντάσου, πως φυτεύεις έναν σπόρο. Στην αρχή ο σπόρος αυτός είναι κρυμμένος σε ένα κομμάτι γης. Ούτε καν τον βλέπεις πλέον. Αλλά εσύ δε σταματάς να φροντίζεις το χώμα, να το ποτίζεις. Αν δείξεις υπομονή, τότε και μόνον τότε, θα δεις τον σπόρο να καρποφορεί. Το ίδιο είναι και ο νους!
―Πρέπει να διαλέξω τις σκέψεις που θα θρέψω στον νου μου δηλαδή, ώσπου αυτές να μεγαλώσουν και να δημιουργήσουν τον κήπο των εμπειριών που επιθυμώ.
―Ακριβώς έτσι, Ευτυχία μου, απάντησε με μια περίεργη έξαψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, το ίδιο έντονη με τα λόγια της.
―Και με τα λάθη μας, τι γίνεται;
―Δεν πειράζει αν κάνουμε λάθη, όταν μαθαίνουμε. Αλλά όλοι μας σχεδόν κουβαλάμε μέσα μας την κατάρα της τελειοθηρίας. Δε δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία να μάθει πραγματικά κάτι καινούργιο, γιατί αν δεν το πετύχουμε τέλεια μέσα σε πέντε λεπτά, συμπεραίνουμε ότι δεν έχουμε την ικανότητα να το καταφέρουμε.
―Μιλάς, λες και διαβάζεις εμένα.
 ―Όλοι μας κάπως έτσι λειτουργούμε. Όμως τα λάθη μας αποτελούν σκαλοπάτια της ζωής και είναι πολύτιμα.
―Ε! όχι και πολύτιμα!
―Ναι, είναι πολυτιμότερα από πολύτιμα επειδή είναι οι δάσκαλοί μας. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να τιμωρούμε τον εαυτό μας επειδή έκανε λάθος, είπε κι είδα μια σπίθα χαράς να αστράφτει στη ματιά της.
 ―Αλλά εμείς όχι μόνο τον κατηγορούμε, τον κατακρεουργούμε κιόλας με την απόρριψη. Τώρα καταλαβαίνω πολύ καλύτερα κάποια πράγματα για μένα.
―Είμαι σίγουρη, Ευτυχία, πως όταν μείνεις μόνη σου, θα δουλέψεις πολύ με τον εαυτό σου κι έτσι δε θα απορείς πια στο μέλλον επειδή θα εξακολουθούν να παρουσιάζονται προβλήματα. Θα κατανοήσεις ότι, χρειάζεται να εμπλουτίζουμε συνεχώς αυτά που μαθαίνουμε, χωρίς να αντιστεκόμαστε. Και καθώς θα μαθαίνεις καινούργιους τρόπους, χρειάζεται να φέρεσαι στον εαυτό σου με καλοσύνη.
―Θεέ μου, πόσο χαζή ήμουνα; Ένα μέρος της ζωής μου πέρασε μπροστά από τα μάτια μου κι εγώ απλώς διάβαζα μόνο τους οδυνηρούς της υπότιτλους, είπα κράζοντας, αλλά αυτή μου η κραυγή, αντί να ξυπνήσει την αντιπάθειά μου, πολλαπλασίασε ακόμη περισσότερο τη συμπάθειά μου προς τον εαυτό μου. H Αθανασία σηκώθηκε, άνοιξε την μεσόπορτα, αλλά κοντοστάθηκε και δείχνοντας απρόθυμη να εμπλακεί στα συμπεράσματα για τον εαυτό μου, μου είπε.
―Δεν έφαγα μεσημεριανό. Εσύ; Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
―Πηγαίνω στην κουζίνα να ετοιμάσω κάτι πρόχειρο, είπε και με κοίταξε με ένα καθάριο και ακτινοβόλο βλέμμα. Ο χρόνος κυλούσε. Το χαμόγελό μου παρέμεινε για λίγο μετέωρο στα χείλη μου. Περπάτησα αργά μέχρι το τέλος του διαδρόμου και έφτασα κι εγώ ίσαμε την κουζίνα. Τα ρουθούνια μου συνέλαβαν μια έντονη γαργαλιστική οσμή… μια μυρωδιά από λάδι ελιάς αναμεμιγμένο με φρέσκο άνηθο και βασιλικό και είδα την Αθανασία να έχει αρχίσει την προετοιμασία του φαγητού. Έβρισα μέσα μου τον εαυτό μου, επειδή είχα επιτρέψει να με επηρεάσει τόσο πολύ η αρρώστια μου και προτού ανοίξω ένα μπουκάλι μπύρα, βρήκα το κουράγιο να αστειευτώ.
―Ξέρεις, δήλωσα συμμετοχή…
―Ορίστε; Πού; με ρώτησε έκπληκτη.
―Θα λάβω μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες κι όχι μόνον θα νικήσω, μα θα καταρρίψω και το ρεκόρ στο τρέξιμο μετ’ εμποδίων. Όταν η φίλη μου άκουσε τα γέλια μου, γύρισε και με κοίταξε. Διαπίστωσα πως συγκρατούσε και τα δικά της γέλια μέχρι να βεβαιωθεί ότι είχε αλλάξει η πρωτύτερα κακή μου διάθεσή κι ότι, πράγματι, αστειευόμουν. Έφαγα με όρεξη εκείνο το μεσημέρι κι όταν έφυγε η Αθανασία, χάζεψα λίγο στην τηλεόραση κι έπεσα νωρίς για ύπνο. Κοιμήθηκα ανάλαφρα και χωρίς να δω κάποιον από τους εφιάλτες που με στοίχειωναν.Όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί, πετάχτηκα από το κρεβάτι μου σαν να είχα πάρει φωτιά και μου έριχναν ένα κουβά νερό για να σβήσει. Τόσο βιαστικά μάλιστα, που σχεδόν δεν είχα προσέξει, τους πόνους στα γόνατα, στους αστραγάλους ούτε καν εκείνους τους δυνατούς πόνους που, σαν σπαθιά, ξεκινούσαν από τη σπονδυλική στήλη και διατρέχοντας τον αυχένα, έφταναν μέχρι το κεφάλι.
Ο Ευαγγελινός μου έκοψε τον δρόμο καθώς εμφανίστηκε μπροστά μου στο κεφαλόσκαλο τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να κατέβω. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και με ρώτησε.
 ―Τι σημαίνει αυτό; Είσαι κατακόκκινη!
―Μην ρωτάς, είπα. Νομίζω πως είμαι εντάξει, πως βρίσκω ξανά τον συνηθισμένο μου εαυτό και μόλις έβαλα σε εφαρμογή ένα σχέδιο. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι έλεγα όλα όσα έλεγα. Ήταν σαν να έβλεπα ένα όμορφο όνειρο και από στιγμή σε στιγμή ο άντρας μου θα με κουνούσε για να με ξυπνήσει και να μου πει «γελάς στον ύπνο σου.»
―Ω! Ευτυχία, πόσο χαίρομαι, είπε με παιδιάστικη, τρεμουλιαστή φωνή. Τα χείλη του έτρεμαν και τα μάτια του έλαμπαν υπερβολικά. Συνειδητοποίησα πως ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα.

                                                                  *****

[...]                                                                                                                                      [...]
''ΜΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΗ''
ΜΙΚΑ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - 2015


                                                                 
                                                                         


Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

"ΓΙΑΤΙ ΠΑΝΤΡΕΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;" της Χ. ΚΑΤΑΚΗ..."Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή στο ορεινό χωριό του πατέρα μου ξανάσμιξαν οι γενιές και τα σόγια για να γιορτάσουν το Πάσχα. Καταπληκτική ευκαιρία για μένα να μιλήσω με εκπροσώπους διαφορετικών γενιών, αφού εκείνο τον καιρό διερευνούσα τις αλλαγές αντιλήψεων για την οικογενειακή ζωή..."

Γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι; – Χ. Κατάκη


Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή στο ορεινό χωριό του πατέρα μου ξανάσμιξαν οι γενιές και τα σόγια για να γιορτάσουν το Πάσχα. Καταπληκτική ευκαιρία για μένα να μιλήσω με εκπροσώπους διαφορετικών γενιών, αφού εκείνο τον καιρό διερευνούσα τις αλλαγές αντιλήψεων για την οικογενειακή ζωή.
Πού να ήξερα ότι αυτά που έμαθα εκείνο το Πάσχα θα μου άνοιγαν δρόμους που θα οδηγούσαν τα βήματά μου πολλές δεκαετίες μετά. Που να φανταστώ ότι η αλυσίδα των αντιλήψεων για τη συμβίωση που ξεδιπλώθηκε μπροστά μου, θα αποτελούσε το εφαλτήριο για το ξεκίνημα της ενασχόλησής μου με την οικογένεια, που συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και συχνότητα μέχρι σήμερα.
Πλησίασα έναν από τους γέροντες που έπιναν τον καφέ τους στο καφενείο της πλατείας του χωριού.
-Γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι μπάρμπα Θανάση; ρώτησα τον ογδοντάχρονο κτηνοτρόφο.
Η απάντηση ήρθε άμεση κι αβίαστη.
-Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου.
Ο μπαρμπά Θανάσης δεν είχε μετακινηθεί από τη γη των προγόνων του, δεν έζησε αλλαγές, ανατροπές, μετακινήσεις. Ο χείμαρρος των διλημμάτων, των αντιφάσεων για το ποιος είμαι, που πάω και γιατί, δεν είχε ακόμα φτάσει στο ορεινό χωριό.
Ο γιος του μπάρμπα Θανάση, εγκαταστημένος στα Γιάννενα με την οικογένεια του, είχε έρθει κι εκείνος στο χωριό για να γιορτάσει το Πάσχα με τους συγγενείς του.
-Δε μου λες Κώστα, γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι;
Δεν δίστασε στιγμή. Με την ίδια σιγουριά του πατέρα του, μου είπε:
Για να κάνουν παιδιά, να τα μεγαλώσουν, να τα μορφώσουν και να τα κάνουν χρήσιμους ανθρώπους στην κοινωνία.
Η απάντηση του Γιαννιώτη συμπατριώτη μου, συνόψισε μια πρώτου μεγέθους αλλαγή αντιλήψεων για το σκοπό της οικογένειας. Μέσα σε μια γενιά άλλαξε ριζικά η αντίληψη για το σκοπό της συμβίωσης.
Φυσικά όλα αυτά δεν είναι τίποτε καινούργιο για τους κοινωνιολόγους και τους κοινωνικούς ψυχολόγους που μελετούν αυτά τα θέματα. Δεν είναι ότι δεν ήξερα από τις σπουδές μου και τα διαβάσματα μου ότι ο τρόπος παραγωγής των αγαθών καθορίζει τον τρόπο ζωής μας και τις αντιλήψεις μας για τις συμπεριφορές, ρόλους και στόχους.  Άλλο όμως να το ξέρεις θεωρητικά και άλλο να το ζεις. Στην απάντηση του γιου είχε χαθεί η υπαρξιακή χροιά της τοποθέτησης του πατέρα του, που παρέμενε συνδεδεμένος με βαθιές ρίζες, τις οποίες εμείς που αποκοπήκαμε ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε.

Για τον Κώστα, η απόφαση να συνδεθεί δια βίου με μια άλλη ύπαρξη, ήταν συνυφασμένη με το ρόλο του να συμβάλει στην προετοιμασία των παιδιών που θα έρθουν. Στο πρόσωπο του Κώστα έβλεπα όλους τους γονείς που τρελαίνονται από αγωνία για το μέλλον των παιδιών τους, τα ‘παιδιά’ όλων των ηλικιών που δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τις δικές τους ανάγκες από αυτές των δικών τους, τα ζευγάρια που έμειναν προσηλωμένα στο μεγάλωμα των παιδιών τους και έχασαν την επαφή μεταξύ τους.
Τι κόστος θα πληρώσουν για το συμβόλαιο που συνυπέγραψαν; Ένα συμβόλαιο που λέει ότι στο βωμό του γονεϊκού ρόλου θα θυσιαστούν τα όνειρα, οι προσωπικές φιλοδοξίες, η χαρά, η ξεκούραση, η διασκέδαση; Με τον/την ‘σύζυγο’ δεμένοι στον ίδιο ‘ζυγό’, αγωνίστηκαν για να έχουν τα παιδιά τους τα πάντα. Ο καθένας έκανε τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορούσε. Δε χρειάστηκε να ‘γνωριστούν’, να μιλήσουν. Εκείνο που δεν πρόβλεψαν είναι τι θα γίνει όταν μεγαλώσουν τα παιδιά; Όταν αντιμετωπίσουν την άδεια φωλιά; Όταν κάποια μέρα γυρίσουν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο και ρωτήσουν, ‘εσύ ποιος είσαι’;
Πριν προλάβω να ευχαριστήσω τον Κώστα τον άκουσα να μου λέει:
-Στο γιο μου τον Ανδρέα πρέπει να μιλήσεις, που είναι σπουδαγμένος. Μένει στην Αθήνα και δεν έρχεται πολύ συχνά πια…
Τον φώναξε και μας σύστησε. Καθίσαμε πιο πέρα σε ένα πεζούλι.
-Εσύ γιατί πιστεύεις ότι παντρεύονται οι άνθρωποι; τον ρώτησα περιμένοντας ανυπόμονα να ακούσω τι θα μου έλεγε.
-Δεν χρειάζεται να παντρεύονται οι άνθρωποι. Ο γάμος είναι θεσμός. Η σχέση είναι το ζητούμενο, μου απάντησε.
Μπροστά στα μάτια μου είδα να γκρεμίζεται το οικοδόμημα που στεκόταν εκεί για αιώνες όπως οι αρχαίοι μας ναοί. Ο εγγονός του μπάρμπα Θανάση με μια μονοκονδυλιά διέγραψε το παρελθόν. Τοποθέτησε την οικογένεια μέσα σε ένα διαστημόπλοιο στο οποίο έχουμε επιβιβαστεί για να ταξιδέψουμε όλοι μαζί σε καινούργιους και άγνωστους τόπους. Σαράντα χρόνια μετά συνεχίζουμε το πολυτάραχο ταξίδι με πολλές αναταράξεις, πολλές απώλειες, μεταμορφώσεις, αντιστροφές και ανατροπές…
_______________________
   Πηγή: “Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή” , Χάρις Κατάκη,  χρονολογία έκδοσης: 2014
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

ΆΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ - ΤΑ ΠΡΟΙΚΙΑ - ''ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μιά σκούφια στο κεφάλι....''

Άντον Τσέχοφ – Τα προικιά.


ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μια σκούφια στο κεφάλι…
Ήτανε ασπρισμένο, είχε κεραμίδια στη σκεπή με μια ξεχαρβαλωμένη καπνοδόχο, και βυθιζόταν ανάμεσα στην πρασινάδα – μέσα σε μουριές, ακακίες και λεύκες, που είχαν φυτέψει οι πάπποι και προπάπποι των σημερινών νοικοκυραίων.
Το έχανες πίσω από την πρασινάδα. Αλλά η πυκνή αυτή πρασινάδα δεν το εμποδίζει να είναι μέσα στο σχέδιο πόλεως. Η φαρδιά αυλή του στέκει δίπλα στις άλλες επίσης φαρδιές και καταπράσινες αυλές, και ανήκει στην οδό της Μόσχας. Κανείς ποτέ δεν περνά απ’ αυτόν το δρόμο με τροχοφόρο, ακόμη και οι πεζοί είναι πολύ σπάνιοι.
Τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού πάντοτε είναι κλειστά, οι κάτοικοί του δεν χρειάζονται το φως. Τα παράθυρα δεν τ’ ανοίγουν ποτέ γιατί δεν αγαπούν τον καθαρό αέρα. Οι άνθρωποι που όλο τον καιρό ζουν ανάμεσα στις μουριές, στις ακακίες και την πρασινάδα, δεν ενδιαφέρονται για τη φύση. Μόνο στους παραθεριστές έδωσε ο Θεός την ικανότητα ν’ αντιλαμβάνονται τη φυσική ομορφιά της. Οι άλλοι μένουν τυφλοί και άξεστοι μπρος σ’ αυτές τις ομορφιές. Δεν εκτιμούν οι άνθρωποι το θησαυρό τους. Δεν ξέρουμε να φυλάμε εκείνο που έχουμε, ούτε και αγαπάμε εκείνο που έχουμε.
Γύρω από το σπιτάκι ήταν σωστός παράδεισος, όλα καταπράσινα, πουλιά εύθυμα – ενώ μέσα στο σπίτι, αλίμονο! Το καλοκαίρι σκας από τη ζέστη και το χειμώνα καίγεσαι επίσης σα να είσαι μέσα στο μπάνιο, σε πνίγει η μυρουδιά του καπνού και πλήττεις, πλήττεις…
Για πρώτη φορά επισκέφτηκα αυτό το σπίτι, είναι πολύς καιρός τώρα, κατά παραγγελία – έφερνα χαιρετίσματα του νοικοκύρη, του συνταγματάρχη Τσικαμάσωφ στη γυναίκα του και στην κόρη του. Αυτή ήταν η πρώτη μου επίσκεψη και τη θυμάμαι πολύ καλά. Και πώς να μην τη θυμάμαι!

Για φανταστείτε μια μικροκαμωμένη δύσκολη γυναικούλα γύρω στα σαράντα, που σας κοιτάζει με τρόμο και κατάπληξη, την ώρα που εσείς μπαίνετε από το χωλ στη αίθουσα. Είστε «ένας ξένος», «νεαρός» μουσαφίρης – και αυτό αρκεί για να προκαλέσει την έκπληξη και τον τρόμο. Δεν κρατάτε στο χέρι βούρδουλα, ούτε τσεκούρι ή περίστροφο, χαμογελάτε πολύ φιλικά, αλλά σας υποδέχονται ταραγμένοι.
–  Ποιον έχω την τιμή και την ευχαρίστηση να βλέπω; Σας ρωτά με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι η κυρία Τσικαμάσωφ.
Λέτε ποιος είστε και ποιος ο σκοπός του ερχομού σας. Ο τρόμος και η πρώτη έκπληξη αμέσως μεταβάλλονται σ’ ένα διαπεραστικό χαρμόσυνο «αχ!» κι ένα παιχνίδισμα των ματιών. Αυτό το «αχ» σαν την ηχώ περνά από το χωλ στην αίθουσα, από την αίθουσα στο σαλόνι, από το σαλόνι στην κουζίνα… μέχρι και αυτής της αποθήκης. Σε λίγο όλο το σπίτι γεμίζει με τα χαρμόσυνα, ποικιλόχρωμα «αχ». Ύστερα από πέντε λεπτά κάθεστε στο σαλόνι, στο μεγάλο, μαλακό, φλογερό ντιβάνι και ακούτε πώς προφέρει αυτό το εγκάρδιο «αχ» όλη η οδός Μόσχας.
Ένιωσα τη μυρουδιά σκόνης για βότρυδες, και παπουτσιών από δέρμα κατσίκας, που έστεκαν δίπλα μου πάνω το τραπέζι, τυλιγμένα μέσα στο μαντήλι. Στα παράθυρα ήταν γλάστρες, γεράνια και κάτι μπερντεδάκια από μουσελίνα. Πάνω στα μπερντεδάκια κάθονταν καλοθρεμμένες μύγες. Στον τοίχο ήταν η προσωπογραφία κάποιου δεσπότη, λαδομπογιά, σκεπασμένη με γυαλί που ήταν σπασμένο σε μια γωνία. Μετά τον δεσπότη ακολουθούσαν διάφοροι πρόγονοι με κίτρινες σαν το λεμόνι τσιγγάνικες φυσιογνωμίες. Πάνω στο τραπέζι έστεκε μια δαχτυλήθρα, ένα καρούλι κλωστή, μια πεταγμένη κάλτσα, πάνω στο πάτωμα κάτι αχνάρια και μια μαύρη μπλούζα με τρυπώματα.
Στο διπλανό δωμάτιο δυο αναστατωμένες γριούλες αρπάζουν βιαστικά από το πάτωμα τ’ αχνάρια κι ένα κομμάτι ύφασμα…
—Να μας συγχωρείτε, βρισκόμαστε σε μεγάλη ακαταστασία! Είπε η Τσικαμάσοβα.
Η Τσικαμάσοβα μιλούσε μαζί μου και ντροπαλά κοίταζε προς το μέρος της πόρτας.
Και ακούστηκε πίσω από την πόρτα μια γυναικεία φωνή η οποία έλεγε γαλλικά με μερικά λάθη:
-Πού είναι ο γραβάτος μου (λάθος) τον οποίον μου έστειλε ο πατέρας μου από το Κιουρσκ;
-Αχ, Μαρία, απάντησε γαλλικά η κυρία, βρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος πολύ ολίγον γνωστός… καλύτερα ρώτα τη Λουκέρια…
Και διάβασα στα μάτια της Τσικαμάσοβας που είχε κοκκινίσει από ευχαρίστηση: «Και όμως τι ωραία που τα μιλάμε εμείς τα γαλλικά!»
Σε λίγο άνοιξε η πόρτα, και είδα μια ψηλή ξερακιανή κόρη, ως δεκαεννιά χρονών, μ’ ένα μακρύ φουστάνι από μουσελίνα και χρυσή ζώνη όπου ήταν κρεμασμένο, το θυμάμαι, ένα ριπίδι από ελεφαντόδοντο. Μπήκε μέσα, κάθισε και κοκκίνισε.
Στην αρχή κοκκίνισε η μακριά μύτη της, πειραγμένη λίγο από την ευλογιά, ύστερα η κοκκινάδα ανέβηκε στα μάτια και στους κροτάφους.
-Η κόρη μου! Είπε με τραγουδιστή φωνή η Τσικαμάσοβα, και αυτός εδώ ο νεαρός είναι, Μάνετσκα, που…
Συοτήθηκα κι εξέφρασα την έκπληξή μου για τα πολλά αχνάρια. Η μητέρα και η κόρη κατέβασαν τα μάτια.
-Της Αναλήψεως είχαμε εμποροπανήγυρη, είπε η μητέρα. Εμείς πάντοτε στην εμποροπανήγυρη αγοράζουμε υφάσματα και ράβουμε ολόκληρη τη χρονιά, ως την ερχόμενη εμποροπανήγυρη. Ποτέ δεν δίνουμε έξω να μας ράψουν. Ο σύζυγός μου, ο Πιοτρ Στεπάνιτς, δεν κερδίζει και πολλά και δεν επιτρέπεται να κάνουμε λούσα. Αναγκαζόμαστε να τα ράβουμε μόνες μας.
-Αλλά ποιος τα φορεί τόσα πολλά; Εσείς είστε μόνο δύο.
-Αχ… μήπως είναι δυνατό να τα φορέσει κανείς όλα αυτά! Αυτά είναι για τα προικιά!
-Αχ, μαμά, τι λες; Είπε η κόρη και κοκκίνισε. Πράγματι μπορεί να το πιστέψει ο κύριος. Εγώ ποτέ μου δεν θα παντρευτώ! Ποτέ!
Το είπε, αλλά στη λέξη «παντρευτώ» άναψαν τα μάτια της. Σέρβιραν τσάι, παξιμάδια, γλυκό του κουταλιού, βούτυρο και ύστερα πρόσφεραν σμέουρα με καϊμάκι. Στις εφτά το βράδυ πρόσφεραν δείπνο από έξι φαγητά, και την ώρα του φαγητού άκουσα ένα πολύ δυνατό χασμουρητό. Κάποιος χασμουρήθηκε δυνατά από το γειτονικό δωμάτιο. Κατάπληκτος κοίταξα στην πόρτα: μόνον άντρα μπορεί να χασμουρηθεί έτσι.
-Είναι ο αδελφός του Πιότρ Σεμιόνιτς, ο Εγκόρ Σεμιόνιτς… εξήγησε η Τσικαμάσοβα όταν είδε την έκπληξή μου. Ζει μαζί μας από πέρσι. Να τον συγχωρέσετε που δεν παρουσιάστηκε. Είναι λίγο αγρίμι… ντρέπεται τους άλλους… Είναι για να μπει σε μοναστήρι… Τον αδίκησαν στην υπηρεσία… Και τώρα από το κακό του…
Μετά το δείπνο η Τσικαμάσοβα μου έδειξε το πετραχήλι που κέντησε με τα χέρια του ο Εγκόρ Σεμιόνιτς για να το δωρίσει στην εκκλησία. Η Μάνετσκα άφησε προς στιγμή τις ντροπές και μου έδειξε μια σακούλα, που μόνη της κέντησε για τον πατέρα. Όταν προσποιήθηκα πως μου έκανε εντύπωση η εργασία της, κοκκίνισε και κάτι ψιθύρισε στο αυτί της μητέρας της. Η μητέρα έλαμψε κι μου πρότεινε να πάμε στην αποθήκη. Εκεί είδα πέντε μεγάλα σεντούκια και πολλά άλλα μικρότερα σεντούκια και κιβώτια.
-Αυτά είναι τα προικιά! Μου ψιθύρισε η μητέρα. Τα ράψαμε μα τα χέρια μας.
Αφού είδα και αυτά τα σεντούκια, αποχαιρέτισα τους φιλόξενους οικοδεσπότες. Και τους έδωσα το λόγο μου, σύμφωνα με την επιθυμία τους, ότι θα ξανάρθω και άλλη φορά.
Αυτό το λόγο μου τον κράτησα ύστερα από εφτά χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, όταν μ’ έστειλαν σε κείνη την κωμόπολη σαν εμπειρογνώμονα για κάποια δίκη. Όταν ξαναπήγα στο μικρό εκείνο σπιτάκι άκουσα πάλι τα ίδια αχ και βαχ… Με γνώρισαν… Αυτό μας έλειπε! Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν αληθινό γεγονός στη ζωή τους και όταν τα γεγονότα είναι σπάνια δεν τα ξεχνά κανείς εύκολα, αλλά τα θυμάται επί πολύν καιρό.
Όταν μπήκα στο σαλόνι, είδα τη μητέρα που είχε παχύνει περισσότερο και τα μαλλιά της ήτανε πια γκρίζα, να σέρνεται στο πάτωμα για να κόψει κάποιο μπλε ύφασμα… Η κόρη καθότανε στο ντιβάνι και κεντούσε. Τα ίδια αχνάρια, η ίδια μυρουδιά της σκόνης για τις βότρυδες, το ίδιο πορτραίτο με το γυαλί το σπασμένο στην άκρη.
Υπήρξαν όμως και μερικές αλλαγές. Κοντά στην προσωπογραφία του δεσπότη κρεμόταν η προσωπογραφία του Πιοτρ Σεμιόνιτς και οι κυρίες φορούσαν πένθος. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς είχε πεθάνει μια βδομάδα μετά τον προβιβασμό του σε στρατηγό. Αρχισαν οι αναμνήσεις… Η στρατηγίνα έκλαψε λίγο.
-Μεγάλη η συμφορά μας! Είπε. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς που ξέρατε, δεν υπάρχει πλέον. Ορφανέψαμε εγώ και κείνη και πρέπει μόνες να φροντίζουμε για όλα. Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς ζει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα καλό γι’ αυτόν. Στο μοναστήρι δεν τον δέχτηκαν εξαιτίας… εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που έπινε. Και τώρα πίνει ακόμη περισσότερο από τον καημό του.
Θέλω να πάω στον πρόεδρο του συλλόγου μας, των ευγενών, για να κάνω τα παράπονά μας. Για φανταστείτε, αρκετές φορές άνοιξε τα σεντούκια, πήρε διάφορα πράγματα από τα προικιά της Μάνετσκας και τα μοίρασε στους οδοιπόρους καλόγερους που γυρίζουν από μοναστήρι σε μοναστήρι. Δυο σεντούκια τ’ άδειασε ολωσδιόλου! Αν αυτό συνεχιστεί, η καλή μου Μάνετσκα θα μείνει χωρίς προίκα.
-Τι λέτε, μαμά; Είπε η Μάνετσκα και ντράπηκε. Ποιος ξέρει τι μπορεί να φανταστεί ο κύριος… Εγώ ποτέ μου, ποτέ μου δεν θα παντρευτώ!
Η Μάνετσκα με έκσταση κι ελπίδα κοίταζε στο ταβάνι και ήταν φανερό πως δεν πίστευε σε κείνα που έλεγε.
Στο χωλ πέρασε και χάθηκε μια μικρή ανδρική σιλουέτα, με μεγάλη φαλάκρα και με μια καφετιά ρεντιγκότα. Φορούσε γαλότσες αντί παπούτσια και στο πέρασμά του ακούστηκε ένα θρόισμα λες κι ήτανε ποντικός.
«Ασφαλώς θα είναι ο Εγκόρ Σεμιόνιτς», σκέφτηκα εγώ.
Κοίταζα τη μάνα και την κόρη: είχανε γεράσει και καταβληθεί και οι δυο. Το κεφάλι της μητέρας είχε ασπρίσει, και η κόρη είχε μαραθεί, χλώμιασε. Θα ‘λεγες πως η μητέρα περνούσε την κόρη μόλις πέντε χρόνια.
-Ετοιμάζομαι να πάω στον πρόεδρο, μου είπε η γριά ξεχνώντας πως μου είχε ξαναμιλήσει γι αυτό. Θέλω να διαμαρτυρηθώ! Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς μας τα ξεσηκώνει όλα όσα ράβουμε, και κάπου τα χαρίζει για να σώσει την ψυχή του. Η Μάνετσκα έμεινε χωρίς προίκα!
Η Μάνετσκα κοκκίνισε αλλά δεν έβγαλε μιλιά.
-Θα αναγκαστούμε να τα ράψουμε όλα από την αρχή, και ο Θεός ξέρει πως δεν είμαστε πλούσιες! Είμαστε ορφανές και οι δυο!
-Είμαστε ορφανές! Επανέλαβε η Μάνετσκα.
Πέρυσι, έτσι τα ‘φερε η τύχη και ξαναπήγα στο γνωστό σπιτάκι. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα τη γριά Τσικαμάσοβα. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με κρέπια, καθότανε στο ντιβάνι και κάτι έραβε. Δίπλα της καθόταν ένα γεροντάκι με καφετιά ρεντιγκότα κα αντί παπούτσια φορούσε γαλότσες. Αμα με είδε ο γέρος πετάχτηκε κι έφυγε τρεχάτος από το σαλόνι.
Απαντώντας στο χαιρετισμό μου η γριά χαμογέλασε και είπε γαλλικά:
-Είμαι γοητευμένη που σας ξαναβλέπω, κύριε.
-Τι ράβετε; τη ρώτησα σε λίγο.
-Ένα πουκαμισάκι, μου είπε ρωσικά. Θα το ράψω και θα το πάω στον ιερέα να το κρύψει, διαφορετικά θα μας το πάρει ο Εγκόρ Σεμιόνιτς. Τώρα εγώ όλα τα κρύβω στον παπά, μου είπε ψιθυρίζοντας.
Και ρίχνοντας μια ματιά στο πορτραίτο της κόρης, που έστεκε στο τραπέζι, αναστέναξε και είπε!
-Είμαστε πεντάρφανες!
Και πού είναι η κόρη; Που είναι η Μάνετσκα; Δε ρώτησα. Δεν ήθελα να ρωτήσω τη γριά που ήταν βουτηγμένη στο πένθος, και όλο τον καιρό που καθόμουν στο μικρό σπιτάκι ώσπου έφυγα, η Μάνετσκα δεν παρουσιάστηκε. Δεν άκουσα ούτε τη φωνή της ούτε τα ήσυχα δειλά της βήματα… Το πράγμα ήταν ολοφάνερο, και ήταν τόση η θλίψη που πίεζε την ψυχή μου.

***

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

''Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΜΟΛΥΒΙΟΥ'' - PAOLO COELHO - ''..Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο..."

Η ιστορία ενός μολυβιού, Paolo Coelho


Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:
– Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;
Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:
– Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.
Το παιδί, περίεργο, κοιταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.
– Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!
– Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.
Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.
Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβύνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.
Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.
Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.
_______________________
   Πηγή: 5gym-irakl.ira.sch.g
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com


Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Κάρολος Ντίκενς - ''ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ - Η ΓΡΙΑ'' - "Ο ΓΕΡΟ-ΣΤΕΦΑΝΟΣ κατέβηκε τα δυό άσπρα σκαλοπάτια, κλείνοντας πίσω του τη μαύρη πόρτα πού 'χε τη χάλκινη ταμπέλα με τη βοήθεια της χάλκινης τελείως, που πριν φύγει τη γυάλισε με το μανίκι του, γιατί πρόσεξε πως το ιδρωμένο χέρι του την είχε θαμπώσει. Πέρασε στο απέναντι πλευρό του δρόμου, με χαμηλωμένα τα μάτια, κι απομακρυνόταν γεμάτος λύπη, όταν έξαφνα ένιωσε να τον αγγίζει κάποιος στο μπράτσο..."

Κάρολος Ντίκενς – Τα Δύσκολα χρόνια. Η γριά


Ο ΓΕΡΟ-ΣΤΕΦΑΝΟΣ κατέβηκε τα δυο άσπρα σκαλοπάτια, κλείνοντας πίσω του τη μαύρη πόρτα που ‘χε τη χάλκινη ταμπέλα με τη βοήθεια της χάλκινης τελείας, που πριν φύγει τη γυάλισε με το μανίκι του, γιατί πρόσεξε πως το ιδρωμένο χέρι του την είχε θαμπώσει. Πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, με χαμηλωμένα τα μάτια, κι απομακρυνόταν γεμάτος λύπη, όταν έξαφνα ένιωσε να τον αγγίζει κάποιος στο μπράτσο.
Δεν ήταν εκείνο το άγγιγμα, που, περισσότερο από καθετί, χρειαζόταν σε τέτοιες στιγμές -το άγγιγμα που μπορούσε να γαληνέψει τα τρικυμισμένα νερά της ψυχής του, όπως το υψωμένο χέρι της υπέρτατης αγάπης και καρτερίας μπορούσε να καταλαγιάσει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα- κι όμως ήταν κι αυτό ένα άγγιγμα γυναίκας.
Καθώς στάθηκε και γύρισε, το βλέμμα του έπεσε σε μια γριά ψηλή, που διατηρούσε ακόμα κάτι από τη νεανική της λυγεράδα, μόλο που ο χρόνος είχε μαράνει το πρόσωπό της. Ήταν ντυμένη απλά και καθαρά. Τα παπούτσια της ήταν λασπωμένα, και φαινόταν πως μόλις είχε φτάσει από κάποιο χωριό. Το σάστισμά της μέσα στον ασυνήθιστο θόρυβο των δρόμων, το δεύτερο σάλι που κρατούσε ξεδιπλωμένο στο μπράτσο της, η βαριά ομπρέλα, το καλαθάκι, τα φαρδιά γάντια με τα πολύ μακριά δάχτυλα, που τα χέρια της δεν τα ’χαν καθόλου συνηθίσει, όλα αυτά μαρτυρούσαν μια γριά χωρική, που φόρεσε την απλή κυριακάτικη φορεσιά της, κι ήρθε στο Κοκτάουν, για μια εξαιρετική της υπόθεση.
Ο Στέφανος Μπλάκπουλ, από την πρώτη ματιά που της έριξε, τα κατάλαβε όλα αυτά, με την οξυδέρκεια που διακρίνει τους ανθρώπους της τάξης του. Έσκυψε το πρόσωπό του -που, σαν το πρόσωπο πολλών εργατών του κλάδου του, εξαιτίας της μακρόχρονης δουλειάς, με τα μάτια και με τα χέρια, μέσα στον ξεκουφαντικό θόρυβο, είχε πάρει την έκφραση της συγκεντρωμένης προσοχής που βλέπουμε στους κουφούς- για ν’ ακούσει καλύτερα τι τον ρωτούσε.
«Συγνώμη, κύριε» είπε η γριά, «δε βγήκατε, θαρρώ, από κείνη εκεί την πόρτα;» κι έδειξε το σπίτι του κυρίου Μπαουντερμπάη. «Πιστεύω πως είσαστε σεις, εκτός αν είχα την κακή τύχη να πάρω άλλον από πίσω».
«Ναι, κυρούλα» αποκρίθηκε ο Στέφανος «εγώ ήμουν».
«Και -συγχωρήστε την περιέργεια μιας γριάς γυναίκας-τον είδατε τον κύριο;»
«Ναι, κυρούλα».
«Και πώς σας φάνηκε; Ήταν αξιοπρεπής, τολμηρός, αποφασιστικός και ζωηρός;» Καθώς τέντωνε το κορμί της και σήκωνε το κεφάλι της για να χρωματίσει καλύτερα τα λόγια της, ο Στέφανος σχημάτισε την ιδέα πως κάπου είχε ξαναδεί αυτή τη γριά και δεν του άρεσε και τόσο.

«Ω, ναι» αποκρίθηκε κοιτάζοντάς την με περισσότερη προσοχή, «ήταν όλα αυτά!»
«Και γερός και φρέσκος» είπε η γριά, «σαν το δροσερό αεράκι;»
«Ναι» αποκρίθηκε ο Στέφανος. «Έτρωγε κι έπινε -δυνατός και γερός σαν ταύρος».
«Ευχαριστώ!» είπε η γριά με απέραντη χαρά. «Ευχαριστώ!»
Σίγουρα δεν την είχε ξαναδεί. Κι όμως είχε μιαν αόριστη ανάμνηση αυτής της γριάς, σαν να ’χε δει αρκετές φορές τη μορφή της στον ύπνο του.
Περπατούσε πλάι του, και προσαρμόζοντας από αβρότητα τον εαυτό του με τη δική της διάθεση, είπε πως το Κοκτάουν ήταν μια πολυθόρυβη πολιτεία, ε; Και κείνη του απάντησε: «Ναι, τρομερά πολυθόρυβη». Ύστερα της είπε πως σίγουρα ερχόταν από την επαρχία, ναι; Και κείνη του απάντησε καταφατικά.
«Ήρθα σήμερα το πρωί με το τρένο. Ταξίδεψα σαράντα μιλιά με το τρένο σήμερα το πρωί, και το βράδυ, γυρίζοντας πίσω, θα ταξιδέψω άλλα σαράντα. Περπάτησα εννιά μιλιά για να πάω στο σταθμό σήμερα το πρωί, κι αν δε συναντήσω κανέναν στο δρόμο να με πάρει με τ’ αμάξι του, θα ξανακάνω την ίδια πεζοπορία το βράδυ. Δεν είναι και λίγο για την ηλικία μου, κύριε» είπε η ομιλητική γριά, με μια θριαμβευτική λάμψη στα μάτια.
«Μα την πίστη μου, όχι. Μα δεν πρέπει να το κάνετε αυτό συχνά, κυρούλα».
«Όχι, όχι. Μια φορά το χρόνο» αποκρίθηκε κουνώντας το κεφάλι της. «Έτσι ξοδεύω τις οικονομίες μου, μια φορά το χρόνο. Έρχομαι για να σεργιανήσω στους δρόμους και να ιδώ τους κυρίους».
«Για να τους δεις μονάχα;» ρώτησε ο Στέφανος.
«Αυτό μου φτάνει» απάντησε με μεγάλη ζωηρότητα κι ενδιαφέρον. «Δε ζητώ τίποτ’ άλλο! Κόβω βόλτες από τούτη τη μεριά του δρόμου, για να ιδώ αυτό τον κύριο» και ξαναγύρισε πάλι το κεφάλι της προς το σπίτι του κυρίου Μπαουντερμπάη, «να βγαίνει έξω. Μα εφέτος αργεί πολύ, και δεν τον είδα ακόμα. Αντί για κείνον, βγήκατε σεις. Αν αναγκαστώ να φύγω χωρίς να του ρίξω μια ματιά -δε ζητάω και περισσότερο- τι να γίνει! Είδα εσάς, εσείς πάλι είδατε εκείνον, πρέπει να ’μια ευχαριστημένη». Καθώς μιλούσε έτσι, κοίταζε το Στέφανο σαν να ’θελε ν’ αποτυπώσει τα χαρακτηριστικά του στη μνήμη της, και το μάτι της δεν είχε πια την πρώτη του λάμψη.
Όσο μεγάλη κι αν δεχόταν πως μπορούσε να ’ναι η διαφορά στα γούστα των ανθρώπων, και μ’ όλη την υποταγή στους μεγιστάνες του Κοκτάουν, παραξενεύτηκε τόσο πολύ από το εξαιρετικό της αυτό κι ακατανόητο ενδιαφέρον, που δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Μα κείνη τη στιγμή περνούσαν μπροστά απ’ την εκκλησία, και μόλις έριξε το βλέμμα του στο ρολόι, τάχυνε το βήμα του.
«Μήπως πηγαίνετε στη δουλειά σας;» ρώτησε η γριά βιάζοντας και κείνη χωρίς δυσκολία το βήμα της. Ναι, η ώρα ήταν περασμένη. Μόλις της είπε πού εργαζόταν, η γριά έγινε ακόμα πιο αλλόκοτη απ’ ό,τι φάνηκε ώς τώρα.
«Δεν είστε ευτυχισμένος» τον ρώτησε.
«Όλος ο κόσμος έχει τα βάσανά του κυρούλα». Απάντησε αόριστα, γιατί εκείνη η γριά φαινόταν να πιστεύει πως ήταν πολύ ευτυχισμένος, και δεν του ’κάνε καρδιά να την απογοητεύσει. Ήξερε πως ο κόσμος είχε πολλά βάσανα κι αν η γριά, που είχε ζήσει τόσο πολύ, μπορούσε να πιστεύει πως το μερτικό του σ’ αυτά τα βάσανα ήταν τόσο λίγο… τόσο το καλύτερο γι’ αυτήν… κι όσο γι’ αυτόν… το ίδιο του κάνει.
«Ναι, ναι! Καταλαβαίνω: Θα ’χετε οικογενειακές στενοχώριες, ε;» ρώτησε η γριά.
«Κάπου κάπου» απάντησε βαρετά.
«Μα, αφού είστε στη δούλεψη ενός τέτοιου αφέντη, δε θα σας ακολουθούν και στο εργοστάσιο οι στενοχώριες· ε;»
Όχι, όχι. Δεν τον ακολουθούσαν, είπε ο Στέφανος. Όλα εκεί μέσα ήταν εντάξει. Κάθε πράγμα στη θέση του. (Δεν έφτασε ώς το σημείο να πει, για να της κάνει ευχαρίστηση, πως εκεί μέσα βασίλευε ένα είδος θείας δικαιοσύνης ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχω ακούσει ακόμα και τέτοιους μεγαλόπρεπους ισχυρισμούς).
Είχαν φτάσει τώρα στο σκοτεινό πλαϊνό δρόμο που έφερνε στο εργοστάσιο, κι οι εργάτες μαζεύονταν μπουλούκια. Το καμπάνι χτυπούσε, το φίδι βοστρυχωνόταν σε πλήθος κουλούρες, κι οι μηχανές ξεκινούσαν. Η παράξενη εκείνη γριά ένιωσε χαρά ακόμα και με το καμπάνι. Ήταν το ωραιότερο καμπάνι που ’χε ακούσει στη ζωή της, είπε, κι είχε έναν τόσο επιβλητικό ήχο!
Όταν ο Στέφανος στάθηκε με καλοσύνη και της έδωσε το χέρι για να την αποχαιρετήσει, πριν μπει στο εργοστάσιο, τον ρώτησε πόσον καιρό δούλευε εκεί μέσα.
«Δώδεκα χρόνια» αποκρίθηκε εκείνος.
«Πρέπει να φιλήσω το χέρι» του είπε, «που δούλεψε δώδεκα χρόνια σ’ αυτό το ωραίο εργοστάσιο!» Και μόλο που προσπάθησε να την εμποδίσει, του άρπαξε το χέρι και το ’φερε στα χείλη της. Ο Στέφανος δεν ήξερε ποια βαθύτερη εσωτερική αρμονία, εκτός από την ηλικία της και την απλοϊκότητά της, ρύθμιζε τις εκδηλώσεις της μα ακόμα κι αυτό το αλλόκοτο φέρσιμό της είχε κάτι που δεν ήταν εκτός τόπου και χρόνου* κάτι που κανείς άλλος δε θα μπορούσε να του δώσει τόση σοβαρότητα, ή να το εκδηλώσει με τόσο φυσικό και συγκινητικό τόνο.
Είχε μισή ώρα που ύφαινε, έχοντας στο νου του εκείνη τη γριά, όταν, σε μια ευκαιρία που του δόθηκε να σηκωθεί για να ταχτοποιήσει τον αργαλειό του, έριξε μια ματιά από ένα παράθυρο, και την είδε να κοιτάζει ακόμα το πελώριο κτίριο του εργοστασίου, συνεπαρμένη από θαυμασμό. Ξεχνώντας τον καπνό και τη λάσπη και τη βροχή και τα δυο μεγάλα ταξίδια της, στεκόταν εκεί και το κοιτούσε, λες και το βαρύ βουητό, που έβγαινε από τα πολλά του πατώματα, ήταν γι’ αυτήν μια μουσική που την έριχνε σ’ έκσταση.
Εφυγε σε λίγο και πίσω της έφυγε η μέρα. Άναψαν πάλι τα φώτα και  το εξπρές πέρασε σαν αστραπή μπροστά από το παραμυθένιο παλάτι, πάνω απ’ την κοντινή θολωτή γέφυρα. Μόλις το πήραν είδηση μέσα στη χλαπαταγή των μηχανών, κι ούτε τ’ άκουσαν καλά καλά απ’ τη βουή και το θόρυβο. Από πολλή ώρα οι σκέψεις του Στέφανου βρίσκονταν στο σκοτεινό δωμάτιο και στη σιχαμερή μορφή που κείτονταν βαριά πάνω στο κρεβάτι, μα ακόμα πιο βαριά πάνω στην καρδιά του.
Οι μηχανές χαλάρωσαν την ορμή τους· ο κρότος τους έγινε αργός, σαν ένας σφυγμός που σβήνει* σταμάτησαν. Ακούστηκε πάλι το καμπάνι σβήνουν τα δυνατά φώτα κι η θερμοκρασία πέφτει. Τα εργοστάσια διαγράφονται βαριά μέσα στην υγρή και σκοτεινή νύχτα -κι οι ψηλές καμινάδες τους υψώνονται στον αέρα, σαν Πύργοι Βαβέλ, που αντιμάχονται ο ένας τον άλλο.
Μόλις χτες βράδυ, είν’ η αλήθεια, είχε μιλήσει με τη Ραχήλ κι είχε περπατήσει λίγο μαζί της. Μα τον έτρωγε τώρα το καινούριο σαράκι, και κάνεις άλλος δε θα μπορούσε να του δώσει μιας στιγμής ανακούφιση* γι’ αυτό, μα κι επειδή καταλάβαινε πόσο είχε ανάγκη να ξαλαφρώσει από το βάρος της οργής του, πράγμα που μονάχα η δική της φωνή μπορούσε να το πετύχει, σκέφτηκε ν’ αδιαφορήσει για τη σύσταση που του ’χε κάνει να μην την περιμένει πια στο δρόμο. Περίμενε λοιπόν, μα δεν την είδε. Είχε φύγει. Ολόκληρο εκείνο το χρόνο, καμιά άλλη νύχτα δεν του στοίχισε τόσο πολύ σαν αυτή τη νύχτα, που στερήθηκε το ήρεμο και γλυκό της πρόσωπο.
Ω! Καλύτερα να μην έχεις πού να γείρεις το κεφάλι, παρά να ’χεις ένα σπίτι και να φοβάσαι να πας, για έναν τέτοιο λόγο. Έφαγε κι ήπιε γιατί ήταν εξαντλημένος, χωρίς να ξέρει ή να νοιάζεται ούτε τι τρώει ούτε τι πίνει. Υστέρα άρχισε να περπατάει άσκοπα, μέσα στην κρύα βροχή, βυθισμένος σε σκέψεις.
Ποτέ δεν είχε γίνει λόγος μεταξύ τους για ένα νέο γάμο μα η Ραχήλ τον συμπονούσε από πολλά χρόνια, και μονάχα σ’ αυτήν είχε ανοίξει, όλον αυτόν τον καιρό, την κλειστή καρδιά του και της είχε εμπιστευτεί τις στενοχώριες του κι ήξερε καλά πως, αν ήταν ελεύθερος και τη ζητούσε, θα τον παντρευόταν. Σκεφτόταν το σπιτάκι του, όπου θα πήγαινε τώρα, ευχαριστημένος και περήφανος πόσο διαφορετικός άνθρωπος θα ήταν εκείνη τη νύχτα, πόσο ανάλαφρο θα ’ταν το στήθος του, που τώρα τον βάραινε τόσο πολύ πώς θα ξανάβρισκε πάλι την τιμή, τον αυτοσεβασμό και την ηρεμία του, που ’χαν γίνει κομμάτια.
Σκεφτόταν πώς χαραμίστηκαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής του, την αλλαγή που γινόταν στο χαρακτήρα του, ολοένα προς το χειρότερο, τη φριχτή του μοίρα να ’ναι δεμένος χεροπόδαρα με μια γυναίκα νεκρή, και να βασανίζεται από ένα δαίμονα που είχε πάρει τη μορφή της.
Σκεφτόταν τη Ραχήλ, τόσο νέα τότε που πρωτογνωρίστηκαν, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, τόσο ώριμη τώρα, και που γρήγορα θ’ άρχιζε να γερνάει. Σκεφτόταν πόσα κορίτσια και πόσες γυναίκες είχε δει να παντρεύονται, πόσα σπιτικά με παιδιά να θεμελιώνονται γύρω της, πώς ακολουθούσε ευχαριστημένη το μοναχικό και ήρεμο δρόμο της -για χάρη του- και πως έβλεπε πότε πότε μια σκιά μελαγχολίας στο αγαπημένο της πρόσωπο, που του ’φερνε απελπισία και τύψεις.
Έβαλε την εικόνα της πλάι στο απαίσιο θέαμα της περασμένης νύχτας· και σκεφτόταν αν ήταν ποτέ δυνατόν, ολόκληρη η επίγεια ζωή ενός πλάσματος τόσο ευγενικού, καλού και γεμάτου αυταπάρνηση, να θυσιάζεται εξαιτίας αυτού του κτήνους.
Γεμάτος με τούτες τις σκέψεις -τόσο γεμάτος, που ’χε την αφύσικη αίσθηση πως είχε χοντρύνει, πως έβλεπε τα αντικείμενα γύρω του να παίρνουν καινούρια παράξενα σχήματα, πως έβλεπε τον πολύχρωμο κύκλο γύρω από κάθε θαμπό φανάρι να γίνεται κόκκινος- γύρισε σπίτι του για να βρει στέγη.

***

Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens) – Δύσκολα χρόνια
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com


Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ...ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ...ΣΚΕΨΕΙΣ..."12 ΣΚΙΤΣΑ ΜΕ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΒΑΛΟΥΝ ΣΕ ΣΚΕΨΕΙΣ..."

12 σκίτσα με μηνύματα που θα σας βάλουν σε σκέψεις


Ο καλλιτέχνης δρόμου Dran, γεννημένος στην Τουλούζη το 1979, χαρακτηρίζεται συχνά και ο Γάλλος Banksy. Αυτοί οι δύο καλλιτέχνες μοιράζονται μια κριτική άποψη για την κοινωνία, με δυνατά σκίτσα και δεν φοβούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους δημοσίως.
Ο Dran δημιουργεί κυρίως έργα ζωγραφικής, σχεδιάζει και και κάνει γκράφιτι σε όλη τη Γαλλία. Με ‘όχημα’ την τέχνη του, προσπαθεί να μιλήσει για σημαντικά τρέχοντα ζητήματα όπως η εξουσία, η σεξουαλική παρενόχληση, ο εθισμός στο διαδίκτυο, τα μέσα ενημέρωσης και πολλά άλλα.
Δείτε μερικά από τα σκίτσα του:
_______________________
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Χ. ΤΣΟΛΑΚΗΣ - "ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΖΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ"..."Μέσα στις φόρμες των λέξεων γεννιούνται οι σκέψεις. Όπως τα ρεύματα των υδάτων κινούνται στην κοίτη του ποταμού και, αν δεν υπάρχει αυτή, σκορπίζουν και χάνονται, έτσι και οι σκέψεις κινούνται στην κοίτη της γλώσσας και χάνονται, όταν χάνεται εκείνη. Από την ώρα που ο άνθρωπος αποκτά τις λέξεις, η κοίτη της σκέψης του γίνεται λεκτική. Η σκέψη χωρίς τη γλώσσα είναι βουβή, αλλά και η γλώσσα χωρίς τη σκέψη γίνεται κραυγή..."

Χ. Τσολάκης – Με τις λέξεις ο ανθρώπινος εγκέφαλος αιχμαλωτίζει το σύμπαν


Με τις λέξεις ο ανθρώπινος εγκέφαλος αιχμαλωτίζει το σύμπαν. Μέσα στις φόρμες των λέξεων γεννιούνται οι σκέψεις. Όπως τα ρεύματα των υδάτων κινούνται στην κοίτη του ποταμού και, αν δεν υπάρχει αυτή, σκορπίζουν και χάνονται, έτσι και οι σκέψεις κινούνται στην κοίτη της γλώσσας και χάνονται, όταν χάνεται εκείνη. Από την ώρα που ο άνθρωπος αποκτά τις λέξεις, η κοίτη της σκέψης του γίνεται λεκτική. Η σκέψη χωρίς τη γλώσσα είναι βουβή, αλλά και η γλώσσα χωρίς τη σκέψη γίνεται κραυγή.
Με τον μικρόκοσμο των λέξεων ελευθερώνεται και φτάνει στο φωναχτό αγέρι της ζωής ο μέγας κόσμος της ανθρώπινης συνείδησης και του ανθρώπινου μόχθου. Οι λέξεις, «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας» του Ελύτη, είναι αυτές που σηματοδοτούν τα όρια του κόσμου. Τα όρια του λόγου μου, είπαν, σηματοδοτούν τα όρια του κόσμου μου. Το παιδί κάνει τη μεγαλύτερη ανακάλυψη της ζωής του, όταν συνειδητοποιεί ότι τα πράγματα έχουν ονόματα.
Συνείδηση, επομένως, της γλώσσας σημαίνει συνείδηση της σκέψης. Συνείδηση της απεραντοσύνης της γλώσσας σημαίνει συνείδηση της απεραντοσύνης της σκέψης. Γι’ αυτό και οι γλώσσες βρίσκονται στα μπόγια των λαών. Ψηλώνουν με το ψήλωμα και συρρικνώνονται με τη συρρίκνωση των σκέψεων και των πολιτισμών των ανθρώπων. Δεν είναι δυνατόν οι πολιτισμοί και οι σκέψεις να προάγονται και οι γλώσσες να φθίνουν. Αυτό και το αντίστροφό του αποκλείονται. Στην τεχνολογία οι λαοί, στην τεχνολογία και οι γλώσσες. Στην ποίηση οι λαοί, στην ποίηση και οι γλώσσες. Άλλες γλώσσες απαιτούσαν οι αρχαίοι πολιτισμοί —πρώτος και καλύτερος ο αρχαιοελληνικός— και άλλες (συνθηματικές και τυπικές) απαιτούν οι σύγχρονοι. «Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» επαναλαμβάνει διαρκώς η γλώσσα στη γλωσσική κοινότητα που τη μιλάει.
Μένει κανείς ενεός μπροστά στον κινητικό χαραχτήρα του λόγου. Στο εσωτερικό της λέξης, σαν σε ένα μικρό λεξικό σύμπαν, διαγράφουν με θαυμαστή διακριτικότητα τις τροχιές τους γύρω από το κυρίαρχο νοηματικό κέντρο τα ετερώνυμα φορτία των μικρότερων σημασιολογικών μονάδων, απαράλλαχτα όπως στον αστρικό μέγα κόσμο του ηλιακού συστήματος διαγράφουν με θαυμαστή ακρίβεια τις τροχιές τους γύρω από τον ήλιο οι πλανήτες, και όπως στον μικρόκοσμο του ατόμου διαγράφουν τις δικές τους τροχιές γύρω από τον πυρήνα τα ηλεκτρόνια.
Κίνηση και αγώνας… Και όμως κανείς, ούτε και ο πιο γυμνασμένος νους δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί-τη σχεσιοδυναμική αυτών των αγωνιστικών κινήσεων. Παραμένουν αθέατες. Τις έχει ευλογήσει η σοφία και η αρμονία της δημιουργίας: «ἁρμονίη ἀφανής φανερῆς κρείττων» (Ηράκλειτος).
Και, βέβαια, δεν είναι μόνον η λέξη. Την αγωνιστική, την αγωγική δηλαδή κίνηση του λόγου, την ανιχνεύουμε σε κάθε γλωσσική μονάδα. Κοιτάξτε με το φακό αυτής της σχεσιοδυναμικής των στοιχείων του λόγου την πρόταση:

Το χάσμα γέμισε άνθη.
Σύγκειται από δύο άμεσα συστατικά (την Ονοματική Φράση Το χάσμα, και τη Ρηματική Φράση γέμισε άνθη) τα οποία βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λογικής δημιουργίας. Το πρώτο θέτει/ονομάζει κάτι, Το χάσμα, και το δεύτερο το σχολιάζει. Συνεπώς η πρόταση έχει δομηθεί από το θέμα και από το σχόλιό του. Υπάρχει μια αγωνιστική λογική σ’ αυτήν την πρόταση που κατοπτρίζει τη λογική του νου. Πρώτα ονομάζει κάτι και ύστερα το συζητάει. Πρόταση λόγου και ανθρώπινη σκέψη διακρίνονται από την ίδια δομική λογική. Ο λόγος χτίζεται κατ’ εικόνα και ομοίωσιν της σκέψης. Είχε άδικο ο Πλάτων που θεωρούσε τη σκέψη εσωτερικευμένη γλώσσα, τη δε γλώσσα εξωτερικευμένη σκέψη; ή ο αρχαίος λόγος που ονόμαζε τη γλώσσα σκέψη της σκέψης; «Γλώσσα νόησις νοήσεως».
Η οριζόντια αυτή κίνηση των γλωσσικών στοιχείων διέπεται από τέτοιες και τόσες αγωνιστικές δυναμικές, ώστε να μπορεί να αυξάνει επ’ άπειρον τη ροή του λόγου. Παρατηρείται στο λόγο ό,τι και στα μαθηματικά. Η ίδια δημιουργική ικανότητα, που παράγει τη γλώσσα, παράγει και τα μαθηματικά, που είναι και αυτά γλώσσα μέσα στην ευρύτερη γλώσσα. Η παγκόσμια γλώσσα των κρυστάλλινων γλωσσικών συμβόλων.
Και η κίνηση συνεχίζεται. Αντίθετη προς την οριζόντια κίνηση του λόγου είναι η κάθετη κίνησή του, η οποία έχει τη δυνατότητα να αντικαθιστά και να πολλαπλασιάζει, προς το άπειρον επίσης, τα γλωσσικά στοιχεία της οριζόντιας κίνησης. Την πρόταση π.χ.
Το χάσμα γέμισε άνθη
μπορούμε να την πολλαπλασιάσουμε κάθετα προς το άπειρον αντικαθιστώντας καθέναν από τους όρους που την αποτελούν με άλλους. Έτσι θα έχουμε τα σχήματα:
Το χάσμα                             άνθη
Το σπίτι                              κόσμο
Ο κήπος                               πουλιά
Το σχολείο                          χαρά
Η γειτονιά   γέμισε          ήλιο
Το χωριό                               φως
Το πάρκο                             φωνές
Το γήπεδο                           τραγούδια
κλπ.                       κλπ.
Διαπιστώνουμε έτσι ότι καθένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την πρόταση καλεί, προκαλεί, ανακαλεί και συγκαλεί τα όμοιά του ή τα αντίθετά του.
Οριζόντια, λοιπόν, κίνηση του λόγου και κάθετη συγκροτούν μηχανισμό ο οποίος πολλαπλασιάζει τη γλώσσα προς το άπειρον και έχει τη δυνατότητα να καλύπτει «ες αεί» το φάσμα της σύνολης ζωής. Οι φυσικές γλώσσες είναι απέραντες, πολυδύναμες, πρωτεϊκές, γιατί είναι ζυμωμένες με τα συστατικά του πνεύματος και της ζωής. Είναι, συνεπώς, αφελής, τουλάχιστον, η .άποψη ότι μια φυσική γλώσσα διακρίνεται από γλωσσική πενία. Η γλωσσική πενία ή λεξιπενία απαντάται μόνο σε άτομα.
Μια φυσική γλώσσα με τον πεπερασμένον αριθμό των γλωσσικών της στοιχείων και των γλωσσικών νόμων που τα διέπουν θα μπορούσε να παραγάγει τόσες γλωσσικές μορφές, όσες χρειάζεται μια κοινότητα γλωσσική για να εκφραστεί. Αυτό είναι, νομίζω, και το βαθύτερο νόημα των λόγων του Σολωμού:
«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού σου και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την».
Και δεν γίνεται, βέβαια, να την κυριέψεις χωρίς αγώνα. Με τον αγώνα φτάνει ο ομιλητής στη συνείδηση του λόγου.
Στη χώρα μας, όμως, ο αγώνας του λόγου συχνά νοθεύτηκε και εσίγησε ο λόγος της ελευθερίας.Το ελληνικό σχολείο δεκαετίες ασφυκτιούσε κάτω από τη βαριά σκιά του σχολαστικισμού και της προγονοπληξίας, ανίκανο, θα πει ο Δημοσθένης Δανιηλίδης, ν’ αποδώσει άλλο από έναν ρηχό εγκεφαλισμό και έναν άγονο ρητορισμό. Στάθηκε ακατάλληλο να μορφώνει μυαλά και να τα κατευθύνει θετικά. Έτσι αφέθηκε, και είναι αφημένη, η νεοελληνική διανοητικότητα στην τύχη, εκτεθειμένη στη ροή των εκάστοτε δημιουργούμενων πολιακών, κοινωνικών και άλλων συνθηκών, με αποτέλεσμα να εκφυλιστεί, ή να εξελιχθεί σε τυχοδιωκτισμό και ερασιτεχνισμό, σε τετραπερατοσύνη και δολιότητα.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες καθολικής διγλωσσίας ο αγώνας του λόγου νοθεύτηκε και εσίγησε ο λόγος της ελευθερίας. Τη θέση του την πήρε ο λόγος της υποκρισίας. Ιδού ένα δείγμα του:
Του ατέρμονος κόσμου αι κυανοί στιβάδες, του διφρηλατούντος Φοίβου αι ιλαραί ακτίνες, των ουρανίων αψίδων τα σελασφόρα και μαρμαίροντα κοσμήματα, των ποντίάδων αυρών τα εύστροφα άλματα, των ποικιλοχρόων ανθέων τα αρώματα, και των καλλιφώνων μελωδών του ουρανού τα άσματα μαλάσσουσι το σκληρόν και αύθαδες της φύσεως, δημιουργούσι και περικοσμούσι την ευκρασίαν των ωρών του ενιαυτού και αναδεικνύουσι την χώραν του Ολυμπου και του Ταϋγέτου, του Παρνασσού και της Ίδης, της Ιωνίας και των νήσων, αναδεικνύουσι, λέγομεν, ενδιαίτημα λαού έχοντος ευγενή την καρδίαν και πράον το ήθος.
Πρόκειται για λόγο που δεν στοιχεί σε καμιά πραγματικότητα ούτε αρχαιοελληνική ούτε νεοελληνική. Οι λέξεις έχουν χάσει την εσωτερική τους ζωή και είναι νεκρές. Γι’ αυτό και «μυρίζουν άσχημα σαν μέλισσες σε άδειο πανέρι», όπως λέει ο ποιητής. Δεν πρόκειται για δημοτική ή καθαρεύουσα. Δεν βρίσκεται εκεί το πρόβλημα. Πρόκειται για αληθινό ή υποκριτικό λόγο. Δηλαδή για ζωντανό ή νεκρό λόγο. Κι αυτός ο λόγος είναι νεκρός.
Ακούστε τώρα και το λόγο του Μακρυγιάννη. Στον άλλο κόσμο ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος συναντά τον Μεγάλο Ναπολέοντα και θυμούνται μαζί τον επάνω κόσμο. Θυμούνται και τους Έλληνες:
Πάμε, Ναπολέων, να ιδούμε τους παλιούς τους Έλληνες, λέει ο Αλέξανδρος, εις το μέρος όπου κατοικούνε, να βρούμε τον γερο-Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Θεμιστοκλή, τον λεβέντη Λεωνίδα και να τους ειπούμεν τις χαροποιός είδησες, ότι αναστήθηκαν οι απόγονοί τους οπού ήταν χαμένοι και σβησμένοι από τον κατάλογο της ανθρωπότης. Αυτήν οι  αγαθοί και οι δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, οι γενναίοι περασπισταί της λευτεριάς, με πατριωτισμόν, με καθαρή αντρεία, μ ’ αρετή κι όχι δόλον κι απάτη επλούτυναν την ανθρωπότη απο αυτά· κι αν ήταν αυτήν οι φτωχοί εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι πολύ εις τα ιστορικά τον κόσμον. Δι ’ αυτούς ήταν τα τούς αγώνες της αρετής. Δια τούτο θέλησε ο Θεός ο δίκιος και ανάστησε και τους απογόνους τους, όπου ήταν χαμένη τόσους αιώνες οι πατρίδα τους. […].
Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίγοι τους δυστυχείς Έλληνες. Εις τις, πρώτες χρονιές εφόδιαζαν τα κάστρα των Τούρκων τους κατάτρεχαν και τους κατατρέχουν ολοένα δια να μην υπάρξουν. Η Αγγλία τους θέλει να τους κάμη Άγγλους με την δικαιοσύνην την αγγλική, καθώς οι Μαλτέζοι ξυπόλυτους και νηστικούς, οι Γάλλοι Γάλλους, οι Ρούσοι Ρούσους κι ο Μετερνίκ της Αούστριας Αουστριακούς —κι όποιος τους φάγη από τους τέσσερους. Και τους λευτερώνουν χειρότερα κι από τους Τούρκους. Και οι τέσσεροι καλά φρονούν, όμως να ιδούμεν τι λέγει κι αυτός ο μάστορης ο γερο-Θεός.
Ύστερα από τέτοιο λόγο, καλό είναι να σωπαίνει κανείς. Είναι και η σιωπή γλώσσα. Σχολιάζει η φωνή της σιωπής ευγλωττότερα από το λόγο της φωνής. «Είναι ο αγράμματος γενναίος Μακρυγιάννης, που μιλάει, πώποτε μη αναγνώσας». Συλλαβίζεις στη γαλήνη του λόγου του το λόγο της ψυχής του, τον επίμονο αγώνα του να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του και τη δίκαιη συνείδηση του γένους του.
«Μοιάζει, λέει ο Σεφέρης, αυτός ο ζωγραφισμένος λόγος σαν κάτι παλιούς τοίχους που, κοιτάζοντάς τους, θαρρείς πως συλλαβίζεις την κάθε κίνηση του χτίστη, που συναρμολόγησε την αμέσως επόμενη πέτρα με την προηγούμενη, την αμέσως επόμενη προσπάθεια με την προηγούμενη, αποτυπώνοντας πάνω στην τελειωμένη οικοδομή τις περιπέτειες μιας αδιάσπαστης ανθρώπινης ενέργειας».
Τις περιπέτειες του αγώνα του λόγου, που ζωγραφίζονται στο λόγο της ελευθερίας. Αυτή είναι η δύναμη του λόγου του Μακρυγιάννη: η ελεύθερη φωνή χωρίς κουδουνίσματα και κορδακισμούς.
«Δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν έδωσε στο Μακρυγιάννη τα μέσα να μάθει γράμματα, συνεχίζει ο Σεφέρης. Πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, αφού την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι “τροπαιούχοι του άδειου λόγου».
Και η μόρφωση, η παιδεία του Μακρυγιάννη, βρίσκεται στις ρίζες της γλώσσας του ελληνισμού, αναπαλλοτρίωτη περιουσία μιας φυλής.
Παιδεία και πολιτισμός μέσα από τη γλώσσα παραδίδονται από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία. Κατατρεγμένη αλλά πάντα ζωντανή η γλώσσα, αγνοημένη αλλά πάντα παρούσα είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση ακριβώς αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα 1821.
Έπιασε, βλέπετε, βαθιά, και γι’ αυτό κρατιέται πάντα χλωρή, η ρίζα αυτής της γλώσσας. Και δίνει πότε τον Όμηρο, πότε τον Ερωτόκριτο, πότε τον Μακρυγιάννη, πότε το δημοτικό τραγούδι, το παραμύθι, τους μύθους, τους θρύλους, τις παραδόσεις της φυλής. Είναι όλοι τους κλώνοι του ίδιου δέντρου. Θυμάται κανείς, λέει ο εθνικός ποιητής, κάτι πεισματάρικα φυτά, που όταν ριζώνουν για καλά, παλεύουν το χώμα γκρεμίζοντας φράχτες, θραύοντας ταφόπετρες, ανοίγοντας δρόμους. Είναι γιατί ζητούν το φως. Έτσι και ο λόγος ο ελληνικός. Έχοντας από μέσα του δύναμη, —βυθίζεται πολύ βαθιά, βλέπετε, σε καρπερή γη— παλεύει να βγει στο φως της ελευθερίας, για να δέσουν μαζί στο αγλαότερο κάρπισμά τους τον πιο σπάνιο καρπό τους: το λόγο της ελευθερίας.
Κορυφαία στιγμή του αγώνα που πραγματώνει ο λόγος είναι η ποίηση. Στον ποιητικό λόγο οι δυναμικές της λέξης φτάνουν στην πιο υψηλή τους ένταση, γι’ αυτό και κατακτούν τον υψηλότερο δείκτη ελευθερίας. Την ποιητική λέξη, θα μας πει ο Κακριδής, «τη δυναστεύει ένας ακαταμάχητος πόθος ελευθερίας». Προς την ελευθερία της, όμως, υψώνεται η λέξη μέσα από τη σύγκρουση, μέσα από φυγόκεντρες και κεντρομόλες δυνάμεις, μέσα από τις δυνάμεις που αποζητούν την έκφραση και τις αντίμαχές τους που σηκώνουν τους φραγμούς. Ένας παράδοξος αγώνας στον οποίο τελικά δεν πρέπει να νικήσουν ούτε αυτές οι δυνάμεις ούτε εκείνες.
Μια τέτοια νίκη θα κυλήσει στην καταστροφή. Είναι ανάγκη να νικήσει ο λόγος. Πρέπει δηλαδή  ο λόγος, μέσα από την σύγκρουση των αντινομικών συστατικών που την συγκροτούν, να λαγαρίσει και να υψωθεί κάθετα πάνω και πέρα από τις συμβατικότητες της καθημερινής γλώσσας. Το έπαθλο είναι τότε η διπλή ελευθερία: η δοτή του ελευθερία, αφού θραύει τους φραγμούς που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του, και η ελευθερία του ανθρώπου-  αφού απεγκλωβίζεται από τη μόνωσή του και συναντά τον συνάνθρωπου του, για να υπάρξουν μαζί μέσα από την επικοινωνία τους και τη δημιουργία τους.
Γι αυτό και η ελευθερία του λόγου οδηγεί  στη δημιουργία του λόγου. Αυτό σημαίνει πως ο αγώνας για την απελευθέρωση του λόγου οδηγεί στο λόγο της ελευθερίας που είναι  η δημιουργία και η ευτυχία; Το εύδαιμον το ελεύθερον. Γιατί ο λόγος της ελευθερίας είναι ο λόγος που χτίζεται από την αρχή και  μαζί χτίζει από την αρχή τον κόσμο.
«Κοιτάξτε τα χείλη μου, λέει ο Ελύτης, από αυτά εξαρτάται ο κόσμος».
Και ο Σεφέρης:
«Στερνός σκοπός τον ποιητή, λέει, δεν είναι να περιγράφει τον κόσμο, αλλά να τον δημιουργεί ονομάζοντάς τον».
Και ο Emil Benveniste:
«Κάθε φορά που ο λόγος ξετυλίγει ένα γεγονός, κάθε φορά ο κόσμος ξαναρχίζει. Καμιά δύναμη δε θα φτάσει ποτέ αυτή τον λόγου, που δημιουργεί τόσο πολλά με τόσο λίγο».
Ύψιστη στιγμή αυτής της δήμιο αργίας είναι εξάπαντος ο ποιητικός λόγος. Η γλώσσα, τότε, αφήνει τον πεζό της βηματισμό και πιάνει τον ποιητικό χορό, για να χορέψει την ελευθερία της και την ευτυχία της. Άλλωστε ο χορός, όπως και κάθε τέχνη, είναι απελευθέρωση. Τότε η λέξη γοητεύει, και ας γυρίζει η ίδια και η ίδια. Και ας μην είναι φανταχτερή και φουντωτή. Δε σταματάς στο τριμμένο της ένδυμα. Είναι η νέα της κίνηση που σε ξαφνιάζει. Ελεύθερη από τους γήινους δεσμούς λυγάει σαν τη χορεύτρια στους ρυθμούς της νέας κάθε φοράς χορογραφίας. Την έχει αγγίξει η χάρις της ελευθερίας κι αυτήν όπως τον αγωνιστή.
Χρίστος Τσολάκης “Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική”
Αντικλείδι , http://antikleidi.com