Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ, ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ


ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
ΚΑΙ ΟΙ
ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΟΥΣ                    ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ
ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ 
  
   Ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για τον ιστορικό των ιδεών, για τον φιλοσοφικό αναλυτή και αναγνώστη, αλλά και για τον απλό περισπουδαστή των φιλοσοφικών θεωριών της ζωής, που θα μελετήσει τα φιλοσοφικά ρεύματα του αιώνα μας, είναι η κατά περίεργη συζυγία ''υπαρξισμού'' και ''φαινομενολογίας''. Πώς έγινε όμως και όχι απλώς συσχετίστηκαν, αλλά και συνεργάστηκαν στενά από το ένα μέρος μιά καθαρά θεωρητική φιλοσοφία που αποτελείται συστηματικά με (νέου τύπου) υπερβατολογικές διερευνήσεις, σαν τη φαινομενολογία του Enmund Husserl, και από το άλλο μιά πυρετική (αγχώδης σχεδόν) ψηλάφηση των προβλημάτων της ανθρώπινης ''κατάστασης'' (με το νόημα που έδωσε στον όρο ο τίτλος του γνωστού βιβλίου του Andre Malraux ), όπως παρουσιάζεται ο Υπαρξισμός στα κείμενα του Karl Jaspers και του Martin Heidegger, του Jean Paul Sartre και του Gabriel Marcel ; Να συνδεθεί ιστορικά η υπαρξιακή φιλοσοφία των χρόνων μας με συγγραφείς σαν τον Soren Kierkegaard και τον Φεντώρ Ντοστογιέφσκι, ακόμη και με παλαιότερους όπως ο Blaise Pascal ή νεώτερους όπως ο Friedrich Nietzsche, είναι ευνόητο. Στο έργο των στοχαστών αυτών υπάρχει και γίνεται εύκολα αντιληπτή μιά κοινή γραμμή που θεμελιώνει την πνευματική τους συγγένεια προς τον σύγχρονο υπαρξισμό : το πάθος για τα καυτά προβλήματα της ζωής, η αγωνία για το τραγικό πεπρωμένο του ανθρώπου, η δυσπιστία προς τη λογική και η περιφρόνηση προς την ευημερία του ανύποπτου θνητού. Ο Husserl όμως σαν φιλόσοφος και σαν άνθρωπος (αν πιστέψουμε όσους τον γνώρισαν από κοντά) δεν ανήκει σ' αυτό το κλίμα. Η μεταφυσική και το δραματικό στοιχείο (απαραγνώριστα και στους ''άθεους'' ακόμη υπαρξιακούς φιλοσόφους : τον Heidegger και τον Sartre) δεν υπάρχουν (δεν γίνονται τουλάχιστο καθόλου αισθητά) στο έργο του. Πρόθεσή του, ρητή και εντελώς σαφής, ήταν να ιδρύσει μιάν ''αυστηρή επιστήμη'' και με την επίμονη εξερεύνηση της δομής των ''φαινομένων'' (όπως αποκαλύπτονται στην καθαρή εμπειρία) να συντάξει τον καταστατικό της χάρτη μιά νέα μέθοδο (Καρτεσιανή στο βάθος) για την προσπέλαση της αμάχητης αλήθειας. Πώς λοιπόν μπορεί να συνδεθεί το όνομά του με το κίνημα του Υπαρξισμού ;
  Ο ιστορικός θα μπορούσε να μνημονέψει και να υπογραμμίσει εδώ μερικά περιστατικά που ασφαλώς δεν στερούνται από σημασία.
1. Όπως ο ''υπαρξισμός'' έτσι και η ''φαινομενολογία'' είναι και παραμένει μιά κατά κύριο λόγο ηπειρωτική ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Ελάχιστη έχει απήχηση στην αγγλική σκέψη και στις Ηνωμένες Πολιτείες (παρά τις έντονες προσπάθειες που κάνει ο καθηγητής Marvin Farber με τα συγγράματα και με το περιοδικό του ''Φαινομενολογία και φιλοσοφική Έρευνα'', καθώς και ο καθηγητής Herbert Spiegelberg που τον Ιούνιο του 1965 εγκαινίασε το πρώτο ''Εργαστήρι της Φαινομενολογίας'' στο Πανεπιστήμιο του Ουάσιγκτον Μο.) δεν φαίνεται να κερδίζει έδαφος. Εκτός από τη Γερμανία κύριες εστίες του βρίσκονται στη Γαλλία και στο Βέλγιο (Λουβαίν), όπου ο Hermann van Breda διέσωσε τα ανέκδοτα έργα του Husserl και δημοσιεύει τη σειρά ''Χουσερλιανά''.
2. Η φήμη του ιδρυτή της ''φαινομενολογίας'' και η γνώση του έργου του απλώθηκαν πολύ αργά, όχι μόνο έξω αλλά και μέσα στην πατρίδα του. Ο κλειστός χαρακτήρας του Husserl και η προτίμησή του προς τη προφορική διδασκαλία (στο πανεπιστήμιο του Φράϊμπουργκ από το 1916) παρά προς τα δημοσιεύματα, καθώς και η δύσκολη γραφή του ήταν οι αιτίες αυτής της καθυστέρησης. Η ακτινοβολία του αρχίζει να γίνεται αισθητή στον ευρωπαϊκό κόσμο ύστερα από τις περίφημες ομιλίες του στη Σορβόννη ''Καρτεσιανοί στοχασμοί''. (Πρωτοδημοσιεύτηκαν σε γαλλική μετάφραση το 1931). Λίγο πριν είχε αρχίσει να μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες και να γίνεται γνωστό σε πλατύτερους φιλοσοφικο-θεολογικούς κύκλους το έργο του Δανού στοχαστή Kierkegaard. Τα χρόνια εκείνα είδε το φως και το τελευταίο βιβλίο του Henri Bergson ''Οι δύο πηγές της Ηθικής και της Θρησκείας'', έργο που (όπως η ''φαινομενολογία'' και ο ''υπαρξισμός'') θέτει στο κέντρο της  φιλοσοφίας την άμεση και ζωντανή ''εμπειρία''
 3. Η γέφυρα της ''φαινομενολογίας'' προς τον ''υπαρξισμό'' χτίζεται από τον Karl Jaspers (ανάμεσα στους πρώτους πρόσεξε το έργο του Husserl και είδε τη μεγάλη σημασία του για την ανανέωση της ψυχολογίας, εξέφρασε όμως και την απογοήτευσή του δυσαρεστημένος από την τροπή που έδινε στη ''φαινομενολογία'' το τρίτο μεγάλο βιβλίο του ιδρυτή της : ''Ιδέες για μιά καθαρή Φαινομενολογία'' (τόμος Ι,1913) και από τον Martin Heidegger, μαθητή και διάδοχο του Husserl στο πανεπιστήμιο του Φράϊμπουργκ, με το πρώτο και βασικό έργο του ''Είναι και Χρόνος'' (1927)).
4. Λίγα χρόνια πριν τον τελευταίο πόλεμο και κατά τη γερμανική κατοχή τέσσερις Γάλλοι φιλόσοφοι )απ' αυτούς οι δύο έγιναν κορυφαίοι υπαρξιακοί) γνωρίζουν και μελετούν συστηματικά το έργο του Husserl : o Gabriel Marcel, o Jean-Paul Sartre, o Gaston Berger και ο Maurice Merleau-Ponty. Με αυτούς θα περάσει η ''φαινομενολογία'' στη σύγχρονη γαλλική σκέψη, όπου βρήκε το έδαφος προετοιμασμένο από τη φιλοσοφία του Henri Bergson. (Χαρακτηριστικό για τη συνάφεια αυτή είναι το γεγονός ότι στη δίτομη ανθολογία τους : ''Η Φιλοσοφία στον Εικοστό Αιώνα'', τόμ. ΙΙ, Νέα Υόρκη 1962, οι εκδότες καθηγ. W. Barrett και  H. D. Aiken στο κεφάλαιο Φαινομενολογία και Υπαρξισμός παραθέτουν κείμενα των Husserl, Heidegger, Berson, Marcel, Sartre και Albert Camus.)
  Τα γεγονότα αυτά δεν μπορούν βέβαια να εξηγηθούν με την απλή σύμπτωση. Και ο ιστορικός έχει ασφαλώς το δικαίωμα να τα τονίσει και να τα συσχετίσει. Πολύ πειστικότερη όμως για το φιλόσοφο (και η μόνη που του ταιριάζει) είναι η συγγένεια των ιδεών. Τί κοινό υπάρχει μεταξύ ''φαινομενολογίας'' και ''υπαρξισμού'' στο χώρο των ιδέων ; Να πήρε από του παλαιότερους πρόδρομους του ''υπαρξισμού'' ο Husserl αποκλείεται. Εκείνος ξεκίνησε από τα μαθηματικά και τη λογική και οικεία περιοχή του έμεινε πάντα η γνωσιοθεωρία και η μεθοδολογία της επιστήμης  (της φυσικής κατά κύριο λόγο και της ψυχολογίας, όχι της ιστορίας και των άλλων κοινωνικών επιστημών). Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο ίδιος αποδοκίμαζε τις προεκτάσεις που έδιναν στις θεωρήσεις του ο Μax Scheller και αργότερα ο Μartin Heidegger. Τί λοιπόν  έδωσε με την μέθοδο και την υπερβατολογική κριτική του στους Γερμανούς και Γάλλους στοχαστές που φιλοσόφησαν απάνω στα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης ; Ιδού ένα ζήτημα που αξίζει να εξεταστεί. Αυτή μας η μικρή έρευνα δεν έχει την αξίωση να το ερευνήσει συστηματικά, αποτελεί απλώς ένα σχεδίασμα εισαγωγής στη μελέτη του θέματος.
   Τον αναγνώστη που επιθυμεί να κατατοπιστεί στο περιεχόμενο της ''φαινομενολογίας'', τον συμβουλεύω - μέσ' από τον όγκο της σχετικής βιβλιογραφίας - να ξεχωρίσει και να προσέξει  εκτός από τα ίδια τα κείμενα του Husserl, τα εξής ουσιαστικά βοηθήματα :  
1. Gaston Berger, ''Le cogito de Husserl'', Paris 1942.
2. Ludwig Landgrebe, ''Phanomenologie und Mataphysik'', Hamburg 1948.
3. Marvin Farber, '' The Foudations of Phenomenology. Edmund Husserl and the Quest for a rigorous Science of Philosophy'', New York 1967.


           

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

''Η ΘΑΛΑΣΣΑ'', ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

 

ΚΛΑΣΙΚΗ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ              ''Η ΘΑΛΑΣΣΑ''
                                         
Ανδρέας Καρκαβίτσας                                          
                                                            
ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΩΡΗΣ

  Ο πατέρας μου - μύρο το κύμα που τον τύλιξε - δεν είχε σκοπό να με κάνη ναυτικό.
- Μακριά, έλεγε, παιδί μου, απ' τ' άτιμο στοιχειό ! Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασέ την, εκείνη το σκοπό της. Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά - γρήγορα θα σου σκάψη το λάκκο ή θα σε ρίξη πετσί και κόκκαλο, άχρηστο στον κόσμο. Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει.
   Και τα έλεγε αυτά άνθρωπος που έφαγε τη ζωή του στο καράβι, που ο πατέρας, ο πάππος, ο προπάππος, όλοι ως τη ρίζα της γενιάς ξεψύχησαν στο παλαμάρι. Μα δεν το έλεγε μόνο αυτός, αλλά κι οι άλλοι γέροντες του νησιού, οι απόμαχοι των αρμένων τώρα, και οι νιώτεροι, που είχαν ακόμη τους κάλους στα χέρια, όταν κάθιζαν στον καφενέ να ρουφήξουν τον ναργιλέ, κουνούσαν το κεφάλι και στενάζοντας έλεγαν :
- Η θάλασσα δεν έχει πια ψωμί. Ας είχα ένα κλήμα στη στεριά και μαύρη πέτρα να ρίξω πίσω μου.
   Η αλήθεια είναι πως πολλοί τους όχι κλήμα, αλλά νησί ολάκερο μπορούσαν ν'αποχτήσουν με τα χρήματά τους. Μα όλα τα έρριχναν στη θάλασσα. Παράβγαιναν ποιός να χτίση μεγαλύτερο καράβι, ποιός να πρωτογίνη καπετάνιος. Και γω που άκουα συχνά τα λόγια τους και τα έβλεπα τόσο ασύμφωνα με τα έργα τους δεν μπορούσα να λύσω το μυστήριο. Κάτι, έλεγα, θεϊκό ερχόταν κι έσερνε όλες εκείνες τις ψυχές και τις γκρέμιζε άβουλες στα πέλαγα, όπως ο τρελλοβοριάς τα στειρολίθαρα.
   Αλλά το ίδιο κάτι μ' έσπρωχνε και μένα εκεί. Από μικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήματά μου να ειπείς, στο νερό τα έκαμα. Το πρώτο μου παιγνίδι ήταν ένα κουτί από λουμίνια, μ' ένα ξυλάκι ορθό στη μέση για κατάρτι, με δυό κλωστές για παλαμάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και με την πύρινη φαντασία μου που το έκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έρριξα στη θάλασσα με καρδιοχτύπι. Αν θέλης, ήμουν και γω εκεί μέσα. Μόλις όμως το απίθωσα και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάμω άλλο μεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιμανάκι του 'Αϊ-Νικόλα. Το έρριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυμπώντας ως την έμπατη του λιμανιού, που το πήρε το ρέμα μακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύμπι πρώτος, τα λέπια μου έλειπαν.
- Μωρέ΄γειά σου, και συ θα μας ντροπιάσης όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν μ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.
   Εγώ καμάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους. Τα βιβλία - πήγαινα στο Σχολαρχείο θυμούμαι - τα έκλεισα για πάντα. Τίποτα δεν έβρισκα μέσα να συμφωνή με τον πόθο μου. Ενώ εκείνα που είχα γύρω μου, ψυχωμένα κι άψυχα, μου έλεγαν μύρια. Οι ναύτες με τα ηλιοκαμένα τους πρόσωπα και τα φανταχτερά ρούχα, οι γέροντες με τα διηγήματά τους, τα ξύλα με τη χτυπητή κορμοστασιά, οι λυγερές με τα τραγούδια τους :
      Όμορφος πού 'νε ο γεμιτζής, όταν βραχή κι αλλάξη
    και βάλη τ' άσπρα ρούχα του και στο λιμάνι κάτση.
   Το άκουα από την κούνια μου κι έλεγα πως ήταν φωνή του νησιού μας, που παρακινούσε τους άντρες στη θαλασσινή ζωή. Έλεγα πότε και γω να γίνω γεμιτζής και να κάτσω θαλασσοβρεμμένος στο τιμόνι. Θα γινόμουν όμορφος τότε, παλλήκαρος σωστός, θα με καμάρωνε το νησί, θα με αγαπούσαν τα κορίτσια ! Ναι, την αγαπούσα τη θάλασσα !Την έβλεπα να απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μάθω το μυστικό της. Την έβλεπα, ωργισμένη άλλοτε, να δέρνη με αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύη τα χάλαρα, να σκαλώνη στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάη, λες και ζητούσε να φτάση στην καρδιά της Γης για να σβήση τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την αναγκάσω να με κυνηγήση, να νιώσω τον αφρό της απάνω μου, όπως πειράζουμε αλυσοδεμένα τ' αγρίμια. Και όταν έβλεπα καράβι να σηκώνη την άγκυρα, να βγαίνη από το λιμάνι και ν' αρμενίζη στ' ανοιχτά, όταν άκουα τις φωνές των ναυτών που γύριζαν τον αργάτη και τα καταβοδώσματα των γυναικών, η ψυχή μου πετούσε θλιβερό πουλάκι απάνω του. Τα σταχτόμαυρα πανιά, τα ολοφούσκωτα, τα σχοινιά τα κοντυλογραμμένα, τα πόμολα που άφηναν φωτεινή γραμμή ψηλά μ' έκραζαν να πάω μαζί τους, μου έταζαν άλλους τόπους, ανθρώπους άλλους, πλούτη, χαρές, φιλιά. Και νυχτοήμερα η ψυχή μου κατάντησε άλλον πόθο να μην έχη παρά το ταξίδι. Ακόμη και την ώρα που ερχόταν πικρό χαμπέρι στο νησί και ο πνιγμός πλάκωνε τις ψυχές όλων και χυνόταν βουβή η θλίψη από τα ζαρωμένα μέτωπα ως τ' άψυχα λιθάρια της ακρογιαλιάς, όταν έβλεπα τα ορφανοπαίδια στους δρόμους και τις γυναίκες μαυροφόρες, απαρηγόρητες τις αρραβωνιαστικές, όταν άκουγα να διηγούνται ναυαγοί το μαρτύριό τους, πείσμα μ' έπιανε που δεν ήμουν και γω μέσα, πείσμα και σύγκρυο μαζί.
   Δεν κρατήθηκα περισσότερο. Έλειπε ο πατέρας με τη σκούνα στο ταξίδι. Μίσευε κι ο καπετάν Καλιγέρης, ο θείος μου, για τη Μαύρη Θάλασσα. Του έπεσα στο λαιμό, τον παρακάλεσε κι η μάνα μου από φόβο μην αρρωστήσω, με πήρε μαζί του.
- Θα σε πάρω, μου λέει, μα θα δουλέψεις, το καράβι θέλει δουλειά. Δεν είναι ψαρότρατα νάχης φαί και ύπνο.
   Τον φοβόμουνα πάντα το θείο μου. Ήταν άγριος και κακός σε μένα, όπως και στους ναύτες του. Κάλλιο σκλάβος στ' Αλιτζέρι - παρά με τον Καλιγέρη, έλεγαν για να δείξουν την απονιά του. Ό,τι παστό παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλιάρος, αλεύρι πικρό, σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρί-τεμπεσίρι, στην αποθήκη του Καλιγέρη βρισκότανε. Κι ο λόγους του΄πάντα προσταγή, αγριοβλαστήμια και βρισίδι. Μόνον απελπισμένοι πήγαιναν στη δούλεψή του. Μα ο μαγνίτης που έσερνε την ψυχή μου έκανε να τα λησμονήσω όλα. Να πατήσω μιά στην κουβέρτα, έλεγα, και δουλειά όση θες.
   Αληθινά ρίχτηκα στη δουλειά με τα μούτρα. Έκαμα παιγνίδι τις ανεμόσκαλες. Όσο ψηλότερη η δουλειά, τόσο πρόθυμος εγώ. Μπορεί ο θείος μου να ήθελε να παιδευτώ από την αρχή για να μετανιώσω. Από την πλύση της κουβέρτας στο ξύσιμο, από το ράψιμο των πανιών στων σχοινιών το πλέξιμο, από το λύσιμο των αρμένων στο δέσιμο. Τώρα στην τρόμπα, τώρα στον αργάτη, φόρτωμα-ξεφόρτωμα, καλαφάτισμα, χρωμάτισμα, πρώτος εγώ. Πρώτος ; Πρώτος, τί μ' έμελλε ; Μου έφτανε πως ανέβαινα ψηλά στη σταύρωση κι έβλεπα κάτω τη θάλασσα να σχίζεται και να πισωδρομή υποταχτική μου. Τον άλλον κόσμο, τους στεριανούς, με θλίψη τους έβλεπα.
-Ψέ !...έλεγα με περιφρόνηση. Ζούνε τάχα κι εκείνοι !
  Απάνω στο μεθύσι μου ακούω τη φωνή του καπετάνιου να βροντά δίπλα μου :
- Μάϊνα πανιά !...Μάϊνα και στρίγγα πανιά !...
   Τρόμαξα και τρέχω πίσω από τους ναύτες. Πηδούν εκείνοι στους φλόκους, κοντά και γω. Σκαρφαλώνουν στις σταύρωσες, απάνω και γω. Σε πέντε λεπτά το μπάρκο έμεινε ξυλάρμενο. Μα ο καπετάνιος δεν έπαυε να φωνάζη, να βρίζη και να βλαστημά. Τον κοιτάζω, ανάθεμα και κατάλαβα τί έλεγε.
- Μωρέ τί τρέχει ; ρωτάω το διπλανό μου, εκεί που δέναμε τον παπαφίγγο.
- Η τρόμπα, δεν βλέπεις ; Ο σίφουνας !
   Σίφουνας ! έφριξα. Ακουστά είχα τα θύματά του, πως σαρώνει ό,τι λάχη στο διάβα του, σχίζει πανιά, ρίχνει κατάρτια, γονατίζει πλεούμενα. Τώρα τον έβλεπα με τα μάτια μου. Δεν ήταν ένας, ήταν τρεις-τέσσερες. Οι δυό κατά το Βατούμ, οι άλλοι δίπλα στ' ανοιχτά. Κι εμπρός μας ο Καύκασος, σκουντούφλης, έδειχνε τα χαλαρόφραχτα περιγιάλια του. Ο ουρανός συγνεφοσκεπασμένος, η θάλασσα μαυριδερή μ' ένα ελαφρό τρέμουλο, σαν να είχε ανατριχίλα. Πρώτη φορά που είδα φοβισμένη τη φιλενάδα μου.
   Ο ένας σίφουνας λιγνός, καμαρωτός σαν προβοσκίδα ελέφαντα, κρεμόταν στα νερά μαύρος και ακίνητος. Ο άλλος χοντρός, ολόϊσιος, κόπηκε άξαφνα στη μέση σαν καπνοκολώνα, σκόρπισε η βάση του και απόμεινε γλωσσίδι κρεμασμένο από τα σύγνεφα. Είδα να τεντώνη το λαιμό του εδώ και κει, να κινή τις φούντες του σαν φιδόγλωσσες, λες και ζητούσε κάτι στα νερά, και άξαφνα να κουλουριάζεται και να φωλιάζη στα σύσκοτα. Ο τρίτος όμως, σταχτόμαυρος, σαν κορμός λεύκας, αφού ρούφηξε και πρίσθηκε καλά, δραμπαλίστη και βάδισε καταπάνω μας.
- Κάτου μωρέ ! κάτου ! ακούω τη φωνή από το κάσαρο.
   Γυρίζω, οι ναύτες είχαν κατεβή. Εγώ, αγκαλιασμένος καλά στο κορζέτο, ξεχάστηκα κοιτάζοντας το θάμα. Γλίστρησα δίπλα στον καπετάνιο. Τον βλέπω με μάτια γουρλωμένα να κοιτάζη το στοιχειό. Στο δεξί χέρι κρατούσε ένα μαυρομάνικο λάζο κι έστεκε πίσω στο πρυμιό κατάρτι, σαν να το έβανε μετερίζι. Κοντά ο ναύκληρος, γέμιζε βιαστικά το σκουριασμένο τρομπόνι και γύρω οι ναύτες κοίταζαν πότε τον ουρανό, πότε τη θάλασσα κερωμένοι.
   Ο σίφουνας ωστόσο πλάκωνε φρεροπόδαρος, ρουφώντας το νερό και τινάζοντάς το στον ουρανό, μαύρη καταχνιά κι αντάρα. Τώρα έλεγες θα μας γδύση το καράβι ή θα το σηκώση σύσκαρμο ψηλά. Έτσι έφτασε δυό οργυές μακριά μας. Έφεγγε ολοστρόγγυλος, ξανθοπράσινος, σαν καπνισμένο κρύσταλλο και μέσα του ανεβοκατέβαινε το έμβολο, λες και ήθελε να σβήση μεγάλη πυρκαγιά στα επουράνια.
 - Βάρα ! προστάζει ο καπετάνιος.
   Ο ναύκληρος αδειάζει απάνω του το τρομπόνι. Παλιόκαρφα, μολύβια, στουπιά, όλα χώνεψαν στα πλευρά του. Φάνηκε να τρεμουλιάζη και σταμάτησε. Δοκίμασε πάλι να κινηθή, έκαμε δυό κλωθογυρίσματα στον τόπο και στάθηκε πάλι σμίγοντας τη θάλασσα με τον ουρανό.
- Δεν κάμαμε τίποτα, είπε πικραμένος ο καπετάνιος στο ναύκληρο.
- Το βλέπω και γω. Κάνε την πεντάλφα, καπετάνιε, και το κρίμα το παίρνω.
-Θεέ μου, ήμαρτον, ψιθύρισε αποφασιστικά εκείνος κάνοντας το σταυρό του.
   Και με το λάζο χάραξε μιά πεντάλφα απάνω στο κατάρτι και είπε τρεις φορές :
- Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος.
   Και κάρφωνε το μαχαίρι στη μέση της πεντάλφας, σαν να το κάρφωνε στα σπλάχνα του θεριού.
   Βρόντος ακούστηκε, λες κι έσκασε κανόνι και μέγα κύμα κύλησε επάνω στο κατάστρωμα Σύγκαιρα ο Καύκασος άστραψε και βρυχήθη τρανολάλητα, δρόλαπας εξέσπασε κι η θάλασσα η φοβισμένη άφρισε τώρα και μάνιασε απ' άκρη σ' άκρη του πόντου.
- Ίσια πανιά ! πρόσταξε ο καπετάνιος γοργά. Τις γάμπιες ! τους φλόκους ! τα τρέγα !...Κατσάρετε τις σκότες !
   Ανοίξαμε τα πανιά και το μπάρκο έπιασε πάλι τη γραμμή του.
   Τρεις βδομάδες αργότερα κατεβήκαμε στην Πόλη φορτωμένοι. Εκεί έλαβα πρώτο γράμμα στης μάννας μου. Πρώτο γράμμα, πρώτο μαχαίρι στην καρδιά μου.
''Παιδί μου, Γιάννη μου, έλεγε η γριά. Όταν γυρίσης πάλι στο νησί με τη βοήθεια του Άϊ-Νικόλα και την ευκή μου, δε θα είσαι πια καπετάνιου παιδί. Πάει ο πατέρας σου, η όμορφη σκούνα πάει, πάνε οι δόξες μου ! Τα ρούφηξε όλα η Μαύρη Θάλασσα. Τώρα δεν έχεις παρά το χαμόσπιτο, εμένα την άφτουρη και το Θεό. Γειά στα χέρια σου ! Δούλεψε, παιδί μου, και τίμα το θείο σου. Αν σου μένη κάποτε ξεδούλειο, στέλνε το ν' ανάβω το καντήλι του Άγιου για την ψυχή του πατέρα σου''.
   Σταύρωσα τα χέρια μου, κοίταξα με βουρκωμένα μάτια τη θάλασσα. Τα λόγια της γραφής μου φάνηκαν απόφωνο στα λόγια του πατέρα μου. Τόσα χρόνια καραβοκύρης και τώρα η χήρα του πρόσμενε το δικό μου ξεδούλειο, για να κάμη τα κόλλυβά του ! Και κείνου το κορμί, τα σιδερένια μπράτσα ποιός ξέρει τάχα σε τί χάλαρα δέρνονται, ποιός γλάρος τα πετσοκόβει, ποιό κύμα να λευκαίνη τα ψιλόλιγνα κόκκαλα !
   Ωϊμέ ! Ανταμώσαμε για ύστερη φορά μόλις μπήκε στη Θεοδοσία. Καθώς με είδε ψηλά να μαϊνάρω τον τρίγγο, έκαμε το σταυρό του κι έμεινε άφων' άλαλος.
- Τί τον κοιτάς, καπετάν Αγγελή ; του φωνάζει ο Καλιγέρης, δεν τον αλλάζω με τον καλύτερο ναύτη σου.
   Εγώ διπλοπαρακάλουν ν' ανοίξη η θάλασσα να με καταπιή. Όσο ένιωθα απάνω μου το βλέμμα του, ησυχία δεν έβρισκα. Έτρεχα βιαστικός, από τη μιά άκρη στην άλλη, κατέβαινα στην πλώρη, ανέβαινα στο κάσαρο, δούλευα την τρόμπα. Εκείνος κατάλαβε πως τα είχα σαστισμένα και δε σηκώθηκε από τη θέση του, μόνο με ακολουθούσε με βλέμμα παραπονιάρικο σα να μ' έβλεπε στο νεκροκρέβατο.
   Μόλις τον αγνάντεψα, θέλησα να κρυφτώ, αλλ' από μακριά τόσο προσταχτικά ήταν το νόημά του, που τα πόδια μου κόπηκαν.
- Βρε, παιδί μου, τί έπαθες ; μου λέει. Το σκέφτηκες καλά τί θα κάμης ;
    Πρώτη φορά γνώρισα τη γλύκα της φωνής του. Δε σάστισα όμως.
- Πατέρα, του είπα, το σκέφτηκα. Κακό και ψυχρό μπορεί να είναι το κίνημά μου, μα δε δύναμαι να κάμω αλλιώς. Δεν μπορώ να ζήσω αλλιώτικα. Με κράζ' η θάλασσα. Μη θες να με μποδίσης. Άσε με κει που βρίσκομαι, γιατί θα πάρω τα μάτια μου και δε με ξαναβλέπεις.
   Έκαμε το σταυρό του, στάθηκε λίγο, με κοίταξε κατάματα, κούνησε το κεφάλι.
- Καλά, παιδί μου, είπε, κάμε ό,τι σε φωτίση ο Θεός. Εγώ έκαμα το χρέος μου. Ούτε έξοδα λυπήθηκα ούτε λόγια, θυμήσου το, να μη με αναθεματάς αργότερα. Πήγαινε στη ευκή μου.
    Ύστερή του ευκή, πρώτη μου θλίψη. Η θάλασσα στο πρώτο μου ταξίδι πλήρωσε την αγάπη μου. Έμεινα πια αναγκαστικός δουλευτής του καπετάν Καλιγέρη. Δουλευτής για το ψωμάκι. Το ψωμάκι το δικό μου και της καπετάνισσας. Αλλά με όλη τη συμβουλή της ούτε να τιμήσω ούτε να δουλέψω μπόρεσα περισσότερο το θείο μου. Αν είναι να δουλέψω ναύτης, σκέφτηκα, δόξα σοι ο Θεός, βρίσκονται κι άλλα καράβια. Από να δέχωμαι τις βρισιές του συγγενή μου, καλύτερα ενός ξένου. Αποφάσισα στο πρώτο λιμάνι να ξεμπαρκάρω με το καλό.
- Με το καλό, άσε και να ιδής, λέει ο καπετάν Καλιγέρης, όταν μάντεψε το σκοπό μου.
  Πάω μία μέρα να του ζητήσω λάδι για το φαγί.
- Δεν έχει, μου λέει, το τρώει κείνος που κάθεται στο τιμόνι.
   Πάω δεύτερη, το ίδιο. Πάω τρίτη, πάλι το ίδιο. Φυλάω και γω μιά μέρα που ήμουν στο τιμόνι, παίρνω τον Άϊ-Νικόλα τον δένω στο δοιάκι και το αφήνω μάρμαρο.
   Το καράβι άρχισε να γυρίζη σαν άμυαλο στη θάλασσα.
- Μπρε Γιάννη ! φωνάζει ο καπετάνιος. Ποιόν άφηκες στο τιμόνι ;
- Εκείνον που τρώει το λάδι.
  Οι ναύτες σκάνε στα γέλια. Θυμώνει.
- Να φύγης ! μου λέει, γρήγορα τα ρούχα σου κι όξω.
- Να φύγω, το λογαριασμό.
  Με παίρνει στην κάμαρα κι αρχίζει να στρώνη το λογαριασμό κατά τη συνήθειά του.
- Την τάδε μέρα συμφωνήσαμε, την τάδε μπήκες μέσα, την άλλη έφερες τα ρούχα σου, την άλλη φύγαμε, την άλλη έπιασες δουλειά. Δεν είναι έτσι ;
  Ούτε πολλές ούτε λίγες. Πέντε ημερών μισθό μου έτρωγε. Πάλι καλά.
- Έτσι, του απάντησα.
  Και βγήκα με δυό σβάντσικες στη Μεσσήνα.
                                                                              *
  Άρχισε τώρα η ζωή του ναύτη με τα όλα της. Ζωή και τάξη. Μερμήγκι σωστό. Μερμήγκι στη δουλειά, ποτέ όμως και στο σύναγμα. Τί να έβρης, τί να συνάξης ; Μεροδούλι μεροφάϊ. Ένα ζευγάρι ποδήματα, ένας μισθός. Ενας μουσαμάς, άλλος μισθός. Ένα γλέντι στο Κεμέρ-Αλτί, άλλος. Ενας μήνας άδουλος, έξη χρέος. Σύρε να κάμης κομπόδεμα και να κυβερνήσης σπίτι. Δόξα να έχη ο Χάρος που μου τό 'κλεισε γρήγορα, πέθανε η καπετάνισσα στο χρόνο απάνω κι έτσι ξενιάσαμε. Από καράβι σε καράβι, δέκα χρόνια τα έκλεισα στη θάλασσα. Τα λόγια του πατέρα μου νυχτοήμερα στ' αυτιά μου. Μα τί το όφελος ; Βάρα του μαχαιριού γροθιά. Αν είχα και γω ένα κλήμα στη στεριά, πέτρα μαύρη θα έρριχνα. Μα πού το κλήμα ; Απόφαση το πήρα. Ή το κύμα θα με φάη ή θα με δώση πετσί και κόκκαλο στον κόσμο. Καλά λοιπόν, ζωή χαρισάμενη ! Δουλειά και γλέντι. Μήγαρις ήμουν μοναχός ; Όλος ο ναυτόκοσμος έτσι δέρνεται. Έκαμα σε τόσα καράβια, είδα και τους ξένους, μα δε ζήλεψα τη τύχη τους. Παντού ίδια η ζωή του ναύτη. Βρισιές από τον καπετάνιο, από τον φορτωτή καταφρόνια, φοβέρες από τη θάλασσα, σπρωξίματ' από τη στεριά. Όπου και να γυρίσης, στα κόντρα βρίσκεσαι.
   Μιά φορά που ήρθα στο Πειραιά με την εγγλέζικη φρεγάδα, είπα να πάω στη πατρίδα. Από τότε που έφυγα με τον Καλιγέρη δε γύρισα ποτέ. Η τύχη με άρπαξε στα φτερά της και μ' έφερε σβούρα στη γη. Πήγα, ήβρα το σπίτι χάρβαλο, τον τάφο της μάννας μου χορταριασμένο και μία μικρούλα μου αγαπητικιά σωστή αντρογυναίκα. Έκαμα τρισάγιο της μάννας μου, άναψα κερί στην ψυχή του πατέρα μου, έρριξα και δυό ματιές στην παλιά μου αγάπη. Στη δεύτερη ματιά ανατρίχιασα.
- Ποιός ξέρει, συλλογίστηκα, ποιός ξέρει αν άκουα του πατέρα μου τα λόγια, τάχα δε θα ήμουν σήμερα ο άντρας της Μαριώς ;
  Ο πατέρας της, ο καπετάν Πάραρης, ήταν παλιός καραβοκύρης, συνομήλικος του δικού μου. Στάθηκε τυχερός στη θάλασσα, την τρύγησε καλά, ήβρε την περίσταση, πούλησε το μπάρκο, αγόρασε χωράφια και τα έκαμε περιβόλι. Μούντζωσε για πάντα το ταξίδι.
   Την άλλη μέρα δεν έφυγα, όπως είχα σκοπό, ούτε την άλλη. Ούτε αποβδόμαδα. Δεν ξέρω τί με κράταγε κει, δουλειά δεν είχα. Μα κάθε στιγμή στο νου μου ερχόταν λυχνοσβήστης ο συλλογισμός :
- Αν άκουα του πατέρα μου τα λόγια, τάχα δε θα ήμουνα σήμερα ο άντρας της Μαριώς ;
  Κι έκοβα βόλτες κάτω από το σπίτι της. Επιανα κάθε κοντόβραδο το δρόμο που πήγαινε στο πηγάδι για νερό, να πάρω μιά ματιά. Τί τα θες, τί τα γυρεύεις ; Την αγάπησα τη Μαριώ. Όταν την έβλεπα να διαβαίνη χαμηλόθωρα, λεβεντοπερπάτητη, με στήθη μεστωμένα και τα μαλλιά ανεμιστά στις πλάτες, ποθούσα να κολλήσω απάνω της. Ο μαγνήτης που μ' έσυρε άπραγο παιδί στη θάλασσα, μ' έσερνε τώρα στη γυναίκα. Με το ίδιο πάθος ρίχτηκα στ' αχνάρια της πεντάμορφης. Εκεί έβαλα προξενητή τον καπετάν Καλιγέρη, εδώ τη γριά Καλομοίρα.
- Δε φεύγω, αν δεν πάρω απόκριση, συλλογίστηκα.
   Η προξενήτρα τα κατάφερε μιά χαρά. Ζάχαρη έβαλε στα λόγια της και πλάνευσε κορίτσι και πατέρα ευθύς.
- Να σου ειπώ, μου λέει ο καπετάν Πάραρης ένα βράδυ παράμερα. Ο σκοπός σου καλός και τίμιο το φέρσιμό σου. Δε θέλω και καλύτερο να μπάσω σπίτι μου παρά το γιο του φίλου μου, του αδελφού μου. Το Μαριώ είναι δικό σου, με μία συμφωνία. Θ' αρνηθής τη θάλασσα. Εκείνο που έλεγε ο πατέρας σου το λέω και γω. Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Θα την αφήσης λοιπόν τη θάλασσα.
-Μα τί να κάμω ; του είπα, πώς θα ζήσω ; Ξέρεις καλά πως άλλη τέχνη δεν έμαθα.
- Το ξέρω. Μα το Μαριώ έχει το δικό του.
- Λοιπόν, θα πάρω γυναίκα να με τρέφη ;
-Όχι, δε θα σε τρέφη, μη θυμώνεις. Δε θέλω να σε προσβάλω. Θα δουλέψης, θα δουλέψετε κι οι δυό. Είναι το περιβόλι, είναι τ' αμπέλι, είναι το χωράφι. Δουλευτάδες καρτερούν.
   Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα και τίποτε άλλο. Τη θάλασσα την αρνιόμουν και την απαρνιόμουν. Είχα καταντήσει σαν τον Ά¨-Λιά που πήρε στον ώμο το κουπί και ανέβη στα βουνά, ζητώντας κατοικία εκεί που οι άνθρωποι δεν ήξεραν τ' όνομά του. Παρόμοια και γω. Ούτε τ' όνομά της, ούτε το χρώμα της. Τα κάλλη της δεν είχαν για μένα μυστικά, τα μάγια λύθηκαν.
-Σύμφωνοι, του είπα, έχεις το λόγο μου.

       Τρία χρόνια έκαμα με το Μαριώ απάνω στο Τραπί, χωριό του πεθερού μου, τρία χρόνια ζωή αληθινή. Έμαθα την αξίνα και δούλευα μαζί της το περιβόλι, το αμπέλι, το χωράφι. Πώς πέρναε ο καιρός δε το κατάλαβα. Δουλειά κι αγάπη. Τώρα σκάφταμε, τώρα τρέχαμε κάτω από τις κιτριές σαν πουλαράκια πρωτόβγαλτα. Έμαθα να σκαλίζω τις κιτριές, να κλαδεύω τ' αμπέλι, να ορφώνω το χωράφι. Είχα πενήντα τάλληρα από το κίτρο, είκοσι από το κρασί, από το σιτάρι σαράντα, χωριστά ο σπόρος και η φάκνα του σπιτιού. Πρώτη φορά είδα ζωντανή στα χέρια μου την πληρωμή. Το άλαλο χώμα έκανε χίλιους τρόπους, χρώματα, σχήματα, μυρουδιές, καρπούς και άνθη για να λαλήση, ''ευχαριστώ'', να μου ειπή που το δούλευα. Άνοιγα τ' όργωμα και τ' όργωμα έμενε στη θέση του, δεχότανε το σπόρο, τον έκρυβε από τα πετεινά, τον ζέσταινε και τον νότιζε ως που τον έδειχνε πάλι στα μάτια μου ολόδροσο, χλωροπράσινο, χρυσαφένιο, σαν να μου έλεγε : Κοίτα πώς τον ανάστησα ! Αλάφρωνα το κλήμα από το βάρος του καί το κλήμα δακρύζοντας τιναζόταν χαρούμενο τα μάτια του άνοιγε σαν πεταλούδα και άξαφνα πρόβαινε σταφυλοφορτωμένο. Καθάριζα την κιτριά κι εκείνη βεργολυγερή, πανώρια, ψήλωνε φουντωτή καμαρωτή, μου χάριζε ίσκιο στα μεσημεριανά κάματα και ύπνο αρωματισμένο τις νύχτες, το είναι μου όλο το δρόσιζε με τον χρυσόξανθο καρπό της ! Α ! Ο Θεός εβλόγησε τη Γη που της έδωκε αίσθημα. Όχι εκείνο το αναίσθητο στοιχειό που το αβλακώνεις και τρέχει να σβήση τ' αχνάρι σου, το καλοπιάνεις, το παινεύεις, το τραγουδάς και κείνο σε σπρώχνει σαν να σου λέη ''τί θες εδώ !'' και βρυχιέται να σου ανοίξη το λάκκο. Ο Κάης, θαλασσινός έπρεπε να πάη έπειτ' από το κακούργημα.
     Κάθε ηλιοβασίλεμα ανεβαίναμε στο χωριό. Εμπρός εκείνη με τα κατσικάκια κουδουνοστόλιστα και παιγνιδιάρικα, πίσω εγώ με την αξίνα στον ώμο και τη μούλα φορτωμένη καψόξυλα. Άναβε τη φωτιά το Μαριώ να ετοιμάση το δείπνο μας. Άναβα και γω την πίπα μου στο κατώφλι ξαπλωμένος, ανάμεσα στο ξανθό αγιόκλημα που σκάλωνε στους τοίχους, που δε ζητούσαν παρά λίγο σκάλισμα, κόμπο νεράκι για να μας λούσουν με μόσκους.
- Καλή 'σπέρα.
-Καλή σου 'σπέρα.
-Καλή νύχτα.
-Καλό ξημέρωμα.
   Άλλαζα καρδιοστάλαχτες ευχές με τους συντοπίτες μου. Δεν κοίταζα πια τον ουρανό, δεν ξέταζα του φεγγαριού τη θέση, το τρεμολάμπημα των άστρων, του ανέμου το φύσημα, της πούλιας την ανατολή. Και όταν αργά στης γυναίκας μου την αγκαλιά, ποιός κόρφος και ποιό λιμάνι πλάνο μπορούσε να χαρίση την ευτυχία μου !
   Έτσι πέρασε ο δεύτερος χρόνος και μπήκαμε στον τρίτο. Μιά Κυριακή του Φλεβάρη κατέβηκα με τη γυναίκα μου στον Άϊ-Νικόλα. Ο ξάδερφός της ο καπετάν Μαλάμος βάφτιζε το μπρίκι του και μας είχε καλεσμένους στη χαρά Ήταν ωραία ημέρα - αρχή του πόθου μου. Ο ταρσανάς παράμεστος από την άρμη του νερού, τη μυρουδιά του κατραμιού, της πίσσας, των σχοινιών. Λόφοι τα στουπιά, σωροί τα σίδερα. Και απ' άκρη σ' άκρη της ακρογιαλιάς βαρκούλες ομορφοβαμμένες, μπρίκια ανασκελωμένα γολέτες ξερμάτωτες, καρίνες αμακιασμένες και στρειδοφόρτωτες, σκελετοί καϊκιών, σκούνας, τρεχαντηριού, άλλοι με το κοράκι και το σταυρό, άλλοι ντυμένοι ως την κουπαστή, μισοτελειωμένοι άλλοι. Όλα του ναυτόκοσμου τα σύνεργα, οι απλοί πόθοι και οι μεγάλες ελπίδες, ξυλόχτιστες έστεκαν στην αμμουδιά. Οι καλεσμένοι όλο το νησί μας - γιορτινοντυμένοι γύριζαν στα σκαριά, πηδούσαν μέσα τα παιδιά, τα ψηλαφούσαν οι άντρες, τα καμάρωναν, τους μιλούσαν πολλές φορές. Έλεγαν την αξία τους, λογάριαζαν τη γοργάδα τους, συμβούλευαν τον πρωτομάστορα για το καθετί.
   Το μπρίκι του καπετάν Μαλάμου απάνου στη σκάρα του, με την πλώρη σπαθωτή, στεφανοζωσμένη την πρύμη, με τα ποντίλια του απλωτά ζερβόδεξα, έμοιαζε σαρανταποδαρούσα κοιμάμενη στην αμμουδιά. Ολογάλαζη η θάλασσα άστραφτε και παιγνίδιζε κι έφτανε γλώσσες-γλώσσίτσες στα πόδια του, το ράντιζε με τον αφρό της, του κελαίδούσε μυστικά και μπιστεμένα :
-Ελα, έλα, να σε πλαγιάσω στους κόρφους μου, να σε αναστήσω μ' ένα μου φίλημα. Τί κάθεσαι άψυχο ξύλο και βάρυπνο ; Δε βαρέθηκες του δάσου τη νάρκη και την άβουλη ζωή ; Ντροπή σου !Έβγα να παλαίψης με το κύμα, όρμησε στηθάτο να κουρελιάσης τον άνεμο. Έλα να γίνης ζήλεια της φάλαινας, σύντροφος στο δελφίνι, του γλάρου ανάπαψη, τραγούδι των ναυτών, καύχημα του καπετάνιου σου. Έλα, χρυσό μου, έλα !...
   Και κείνο το άπραγο άρχισε να τριζοβολή, έτοιμο να αφήση την κλίνη του.
  Ο καπετάν Μάλαμος, φρεσκοξυρισμένος, γελαστός, με την τσόχινη βράκα και το πλατύ ζωνάρι, δίπλα του η καπετάνισσα ντυμένη στα μεταξωτά, άστραφταν κι οι δυό τους σαν να έκαναν πάλι το γάμο τους. Και το βιολι, το λαγούτο, το νάϊ, λάλησαν τη χαρά στα τετραπέρατα.
   Εγώ - τί να του ειπώ ; δε χαιρόμουνα καθόλου. Καθισμένος κατάνακρα έβλεπα τη θάλασσα να φτάνη στα πόδια μου και κάποια θλίψη μου έσφιγγε την καρδιά. Έπειτ' από χρόνια έβλεπα την πρώτη μου αγάπη, γαλαζοντυμένη, γελαστή, χαρούμενη. Πίστεψα πως με κοίταζε κατάματα, πως μιλούσε θλιμμένα, πως μ' έβριζε παραπονιάρικα :
-Άπιστε, απατεώνα, δειλέ !...
-Πίσω μου διάτανε ! είπα κάνοντας το σταυρό μου.
  Ηθέλησα να φύγω. αλλά δε βάσταγαν τα πόδια μου. Μολύβι το σώμα κόλλησε στ' ορθολίθι και τα μάτια μου, τα αυτιά, η ψυχή μου όλη παραδομένη στο κύμα, άκουε το παράπονο :
-Άπιστε, απατεώνα, δειλέ !
  Λίγο έλειψε ν' αρχίσω τα δάκρυα.
-Ε, πουλί μ', τί συλλογιέσαι ; ακούω δίπλα μου.
  Και βλέπω τη Μαριώ, πάντα όμορφη και γελαστή με το λεβέντικο ανάστημά της. Σάστισα, λες και μ' έπιανε να κάνω απιστίες.
-Τίποτα, είπα, τίποτα...Πιάσε με να σηκωθώ, γιατί ζαλίστηκα.
   Και γαντζώθηκα απάνω της, σαν να φοβόμουν μη με συνεπάρη το κύμα. Ο παπάς ντυμένος τ' άμφια διάβαζε την ευχή στο πλεούμενο. Ο πρωτομάστορας άρχισε τα προστάγματα :
-Φόρα το πρυμιό κοντίλι !
-Φόρα το πλωριό !
-Φόρα σκόντρα και σκαρί !...
   Ένα με τ' άλλο τα στηρίγματα έφευγαν από τη σκάρα και το μπρίκι άρχισε να δραμπαλίζεται, μουδιασμένο θαρρείς από το καθησιό, άτολμο ακόμη στη νέα του ζωή. Τα παιδιά που ήταν ανεβασμένα στο κατάστρωμα έτρεχαν από πρύμη σε πλώρη, από πλευρό σε πλευρό μαζί όλα, με την κουφή ποδοβολή κοπαδιού.
-Γιούργια ! έκραξε ο πρωτομάστορας.
  Και με το σπρώξιμο των καλεσμένων το πλοίο στέναξε και γλίστρυσε στα νερά σαν πάπια, μαζί με το αμούστακο πλήρωμά του.
-Καλοτάξιδο, καπετάν Μάλαμο, καλοτάξιδο ! και το καρφί του μάλαμα ! φώναξε ο ναυτόκοσμος, βρέχοντας το αντρόγυνο με θάλασσα.
  Μα κείνη την ώρα ένα παιδί χτύπησε κάπου και πλάτσασε λιπόθυμο στο νερό. Δεν χάνω καιρό, πηδώ μέσα με τα ρούχα μου Δυό βουτιές κι έσυρα το παιδί από τη θάλασσα. Εσυρα εκείνο, μα μπλέχτηκα εγώ στα δίχτυα της. Από τότε έφυγε ο ύπνος, η χαρά από κοντά μου. Εκείνο το θαλασσοβούτημα, το χλιό νερό που αγκάλιασε το κορμί μου, έσυρε την ψυχή σκλάβα κατόπι του. Το θυμόμουν και νόμιζα πως κάτι ζωντανό έσερνε στη ραχοκοκκαλιά μου φιλήματα.
   Δεν έπιασα πια δουλειά. Δοκίμασα να πάω στο περιβόλι, στο χωράφι, στ' αμπέλι, όλα στενόχωρα. Γύριζα ολημερίς στ' ακρογιάλι, βούταγα στο νερό, ρουφούσα την αρμύρα, κυλιόμουν στα φύκια, κυνηγούσα αχινούς και καβούρια. Συχνά κατέβαινα στο λιμάνι και δειλά πλησίαζα στις συντροφιές των ναυτικών ν' ακούσω κουβέντα για τ' άρμενα, για ταξίδια, για τρικυμίες και ναυάγια. Εκείνοι όμως δεν γύριζαν καθόλου να με ιδούν. Χωριάτης, βλέπεις, εγώ. παλιογεωργός, εκείνοι ναυτικοί, αγριοδέλφινοι ! Τα ναυτόπουλα με κοίταζαν σαν να έλεγαν :
-Μωρέ, πού βρέθηκε αυτό το ξωτικό !
  Οι παλαιότεροι αξίωναν να μου λένε κάποτε :
-Εσύ, Γιάννη, την έδεσες για καλά τη μπαρούμα σου. Ουδ' άνεμο ουδέ θάλασσα φοβάσαι πια. Άραξες. Που θα ειπή : Πάη, πέθανες, δε ζης στον κόσμο !
  Κι έφευγα πάλι στ' ακρογιάλι, να ειπώ τη θλίψη μου στα κύματα. Τέλος έκανα καραβάκια και καραβάκια περίτεχνα, με κατάρτια πριναρίσια, με παλαμάρια και πανιά με την πύρινη φαντασία μου που τα έκανε μπάρκο τρικούβερτο.
  Η Μαριώ μ' έβλεπε κι έκανε το σταυρό της.
-Παναγιά μου, παλάβωσε ο άντρας μου ! έλεγε.
   Κι έταζε λαμπάδες στην Τηνιακιά, πήγαινε ξυπόλητη στα ξωκκλήσια, διάβαζε τα ρούχα μου και στηθοχτυπιόταν μερόνυχτα για να πείση τους άγιους να με φέρουν στα λογικά μου.
-Τί τα πας, τί τα γυρεύεις Μαριώ, της λέω μιά μέρα. Ούτε τάματα ούτε οι άγιοι ωφελούν στην αρρώστια μου. Εγώ είμαι παιδί της θάλασσας. Με κράζει και θα πάω. Θες τώρα, θες αργότερα, θα γυρίσω πάλι στην τέχνη μου.
   Καθώς το άκουσε, ντύθηκε στα μαύρα.
-Την τέχνη σου ! λέει, ναύτης θα πας να γένης ! Θα καταντήσεις ναύτης πάλι !
-Ναι, ναύτης, δεν μπορώ. Με κράζ' η θάλασσα !...
  Μα πού εκείνη ! Να μη το ιδή, να μην τ' ακούση. Άρχισε τα δάκρυα, τα παρακάλια, ριχνόταν απάνω μου, μ' έσερνε στους κόρφους της, με σκέπαζε στα φιλιά. Έβριζε τη θάλασσα, την ψεγάδιαζε, την καταριόταν. Του κάκου ! Ούτε οι κόρφοι, ούτε τα φιλιά της μ' έδεναν πια. Όλα μου φαίνονταν άνοστα και το κρεβάτι ακόμα.
   Ένα ηλιοβασίλεμα που καθόμουν στο ακρωτήρι, βλέπω μιά φρεγάδα με γιομάτα πανιά. Θεόρατη πέτρα έμοιαζε στη θάλασσα. Όλα της τα ξάρτια ξεχώριζαν. Είδα τους φλόκους, τις μαίστρες, τους παπαφίγγους, τις γάμπιες, τους τρίγγους, τα πόμολα. Ακόμα και το σωτρόπι μπορώ να ειπώ πως είδα. Είδα την κάμαρη του καπετάνιου με τον Άϊ-Νικόλα ψηλά και το καντήλι του ακοίμητο. Είδα των ναυτών τα κλινάρια, άκουσα τις κουβέντες, οσμίσθηκα την ξυλεια τους. Είδα το μαγεριό, τα νεροβάρελα, την τρόμπα, τον αργάτη. Η ψυχή μου μελαγχολικό πουλάκι κάθησε απάνω της. Άκουσα τον αέρα να σχίζεται στα ξάρτια και να τραγουδή του ναύτη τη ζωή. Πέρασαν εμπρός μου παρθένες ξανθές, μελαχροινές, μαυρομάτες, ανθοστολισμένες και γυμνόστηθες να μου χαρίζουν φιλήματα. Είδα λιμάνια πολυθόρυβα, ταβέρνες γεμάτες από καπνούς και κρασοπότηρα, σαντούρια και λαγούτα γλυκόφωνα. Εκεί άκουσα ένα ναύτη να με δείξη στους συντρόφους του και να ειπή :
-Να κι ένας που αρνήθηκε τα καλά της θάλασσας από φόβο !!
    Τ ι ν ά χ τ η κ α απάνω ! Όχι από φόβο, ποτέ ! Τρέχω στο σπίτι. Η Μαριώ έλειπε στο ρέμα. Κόβω τα ρούχα στον ώμο, πιάνω το κομπόδεμα κάτω από το προσκέφαλο και χάνομαι σαν κλέφτης. Σκοτεινά έφτασα στον Άϊ-Νικόλα, λύνω μιά βάρκα και φτάνω στη φρεγάδα.
   Από τότε φάντασμα η ζωή. Θα μου ειπής, δε μετάνιωσα ; Και γω δεν ξέρω. Αλλά και να γυρίσω πίσω στο νησί, πάλι δε θα ησυχάσω.
   Με  κ ρ ά ζ ε ι   η  θ ά λ α σ σ α.
                                                            **********************
                                                  *******************************
                                        *******************************************


                                                                                

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

''ΑΡΓΑ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ'' ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ



ΑΘΑΝΑΤΗ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΠΟΙΗΣΗ                      ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
                       ''ΑΡΓΑ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ
                            ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ''
                                                                                                                                              ΚΕΔΡΟΣ


''ΕΠΙΛΟΓΙΚΟ''

  Να με θυμάστε- είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό,πάνω σε πέτρες
κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί κ' νερό κ' τριαντάφυλλα.
Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιός μου
το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα
κρινάκι του αγρού
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.
Και συγχωράτε μου αυτή την τελευταία μου θλίψη :
θά 'θελα
ακόμη μιά φορά με το λεπτό δρεπανάκι
του φεγγαριού να θερίσω
ένα ώριμο στάχυ. Να σταθώ στο κατώφλι, να κοιτάω
κ' να μασώ σπειρί σπειρί το στάρι με τα μπροστινά
μου δόντια
θαυμάζοντας κι ευλογώντας τούτον τον κόσμο
που αφήνω,
θαυμάζοντας κι Εκείνον που ανεβαίνει το λόφο
στο παγκόσμιο λιόγερμα. Δέστε :
Στο αριστερό μανήκι του έχει ένα πορφυρό
τετράγωνο μπάλωμα. Αυτό
δεν διακρίνεται πολύ καθαρά. Κι ήθελα αυτό
προ πάντων να σας δείξω.
Κι ίσως γι' αυτό προπάντων να με θυμάστε.
                                                                                                 Καρλόβασι, 30.VII.87

                                                                          ******

''Παραπλανήσεις''

   Ώρες αθέλητης ή θελημένης λησμονιάς. Κούραση.
Κλείσε τα μάτια. Τί κερδίσαμε τόσους αιώνες
επιλέγοντας ξάγρυπνοι λάμψη τη λάμψη
μέσα σε νύχτες σκοτεινές, διακρίνοντας μόλις
ένα παράθυρο μικρογραφημένο στα ματογυάλια μυωπικού παιδιού, - ένα παράθυρο δήθεν ανοιγμένο
στο θαύμα του κόσμου. Ποιόν ήθελες να
ξεγελάσεις ;
Όχι, βέβαια, εσένα. Κλείσε τα μάτια.
                                                                                                               Καρλόβασι, 29.VI.87



''Τω καιρώ εκείνω''

   Τις νύχτες ακούγεται ο αντίλαλος από
μεγάλες ένδοξες μέρες,
πυρπολημένα σπίτια, δάση, καράβια,
καβαλαραίοι κάλπαζαν στα καμπαναριά, κατέβαιναν
κάτω στον κάμπο,
άλλοι μαζεύαν τους νεκρούς, υψώναν σημαίες,
άλλοι ζωγράφιζαν κόκκινα μισοφέγγαρα στις μάντρες. Τώρα
ένα μόνιππο χωρίς αμαξά περνάει στον παραθαλάσσιο δρόμο
και το αδέσποτο μαύρο σκυλί κοιτάει το ποτάμι
σα να γνωρίζει κιόλας όσα εμείς δε θέλουμε  να δούμε.
                                                                                                                      Καρλόβασι, 30.VI.87

''Πικρή γνώση''

   Μείνε σ' αυτό το αμυντικό ημίφως με σταυρωμένα
χέρια.
Ο κουτσός νυχτοφύλακας δεν έχει πού να κάτσει. Τις
καρέκλες
τις είχαν πουλήσει πριν δυό εβδομάδες. Έξω στο
προαύλιο
πλένουν μεγάλα βαρέλια. Βαριά ρυμουλκά
είναι αραγμένα στο λιμάνι. Απ' το απέναντι σπίτι
ακούγεται ο εκφωνητής του ραδιοφώνου. Δε θέλω
ν' ακούσω.
Εγώ μαζεύω απ' το τραπέζι τις καμένες πεταλούδες
της προηγούμενης νύχτας, ξέροντας μόνο
πως όλο τους το βάρος είναι η ελαφρότητά τους.

                                                                                                                   Καρλόβασι, 30.VI.87

''Αποτυχία''


 
   Παλιές εφημερίδες πεταμένες στην αυλή. Τα ίδια και
τα ίδια.
Καταχρήσεις, εγκλήματα, πόλεμοι. Τί να
διαβάσεις ;
Πέφτει το σκουριασμένο βράδυ. Κίτρινα
φώτα.
Κι αυτοί, πού 'χαν πιστέψει κάποτε στο
αιώνιο, γέρασαν.
Από το διπλανό δωμάτιο έρχεται ο ατμός
της σιωπής. Τα σαλιγκάρι
ανηφορίζουν στον τοίχο. Κατσαρίδες χαρχαλεύουν μές στα τετράγωνα σιδερένια κουτιά από μπισκότα.
Ακούγεται ο βόμβος του κενού. Κι ένα μεγάλο
δύσμορφο χέρι
σφαλάει το ευγενικό θλιμμένο στόμα Εκείνου
που ακόμη μιά φορά δοκίμαζε να πει : λ ο υ λ ο ύ δ ι .
                                                                                                            Καρλόβασι, 4.VII.87
 
 ''Αλλοτινό''
 
    Παράξενο, μέσα σ' εκείνο το καμένο σπίτι είχε
απομείνει αράγιστος
ο μεγάλος καθρέφτης και μιά γυάλινη φρουτιέρα
με σάπια μήλα. Απ' τα κούφια παράθυρα φαινόταν
απέραντη, απαστράπτουσα η θάλασσα
σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Τους πεθαμένους
τους έθαψαν ομαδικά στο μικρό κοιμητήρι
του λόφου. Οι άλλοι
γυρίσανε σε μιά βδομάδα, στάθηκαν μπροστά
στην πόρτα,
έκαναν το σταυρό τους και ξανάφυγαν. Ο μικρότερος
ναύτης
καθυστέρησε λίγο, μπήκε στο σπίτι σκοντάφτοντας
στ' αποκαίδια
κι είδε μές στον καθρέφτη ολόσωμον τον Θεόδωρο
Κολοκοτρώνη
με την αρχαία του περικεφαλαία, καβάλα στ' άλογό του,
να κρατάει
ένα μεγάλο σταφύλι και να το μασάει
ρώγα τη ρώγα.
                                                                                                           Καρλόβασι, 11.VIII.87
 
''Αποκατάσταση''
    Δεν αγαπούσε διόλου τα πουλιά, τα λουλούδια, τα δέντρα
που γίναν σύμβολα ιδεών, χρησιμοποιούμενα
εξίσου από εντελώς αντίθετες παρατάξεις. Αυτός
προσπαθούσε
να τα επαναφέρει στη φυσική τους υπόσταση. Τα
περιστέρια, π.χ.,
όχι συνθήματα ποικίλων συνεδρίων, αλλά πουλιά
ωραία, ερωτικά, βαρυπερπάτητα, που όλο φιλιούνται στόμα με στόμα στην αυλή και μου γεμίζουν
τα πλακάκια
με κουτσουλιές και πούπουλα (μ' αρέσουν έτσι),
ή το πολύ πολύ : μικροί ταχυδρόμοι που μεταφέρουν
πάνω απ' τις σφαίρες
τα γράμματα φτωχών παιδιών προς το Θεό
ζητώντας του
τετράδια και παπούτσια και λίγες καραμέλες. Τα
κρίνα
όχι εμβλήματα αγνότητας μα φυτά μυροβόλα
όλο αισθησιασμό, με ολάνοιχτα τα πέταλά τους
να δείχνουν τεντωμένους τους χρυσόσπορους στήμονες.
Κι η ελιά
όχι έπαθλο νίκης ή ειρήνης αλλά μάνα καρποφόρα
που δίνει το λαδάκι για το πιάτο μας και
για το λύχνο,
για του μωρού το σύγκαμα και για το λαβωμένο
γόνατο
του ανήσυχου, ανυπάκουου παιδιού, κι ακόμη
για το φτωχό καντηλάκι της Παναγίας. Κι εγώ -
είπε -
καθόλου μύθος, ήρωας ή Θεός, μα απλός εργάτης
όπως κι εσύ και ο άλλος - προλετάριος της
τέχνης
ερωτευμένος πάντα με τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα
και τους ανθρώπους,
ερωτευμένος προπάντων με το κάλλος των
καθάριων στοχασμών
και με το κάλλος των νεανικών σωμάτων -
ένας εργάτης
που γράφει, γράφει ακατάπαυστα για όλους
και για όλα
και τ' όνομά του σύντομο κι ευκολοπρόφερτο : Γιάννης Ρίτσος.
                                                                                                              Καρλόβασι, 12.VIII.87
 
''Επαγρύπνηση''
 
    Αρνούμαι - λέει - να υποκύψω στο αναπόφευκτο.
Δες, σχεδιάζω,
πάνω σε τούτα τ' αθεράπευτα χαρτιά, πλοιάρια,
γλάρους,
μεγάλες μαργαρίτες, ταύρους σε στύση, ολόγυμνα
κορίτσια,
ακόμη χρησιμοποιώ το χρυσό και το κόκκινο
ιδίως εκεί που περισσότερο λάμπει. Τα μεσημέρια
δεν παραλείπω ν' ακούω τα τζιτζίκια, και τις νύχτες
ν' ακούω τα τριζόνια και να τα παρομοιάζω
με πρόθυμα αποσιωπητικά σε μυστικά συμπόσια
με ωραίους οινοχόους κι αυλητρίδες. Όσο για
την κουκουβάγια,
δεν δυσκολεύομαι να παραφράζω τις θρηνητικές κραυγές της
σε γενικά αποφθέγματα σοφίας - όπως έκαναν άλλωστε
κι οι πρόγονοί μας.
Έτσι, λοιπόν, παμπόνηρος σοφός, έτσι προνομιούχος
(συμμέτοχος πια της σιωπής και συνένοχος) μπορώ,
και τώρα ακόμη,
για λίγην ώρα ν' αποκοιμηθώ μ' ανοιχτά μάτια.
                                                                                                    Καρλόβασι, 22.VIII.87
 
 
''Xιονιάς''
 
    Έπιασαν τα κρύα. Παγωμένα σπουργίτια
κάθονται στα περβάζια των παραθύρων,
κοιτούν με τα μικρά λυπημένα τους μάτια
μέσα στο σπίτι. Χτυπάνε τα τζάμια. Κανείς
δεν τους ανοίγει.
Οι μικροπωλητές μαζέψαν απ' το δρόμο
τα πανέρια τους.
Τα δρομολόγια των πλοίων ματαιώθηκαν.
Ώρα για το μεγάλο κάτασπρο χιόνι. Το κλειδί
του υπογείου
το ξέχασαν στο βάθρο του έφιππου αγάλματος.
                                        
                                                                                                                Καρλόβασι, 6.Ι.88
 
''Το 'ίσως' ''
     Ίσως και νά 'χουν κάποια αξία
αυτά που αφήσαμε πίσω μας,
ίσως να λάμψουν τα δώδεκα ποτήρια
στο επίσημο στενόμακρο τραπέζι,
ίσως να δώσουν μιά μέρα τ' όνομά μας
σ' ένα χωριό, σ' ένα βουνό, σ' ένα δρόμο.
Ίσως. Ίσως. Μα τώρα
και τούτο το ''ίσως'' πάνω στα χείλη σου
έχει χλωμιάσει και γεράσει.
                                                                                                            Καρλόβασι, 7.Ι.88
 
''Στο ίδιο σημείο''
 
   Νύχτες και νύχτες ξαγρυπνούσε
παρακολουθώντας πάνω στο χάρτη
την πορεία δυό εχθρικών στρατών ενός
ακήρυχτου αιώνιου πολέμου. Φανερή
η προτίμησή του
για τη στρατιά που ακολουθούσε την κόκκινη γραμμή.
Τοποθετούσε, λοιπόν, μ' ευχαρίστηση μιά μιά τις καρφίτσες
όλο πιο μπρός στην κόκκινη γραμμή, ώσπου
κάποτε έφτασε ως το τέλος του χάρτη όπου πια δεν υπήρχε
ούτε χωριό ούτε πόλη ούτε νησί ούτε θάλασσα
ούτε όνομα κανένα. Έστρεψε τότε το βλέμμα του
πίσω
κι είδε τη μαύρη γραμμή νά 'χει φτάσει στο ίδιο σημείο.
Το σπίτι είχε γεμίσει καπνούς απ' τα τσιγάρα
κι ένιωσε κείνες όλες τις καρφίτσες του χάρτη να
τρυπούν τα πλευρά του
χωρίς να τον πονούν ωστόσο. Σηκώνεται.
Ανοίγει το παράθυρο. Κοιτάζει κάτου το δρόμο.
Ψυχή. Κανείς. Ούτε αυτοκίνητο κι ούτε διαβάτης.
Λαμποκοπάει ως πέρα παγωμένη η νεκρή πολιτεία.
                                                                                                         Αθήνα, 18.Ι.88
 
''Το τελευταίο καλοκαίρι''
   Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών.
Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες - τα βιβλία, τα χαρτιά,
τα πουκάμισα -
κ' μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα
που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
Εγώ,
τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη,
θα ξανακοιτάξω
τους στίχους που έγραψα τούτο τον Αύγουστο
αν κ' φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα

μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσά τους
διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη
θάλασσά του,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο
κάτω απ' τα μπαλκονάκια
με τα σφυρίγματα των πλοίων του
στα ένδοξα λιογέρματα
κ' με την υποκριτική ευσπλαχνία του,
θά 'ναι το τελευταίο.
 
**************************************************************************************
                                       **************************************************