Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

 

                                            Γ    Ε    Ν    Ν    Η    Θ    Η    Κ    Α


Γεννήθηκα σε μιά εποχή, σε μαύρα χρόνια
ανάμεσα σε γενιές που παλεύουν η μιά την άλλη
σε ανθρώπους, που αγκομαχούν για το σήμερα
και το αύριο των παιδιών τους.
Ανάμεσα σε παιδιά που ζητούν σταθερά αγάπη, ζεστασιά
απ' τους γονιούς που με πόνο αφήνουν να μεγαλώνουν
μόνα.

Γεννήθηκα ανάμεσα σε τείχη του χτες
που μ' οδήγησαν στο συντριπτικό σήμερα
ανάμεσα σε σπίτια που ακόμα μυρίζουν
τα λείψανα των προγόνων μου και
μου μιλούν
ανάμεσα σε χώματα πού' ναι ποτισμένα
απ' τις μάχες, τους αγώνες και τους όρκους
για μιά καλύτερη ζωή για μένα,
για μιά ελεύθερη γενιά.

Γεννήθηκα ανάμεσα σε ανθρώπους
που δεν κοιτούν πια κατάματα στη ψυχή
σαν μου μιλούν
ανάμεσα σε καθοδηγητές του λαού μου
που μόνο το συμφέρον τους καθοδηγεί
στο μηδέν
ανάμεσα σε οράματα κι όνειρα πεθαμένα
και ψυχές που πεθαίνουν ζωντανές
ζητώντας ζωή κι ελπίδα σε ψεύτικα λόγια
αντίς να γυρεύουν την αλήθεια μέσα τους
και στα ενωμένα χέρια τους
με σφιγμένες στον αέρα τις γροθιές!






Για τον ουρανό μου
..και την θάλασσά μου με ανοιγμένα τα φτερά μας για δικούς μας ουρανούς πια!

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

 

ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΚΚΑΒΟ 17/10/44

  Από το αυτοβιογραφικό έργο "54 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΛΑΣ   ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ"  του συγγραφέα-αγωνιστή  ΓΡΗΓΟΡΗ Π. ΡΕΝΤΗ -  Αθήνα 1984

   Από πολύ πρωί της 17/10/44, μεγάλη φάλαγγα 2500 πεζών γερμανών, κινήθηκε για τη ΛΑΡΙΣΑ. Οι αντάρτες, του ΙΙ/54 και το προσωπικό των βαρέων όπλων του Συν/τος, σε καλά οργανωμένες θέσεις, περιμένουν τον εχθρό να μπει μέσα στο ωφέλιμο βεληνεκές των οπλων τους.
   Το αντάρτικο πυροβολικό, με βολή παρενόχλησης πάνω στη γέφυρα του Ξηριά, ανοίγει μεγάλα κενά στην εχθρική φάλαγγα, σκορπίζοντάς τη δεξιά και αριστερά από το δρόμο. Τα κάρα και τα μεταγωγικά, που ακολουθούν τη φάλαγγα, μένουν χωρίς οδηγούς και γίνονται εύκολος στόχος για τις αντάρτικες οβίδες.
   Ο εχθρός ακροβολισμένος στα χωράφια, όλο και προχωρεί προς την αντάρτικη διάταξη. Τα ανταρτικα αυτόματα βάλουν καταιγιστικά πυρά πάνω στους γερμανούς.
   Στις 10 το πρωί, ο εχθρός συγκεντρώνοντας μεγάλες δυνάμεις στις προσβάσεις των υψωμάτων που είναι ανεπτυγμένη η αντάρτικη διάταξη, εξαπολύει σφοδρή επίθεση με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη των υψωμάτων.
   Οι αντάρτες, ακλόνητοι στις θέσεις τους, υποδέχονται τα κύματα της εχθρικής επίθεσης, θερίζοντας τους γερμανούς που ακάλυπτοι επιτίθενται. Ολες οι γερμανικές επιθέσεις καταρρέουν, με αιματηρές συνέπειες για τους γερμανούς.
   Στις 2 το απόγεμα, γίνεται η τελευταια γερμανική εξόρμηση που την υποστηρίζουν 2 άρματα μάχης. που κατακλύζουν τις αντάρτικες θέσεις με βροχή από οβίδες. Ομως κάθε αντάρτικη θέση εχει γίνει μετερίζι. Βαθειά σκαμμένη η γη, προστατεύει τους αντάρτες. Οι γερμανικές οβιδες ριχνονται άσκοπα.
   Οταν το γερμανικό κύμα, ξεχύθηκε στις αντάρτικες θέσεις, δέχτηκε τις φονικές ριπές των ανέπαφων αντάρτικων αυτόματων, με αποτέλεσμα οι γερμανοί έντρομοι να γυρίσουν τις πλάτες και πανικόβλητοι να σκορπίσουν στα γύρω χωράφια. Το αντάρτικο πυροβολικό και ο όλμος τους καταδιώκει και τους αποδεκατίζει.
   Αργά το απόγεμα, βλέποντας ο εχθρός ότι δε μπορεί να μεταφέρει τα πράγματά του, τα συγκεντρώνει δίπλα στο δρόμο σε σωρούς και τα καίει.
   Μέχρι αργά εξακολούθησε το ανθρωποκυνηγητό, που στοίχισε στους γερμανούς πάνω από 100 νεκρους και τραυματίες, χωρίς καμμιά αντάρτικη απώλεια. Το μεγαλύτερο βαρος της μάχης σήκωσαν οι διμοιρίες του 5ου λόχου, που με ατσαλωμένη τη θέληση και με την πλούσια πείρα ων προηγούμενων μαχών, χάρισαν στο Σύνταγμα μια περήφανη νίκη.
   Δύο τσεχοσλοβάκικα πολυβόλα, κιβωτίδια πυρομαχικών, υγειονομικό υλικό, ιματισμός και υπόδηση, έπεσαν στα χέρια των ανταρτών, που συνέλαβαν και ένα γερμανό αιχμάλωτο.

27.12  ΕΞΟΝΤΩΝΕΤΑΙ Η ΦΡΟΥΡΑ ΤΟΥ ΠΛΙΑΣΙΔΙΟΥ 17/10/44

  Το πρωί της 17/10/44. η απομονωμένη φρουρά του ΠΛΙΑΣΙΔΙΟΥ, επιχειρεί απελπισμένη κάθοδο προσπαθώντας να φτάσει στο ΒΟΛΟ. Στο μονοπάτι που κατεβαίνει από το ΠΛΙΑΣΙΔΙ και στο δημόσιο, είναι ταγμένες μια διμοιρία του 11ου λόχου και η 1η διμοιρία του 9ου λόχου, με διμοιρίτη τον Χριστ. Δημητριάδη και καπετάνιο τον Ανδρέα Βαίτση.
  Η 1η διμοιρια του 9ου λόχου, έχει πιάσει 3 κύριες διαβάσεις. Μιά ομάδα με τον Α. Βαίτση στην ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑ. Μιά ομάδα με τον Χ. Δημητριάδη στη θέση "Αγλαία". Και η τρίτη ομάδα στη θέση "Μοναστήρι", ενισχυμένη και από την ομάδα ΕΠΟΝ του ΙΙΙ/54.
  Τα ξημερώματα, η φρουρά του ΠΛΙΑΣΙΔΙΟΥ, 130 άντρες χωρισμένοι σε 2 τμήματα, με ένα βαρύ όλμο και πολλά αυτόματα, προσπαθει να κατέβει προς το ΒΟΛΟ. Ενα τμημα από 65 περίπου γερμανούς, φεύγει από τη ρεματιά της ΑΛΛΗΣ ΜΕΡΙΑΣ. Το άλλο κινείται προς τη διάβαση της ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑΣ. Μόλις πλησίασε τις αντάρτικες θέσεις, χτυπήθηκε από πυρά των αντάρτικων αυτόματων και μετά μικρή αντίσταση, σκόρπισε στις΄γύρω χαράδρες εγκαταλείποντας το βαρύ οπλισμό του και ολόκληρο τον εφοδιασμό. Μεταξύ των πλούσιων λαφύρων, 2 φορτωμένα μουλάρια με υλικό, η μεγάλη διόπτρα του παρατηρητηρίου ΠΛΙΑΣΙΔΙΟΥ και ένας ασύρματος πλήρης.
   Στις γύρω χαράδρες, γίνεται αληθινό ανθρωποκυνήγι. Η μια μετά την άλλη οι εχθρικές ομάδες εξοντώνονται. Τελικά προς το ΒΟΛΟ κατόρθωσαν να διαφύγουν 11 μόνο γερμανοί.

27.13    Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ ΣΤΟΝ ΚΑΚΚΑΒΟ  18/10/44

   Από το πρωί της 18/10/44, οι γερμανοί ετοιμάζουνται να περάσουν για τη ΛΑΡΙΣΑ, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις τους στο Καπακλή.
   Στις 10 αρχίζει προπαρασκευή του εχθρικού πυροβολικού κατά των θέσεων των ανταρτών του ΙΙ/54, στα υψώματα ΚΑΚΚΑΒΟΥ και ΜΠΡΑΜΟΡΑΧΗΣ. Σε λίγο οι γερμανοί, σε φάλαγγα από πεζούς και κάρα φορτωμένα με τα πράγματά τους, ξεκινούν.
   Το αντάρτικο πυροβολικό, σκορπίζει τα πρώτα τμήματα που έφτασαν στη γέφυρα του Ξηριά. Εχθρική εμπροσθοφυλακή από 350 άντρες προχωρεί ακροβολισμένη, προσπαθώντας να αγκιστρωθεί στις προσβάσεις της ΜΠΡΑΜΟΡΑΧΗΣ και σα σταθερή πλαγιοφυλακή, να εξασφαλίσει το πέρασμα της υπόλοιπης φάλαγγας.
   Ο αντάρτικος φραγμός των αυτόματων όπλων, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα, την αφανίζει κυριολεκτικά. Μέσα σε αφάνταστη σύγχιση, οι γερμανοί διαλυμένοι αναγκάζονται να συμπτυχθούν προς τα πίσω. Από πληροφορίες γερμανού στρατιώτη, που αιχμαλωτίστηκε αργότερα, από την εχθρική εμπροσθοφυλακή ελάχιστοι διασώθηκαν.
  Το απογεμα, η φάλαγγα προσπαθεί και πάλι να περάσει. Τη φορά αυτή ενισχύεται από 2 άρματα μάχης από το ΒΟΛΟ και 4 αντιαρματικά ταχυβόλα που ήρθαν από τη ΛΑΡΙΣΑ. Η καινούρια προσπάθεια των γερμανών είχε την ιδια τύχη. Ο δρόμος στρώθηκε με πτώματα. Είναι αδύνατον να περάσει γερμανός από το "στενό του θανάτου".
  Μπροστά σ'αυτή τη διαπίστωση, οι γερμανοί αφήνουν τα πάντα πάνω στο δρόμο, ακόμα και τους γυλιούς τους και τρέχοντας μέσα στα χωράφια, χωρίς κανένα οργανικό δεσμό, προσπαθούν από ορεινά δρομολόγια να ξεφύγουν προς το ΣΕΣΚΟΥΛΟ και από κει προς το ΒΕΛΕΣΤΙΝΟ. Οι βολές του αντάρτικου όλμου και του πυροβολικού, τους καταδιώκουν.
  Τελευταία επιχειρούν να περάσουν τα 2 άρματα μάχης, αλλά παγιδεύονται σε πεδίο ναρκών που ήταν τοποθετημένο πάνω στο δρόμο, από το μηχανικό. Ενα άρμα, ανατινάχτηκε και πυρπολήθηκε, το άλλο κατάφερε να περάσει.
  Η μάχη αυτή κράτησε μέχρι το σούρουπο. Είναι η μεγαλύτερη από τις μάχες που δόθηκαν σ'αυτη τη τοποθεσία. Πάνω από 200 νεκροί και τραυματίες είναι οι απώλειες των γερμανών. Πιάστηκαν αιχμάλωτοι 20 γερμανοί. Ενα άρμα μάχης καταστράφηκε, 3 καμιόνια πυρομαχικά, τρόφιμα και πλήθος από άλλα εφόδια και ατομικά είδη, είναι τα λάφυρα των ανταρτών.
  Οι αντάρτες ειχαν 2 ελαφρά τραυματισμένους.

28.  ΤΟ 54 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΛΕΥΤΕΡΩΝΕΙ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΜΕΑ ΤΟΥ

   Με τη μάχη στον ΚΑΚΚΑΒΟ της 18/10/44, κλείνει ο κύκλος των μαχών που έδωσαν το ΙΙ/54 και ΙΙΙ/54 τάγματα το Μηχανικό, η ομάδα όλμων και η 5η πυροβολαρχία του Συν/τος, για την απελευθέρωση του ΒΟΛΟΥ.
  Το Ι/54 τάγμα, το 2ο δεκαήμερο του Οχτώβρη, προώθησε τις μονάδες του κοντά στη ΛΑΜΙΑ, ΔΟΜΟΚΟ και ΦΑΡΣΑΛΑ, προετοιμαζόμενο για την κατάληψη των πόλεων του τομέα του.

28.1   Ο ΒΟΛΟΣ ΛΕΥΤΕΡΟΣ

   Ενώ ακόμα μαίνεται η μάχη στον ΚΑΚΚΑΒΟ, τηλεφώνημα στη δ/νση του Συν/τος ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες γερμανού αξ/κου, πράκτορά του, η 19η Οχτώβρη 1944 είναι η τελευταία μέρα που οι γερμανοί θα βρίσκονται στο ΒΟΛΟ. Η τελευταια γερμανική δύναμη, από 3000 άντρες διαφόρων οπλων, θα εγκαταλείψει την πόλη μέχρι το βράδυ.
   Στις 4 το απόγεμα της 19/10/44, από το επιτελείο του Συν/τος δίνεται διαταγή στα ΙΙ/54 και ΙΙΙ/54 τάγματα, να εφαρμόσουν τη διαταγή κατάληψης της πόλης. Η μέρα Κ του σχεδίου, είναι η 19/10/44. Τα τηλέφωνα μεταδίδουν το μεγάλο μυνημα σ' όλες τις μονάδες. Το ΙΙΙ/54, πρώτο αρχίζει να κινείται προς τη σκλαβωμένη πόλη.
  Ο 9ος λόχος από την ΑΓΡΙΑ, κινείται προς το λόφο της ΓΟΡΙΤΣΑΣ που σύμφωνα με τις διαταγές, πρέπει να καταλάβει και να κρατήσει. Μιά φωτοβολίδα του,πληροφορεί τη δ/νση ότι το ύψωμα κατελήφθη. Δεύτερος στόχος, η Εμπορική Σχολή που θα ήταν και η έδρα του λόχου.
  Ο 11ος λόχος προωθείται από την ΑΛΛΗ ΜΕΡΙΑ και στέλνει αναγνωρίσεις μέσα στη πόλη.
  Ο 10ος λόχος προωθείται από ΜΕΛΙΣΣΑΤΙΚΑ προς ΝΕΑ ΙΩΝΙΑ. Αναγνωρίσεις που προωθούνται ταχύτατα στην πόλη.
  Προς το βράδυ, ολόκληρο το ΙΙΙ/54 με επικεφαλής τη δ/νση του Συντάγματος, μπαίνει στη λεύτερη πόλη. Ακολουθούν οι υπολοιπες μονάδες, εκτός από το ΙΙ/54 που παραμένει στις θέσεις του, σα δύναμη προστασίας της πόλης. Οι μονάδες εγκαθίστανται στα προκαθορισμένα κτίρια και θέσεις.
  Είναι αδύνατον να περιγραφεί, τί έγινε με την είσοδο των ανταρτών στην πόλη. Με εξαλλο ενθουσιασμό και λουλούδια ο Βολιώτικος Λαος, υποδέχεται αγκαλιάζοντας τους ελευθερωτές του. Ανάμεικτα γέλια και δάκρυα χαράς. Ενα ξέφρενο ξέσπασμα. Ανθρωποθάλασσα ολόκληρη, περικυκλώνει τα τιμημένα παλληκάρια, που κλαίγοντας από συγκίνηση δέχονται βουβά τις τόσες θερμές εκδηλώσεις.
  Δύο χρόνια, πάλαιψαν, θυσιάστηκαν και νίκησαν. Τούτη η στιγμή, ειναι η καλύτερη ανταμοιβή, για τους κόπους και κινδύνους και τις θυσίες τους,
  Η πόλη φωταγωγείται. Οι σειρήνες των εργοστασίων και οι καμπάνες των εκκλησιών, στέλνουν το πρώτο χαρμόσυνο λεύτερο χαιρετισμό, στα παληκάρια του ΙΙ/54 που με το όπλο στο χέρι φυλάνε στο ΛΑΤΟΜΕΙΟ την πόλη, προστατεύντάς την από τυχόν επιθετική επιστροφή του εχθρού.
  Ο ΒΟΛΟΣ, ζει τις πρώτες του στιγμές λευτεριάς, χαρισμένες από τα δοξασμένα όπλα του 54 Συντάγματος.

                              Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ 54 ΣΥΝ/ΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΑΣ


     Να το 54 το Σύνταγμα προβάλλει
κι η γαλανόλευκη ψηλά στον ήλιο κυματίζει
απ' του λαού γεννήθηκε την πονεμένη αγκάλη
και για του δίκιο του Λαού το βόλι του θερίζει

Νέα ζωή για το Λαό πιο δίκαια θ' αρχίσει
και θα χαθούν οι δήμιοι για πάντ' από τη μέση
αλλοίμονό του όποιος βρεθεί μπροστά στη δύναμή μας
μπροστά στο δίκιο του Λαού σα χάρτινος θα πέσει

Είμαστε μεις της νιας γενιάς τα διαλεχτά βλαστάρια
που στα βουνά ελεύθερα το δήμιο πολεμούμε
για την ΕΛΛΑΔΑ όλοι μαζί, για τη Δημοκρατία
απ' τη σκλαβιά το θάνατο να βρούμε προτιμάμε

Να το 54 που δόξασε το ΠΗΛΙΟ
στα Χάνια, στην Κρυόβρυση, ψηλά στην Τσαγκαράδα
απ' το σκοτάδι της σκλαβιάς στης λευτεριάς τον ήλιο
θ' αγωνιστούμε για να ζει, η μάνα μας ΕΛΛΑΔΑ.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΑΓΩΝΙΣΤΗ     ΓΡΗΓΟΡΗ  ΠΟΛ. ΡΕΝΤΗ

   Ο Γρηγόρης Πολ. Ρέντης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1916. Τέλειωσε το Λυκειο Λαυρίου το 1933 και το 1934 μπήκε στη Σχολή των Ευελπίδων. Το 1937 αποφοίτησε και ονομάστηκε ανθυπίλαρχος.
   Υπηρέτησε, προπολεμικά, στο Β' Σύνταγμα Ιππικού σαν ουλαμαγός και στη Σχολή Εφαρμογής Ιππικού, σαν εκπαιδευτής Εφεδρων Αξιωματικών.
   Πήρε μέρος στον πολεμο της Αλβανίας, σα διοικητής Ιλης της Β' Ομάδας Αναγνωρίσεως. Πήρε μέρος στις μαχες του ΦΡΑΣΕΡΙ και έτυχε τιμητικών διακρίσεων, γι' αυτή την προσφορά του.
   Τον Αύγουστο του 1943, εντάχτηκε στον ΕΛΑΣ Πηλίου, Υπηρέτησε μέχρι την απελευθέρωση στο 54 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, σαν επιτελής, με αποστολή την οργάνωση των μονάδων για τους αντάρτες, Υπαξ/κούς και Αξ/κούς και το σχεδιασμό των επιχειρήσεων.
   Το 1947, παραπέμφθηκε σε στρατιωτικό συμβούλιο για την αντιστασιακή του συμμετοχή και δράση και για το λόγο αυτό, αποτάχτηκε το 1948.




     Α Φ Ι Ε Ρ Ω Μ Α     Γ Ι Α   Τ Α    70   Χ Ρ Ο Ν Ι Α    Ι Δ Ρ Υ Σ Η Σ    Τ Η Σ    Ε Π Ο Ν

                                            Ε     Λ    Λ   Α    Δ     Ο      Σ


Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013



Τ Ο  Ξ Υ Λ Ο...Η Ρ Θ Ε    Α Π' Τ Ο Ν    Π Α Ρ Α Δ Ε Ι Σ Ο..

    Ημουν δεν ήμουν τεσσάρων χρονών σαν πέθανε ο παππούς μου. Κι όμως,ακόμα τη θυμάμαι τη κηδεία του. Ητανε κάτι,που μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Εκείνη τη μέρα έβλεπα πράγματα,που δε τάχα ξαναδεί ποτέ μου και μου φαίνονταν γεμάτα μεγαλείο. Ετσι δε γίνεται με κάθε πρωτόγνωρο που δε μπορεί να το συλλάβει πέρα ως πέρα ο νους μας;
   Παρακολουθούσα λοιπόν με περιέργεια το κάθε τι. Παντού έχωνα τη μύτη μου,παντού έτρεχα κάτι να δω. Πότε αλώνιζα τα δωμάτια και τις αυλές του σπιτιού,πότε μπερδευόμουνα μέσα στο κόσμο και πότε κοντοστεκόμουν ξαφνιασμένη μπροστά σε κάποιο παράξενο για μένα άνθρωπο,τον κοίταζα χωρίς ντροπή απ'την κορφή ως τα νύχια,λες και τον ξεγύμνωνα απ'όλα του τα χούγια ως το σημείο να του ψαχουλέψω τα ρούχα ή τα παπούτσια,για να πάρω στα χέρια μου τη γυαλιστεράδα εκείνης της ομορφιάς. Νάτανε τρόπος ν'αγκάλιαζα με μιάς όλον εκείνο το κόσμο,που μαζεύτηκε στο σπίτι μας και μου γέμιζε τη ψυχή! Μιά όμως και δε μπορούσε να γίνει αυτό με μιά μεγάλη αγκαλιά,γινόταν μονάχα με το βλέμμα μου το ανεμπόδιστο.
    Παντού λοιπόν στολισμός. Ολα τα πρόσωπα και τα πράγματα είχαν τυλιχτεί την επισημότητά τους,που την έδειχνε ακόμα πιο επιβλητική η σοβαρότητα και η γενική σιωπή. Κ' είπα με το νου μου: Ολα ωραία,όλα λαμπερά! Μεγάλη γιορτή έχουμε στο σπίτι μας! Και γιατί; Γιατί πέθανε ο παππούς. Και καθώς λένε οι μεγάλοι,αυτό είναι θάνατος. Τί καλό πράμα ο θάνατος!
   Φαίνεται όμως ότι έκανα αρκετή φασαρία. Γι' αυτό για μιά στιγμή με σήκωσε στα χέρια του ο μπαμπάς μου και με κράτησε καθιστή στα γόνατά του. Αυτό μ' έκανε να θυμηθώ ότι κι ο παππούς μου μ' έπαιρνε κάποτε στα γόνατά του. Κι αμέσως ρώτησα;
- Μπαμπά, που είναι ο παππούλης;
Μιλιά ο πατέρας μου.
- Γιατί δε μου μιλάς; παραπονέθηκα. Πού είναι ο παππούλης;
- Ο παππούλης δεν είναι δω, μου απάντησε ξερά-ξερά ο πατέρας μου.
- Και πού πήγε ο παππούλης; ξαναρώτησα.
- Εφυγε.
- Πού πάει τώρα;
- Στον άλλο κόσμο!
- Στον άλλο κόσμο; έκανα με απορία μαζί και περιέργεια. Και πού είναι ο άλλος κόσμος;
- Να εκεί ψηλά..στον ουρανό,είπε και μούδειξε από τ' ανοιχτό παράθυρο ένα σημείο τ' ουρανού.
   Αυτό δε μπόρεσα να το καταλάβω. Ομως σε λίγο η ματιά μου  έπεσε μέσα στο φέρετρο. Και τί να δω; Τον παππού μου ξαπλωμένο,με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος. Είχε τα μάτια κλειστά,σα να κοιμόταν. Χαμογελούσε κιόλας,λες κι ονειρευόταν γλυκά. Μπορεί να ήταν κι απ'την ευχαρίστησή του που του είχανε φορέσει τα καινούργια του τα ρούχα και τα καλά του παπούτσια.
  - Νάτος ο παππούς! φώναξα. Κι αμέσως,αλλάζοντας τόνο φωνής,είπα σιγά-σιγά: Κοιμάται. Μπαμπά,δε μου είπες πως πήγε στον ουρανό;
  - Ναι,αλλά η ψυχή του...
  - Πώς;...
  - Να,πέταξε στον ουρανό.
  - Πέταξε; έκανα με απορία κι αμέσως πήγε ο νους μου στα πουλιά. Θάγινε καμμιά καρδερίνα,μπορεί και κανένας περήφανος αετός!,είπα με ευχαρίστηση.
   Ο πατέρας χαμογέλασε τότες. Σιγογέλασαν κ' οι άλλοι. Και χωρίς να ξέρω το γιατί,γέλασα κι εγώ.
- Γάμος δίχως κλάματα, είπε κάποιος, κηδεία χωρίς γέλια δε γίνεται ποτές.
- Αλήθεια, σκέφτηκα σε λίγο, ο θάνατος σε κάνει πουλί και πετάς στον ουρανό. Γι' αυτό γέλασε  ο κόσμος. Μεγάλη χαρά λοιπόν ο θάνατος!
    Εκείνη την ώρα ήρθαν στο σπίτι μας οι παπάδες με τα χρυσά τους πετραχήλια. Ο πατέρας μου μ' ακούμπησε κάτω και σηκώθηκε απ' το κάθισμά του. Κάτι άνθρωποι μαυροντυμένοι σήκωσαν το φέρετρο στα χέρια τους,πήρανε  τον παππού μου μαζί τους και ξεκίνησαν όλοι μαζί. Ως πόσοι νάταν αυτοί; Ηξερα να μετρώ ως το πέντε. Τους βρήκα λοιπόν όλους-όλους τέσσερις. Και τί ωραία που τον πήγαιναν τον παππού μου σηκωτό,με το ίδιο βήμα και νανουρίζοντάς τον!
   Εκείνη την ώρα άκουσα ένα παράξενο κρότο και μιά κραυγή..Πρόβαλα λοιπόν στην εξώπορτα και είδα. Τους είχε σπάσει ένα κανάτι γιομάτο νερό. " Ευτυχώς που δεν τόσπασα εγώ", σκέφτηκα. "Τώρα όποιος τόσπασε,θα τιμωρηθεί. Γι' αυτό εβαλε και τη φωνή".
   Σε λίγο έφυγε ο κόσμος μαζί με τον παππού κι έτσι έμεινε το σπίτι άδειο. Τότε μπήκα σε μεγάλη περιέργεια. Ηθελα να μάθω πού πάνε τόσοι άνθρωποι μαζί με τον παππού μου. Πλησίασα λοιπόν μιά γειτόνισσά μας,που έτυχε να μην ακολουθήσει την κηδεία,και τη ρώτησα:
- Πού τον πάνε τώρα τον παππού;
Μιλιά εκείνη.
- Τί θα τον κάνουν τον παππού; ξαναρώτησα.
- Θα τον σκεπάσουν με λουλούδια, μου είπε.
- Α, ναι! Τα είδα τα λουλούδια. Ολα τα στεφάνια λοιπόν ήτανε για τον παππού;
- Μάλιστα, παιδί μου.
    Στάθηκα λίγο και σκέφτηκα: Πρώτη μου φορά τ' ακούω κι αυτό,να μη σε σκεπάζουν με πάπλωμα,μα με λουλούδια. Ωραίο πράγμα λοιπόν ο θάνατος!
   Σε κάμποσην ώρα μαζεύτηκε πάλι στο σπίτι μας ο κόσμος. Τότες άρχισαν τα κεράσματα. Ανοιξα,που λέτε,διάπλατα τα μάτια μου και πρόσεξα τους δίσκους με τους καφέδες και τα παξιμαδάκια.
    Για να μας μοιράζουνε τόσα καλά, σκέφτομαι, είναι πολύ όμορφο πράγμα ο θάνατος!
   Δεν πέρασε ώρα πολλή κι ο κόσμος εκείνος σηκώθηκε να φύγει. "Τάχα γιατί να καθήσουν άλλο οι άνθρωποι,αφού η κηδεία τέλειωσε πια;" Ενας ένας λοιπόν ερχότανε στους δικούς μου και τους έλεγε:
  - Ζωή σ' εσάς.
  Κι εγώ νόμιζα πως τους λέγανε "Και σ' εσάς", σα να λέμε "και στα δικά σας".
   Οι δικοί μου πάλι απαντούσανε:
 - Ευχαριστώ.
  Και βέβαια έπρεπε να τους ευχαριστούν,αφού όλοι τους ευχότανε μια τέτοια μεγάλη χαρά σαν το θάνατο!
  Σαν ήρθε λοιπόν ο παπάς της ενορίας και μας συλλυπήθηκε,είπε και σ' εμένα:
- Ζωή σε λόγου σου, παιδί μου.
- Και στα δικά σας,παπούλη μου,και σ' εσάς.
   Ο παπάς γέλασε καλόκαρδα. Κι εγώ νόμισα πως γέλασε από τη χαρά του,που του είπα να πεθάνει. Ομως η μητέρα μου θύμωσε και μου έκανε νόημα,πως θα τις αρπάξω. Γι' αυτό σώπασα και γω και δεν ξανάπα τίποτα. Υστερα εκείνη σίμωσε τον παπά και του είπε ντροπαλά:
- Συγνώμη, πάτερ μου. Ακόμα το παιδί δε νιώθει.
   Τί ήθελε να πει μ' αυτό; Δεν κατάλαβα.
   Την άλλη μέρα το σπίτι μας ήταν άδειο. Παράθυρα κλειστά. Πόρτες μανταλωμένες. Κ' οι καρδιές καλά σφαλισμένες. Ησυχία βασίλευε παντού. Καθόμαστε όλοι σαν απολιθωμένοι. Ο καθένας και σε μιά γωνιά. Η μητέρα στέναζε από καιρό σε καιρό,χωρίς να βγάζει λέξη.
   Κοντα στο σβηστό τζάκι καθότανε,σβηστή κι αμίλητη,κι η γιαγιά μου. Λέω πως θα συλλογιόταν πόσο έρημη απόμεινε,τώρα που ο παππούς έφυγε για πάντα από κοντά της. Βύθιζε μονάχα το βλέμμα της στη στάχτη,ζητούσε ίσως το παρήγορο φανέρωμα της ζωής ακόμα και σε μιά τόση δα σπίθα. Τίποτα όμως. Η στάχτη,ψυχρή κι ασάλευτη,της έστελνε σιωπηλά το καταδικαστικό μύνημα του θανάτου. Τί λέω τώρα; Αυτός άρχισε κιόλας να την τυλίγει,και μάλιστα να δίνει την πρώτη του παρουσία στα λευκά της μαλλιά,στο μαραμένο βλέμμα της και στα μισογερμένα της βλέφαρα.
   Τόνιωσε αυτό η γιαγιά σαν ένα σύγκορμο ανατρίχιασμα,που το δεχόταν όμως,θέλονταςκαι μη,όπως ανεχόμαστε έναν ασυμπάθιστο επισκέπτη,που όσο τον αντιπαθόύμε,τόσο αυτός μας γίνεται πιο επίμονος και πιο εξουσιαστικός.
   Φυσικά όλα τούτα είναι τωρινά νιωσίματα,και με κάνουν και χαμογελώ. Ομως εκείνη την ώρα δε τα σκεφτόμουν έτσι. Ισα-ίσα,επειδή δε μου άρεσε αυτή η σιωπή΄των δικών μου,άρχισα να τρέχω από τη μιά μεριά του δωματίου στην άλλη. Μα δε μ' άφησε η μάνα μου.
  Γύρεψα να της ανοίξω κουβέντα, μα τίποτα. Γύρισα τότε στον πατέρα μου:
- Καλέ μπαμπά,τί έχει η μαμά και δε μου μιλά;
  Τσιμουδιά κι εκείνος.
  Κανένας λοιπόν δεν καταδεχόταν να μου χαρίσει δύο λόγια;
  Μα γιατί; Τί τους είχα κάνει άραγε; Ομως δεν μιλούσαν ούτε και μεταξύ τους. Α, κατάλαβα! Ητανε λυπημένοι,που πέρασε τόσο γρήγορα η ωραία εκείνη μέρα της κηδείας. Γι' αυτό, θάπρεπε να λυπηθώ κι εγώ. Κι απόμεινα σιωπηλή για λίγο. Μόνο που κοίταζα στα χείλη πότε τον πατέρα μου και πότε την μητέρα μου. Κάτι μπορούσανε να μου ψιθυρίσουν. Τίποτα όμως. Αυτό με πείραξε πολύ. Δεν κρατήθηκα λοιπόν κι εγώ και τους είπα:
- Χτες είχαμε τη κηδεία του παππού..ήρθε κόσμος πολύς..ήπιαμε καφέ..φάγαμε παξιμαδάκια..γελάσαμε κιόλας..
- Σώπα εσύ, με αποπήρε αμέσως η μητέρα μου. Τί είναι αυτές οι ανοησίες;
   Σώπασα,μα χωρίς να το θέλω. Γι' αυτό,μόλις πέρασε λίγη ώρα,είπα πάλι στον πατέρα μου:
- Εχτές,καλέ μπαμπά,πέθανε ο παππούς και περάσαμε τόσο όμορφα. Σήμερα ούτε μιλιά,ούτε λαλιά.
  Και γυρνώντας στην ξαφνιασμένη γιαγιά μου, είπα και σ' εκείνη:
- Ομορφο πράμα ο θάνατος..γίνεσαι και πουλάκι. Πέθανε, καλέ γιαγιά, να γελάσουμε λιγάκι.
  Ε, τί ήτανε να το πω αυτό;! Πού σε πονεί και πού σε σφάζει; Εφαγα της χρονιάς μου!
- Καλέ, άστο το κορίτσι, φώναζε στη μάνα μου η γιαγιά μου, κι όλο και προσπαθούσε να με πάρει απ' τα χέρια της! Αστο το καϋμένο. Τί νιώθει αυτό από θάνατο και το καταχεριάζεις έτσι;
- Οχι, να μάθει από τώρα να σκέφτεται πριν μιλήσει, απαντούσε η μητέρα μου και δως του και μου τις έβρεχε! Ωσπου ήρθε και με πήρε απ' τα χέρια της ο πατέρας μου.
   Ολοι τον κλάψανε τον παππού μου αποβραδύς,μα εγώ τον θρήνησα την άλλη μέρα..Κι απ' το πολύ το αναφυλλητο κουράστηκα τόσο,που με πήρε ύπνος πάνω στα γόνατα του πατέρα μου.
   Αργότερα, σαν ξύπνησα, κάθισα μόνη μου,σκέφτηκα καλά και είπα κουνώντας το κεφάλι:
   Για να πέφτει τόσο ξύλο,άμα πεθαίνει ο άνθρωπος,πάει να πει πως δεν είναι καλό πράμα ο θάνατος..

 
 
Σ    Κ   Ι   Ε   Σ
 
Σκιές της ψυχής μου
πιάστε γερά απ' το χέρι τις ελπίδες μου
για ένα αύριο στο νερό της πηγής μου να δροσίσουν τις καυτές αχτίδες μου
 
Ενα φως ελληνικό θρέφει το μυαλό μου
πιες καρδιά μου απ' τα μάτια των παιδιών
δοξαριές ειρηνικές παίξε βιολί τρελλό μου
 
Μελωδία στα σκαλιά του Παρθενώνα
πιασμένες χέρι-χέρι ζωντανές οι Καρυάτιδες ξανά
μαχαιρώνουν τις γενιές μας πράξεις,λόγια άπονα
 
Σκιές της ψυχής μου
προσκυνήστε βότσαλα νησιά βουνά
να σηκωθούν ξανά φωνές να αντιλαλήσουν ρεματιές
 Σκιές της ψυχής μου
αρπάχτε τις αχτίνες του΄Ηλιου
απλωθείτε να ζεστάνετε των ανθρώπων τις ματιές
 

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

H KAMΠΑΝΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ

    Οποτε ακούω καμπάνα μισοκλείνω τα μάτια μου κι ονειρεύομαι. Πλαγιές,δέντρα,τρεχάμενα νερά,πότε ανάμεσα σ'αγκαλιασμένα λουλούδια,πότε κοντά σε παιγνιδιάρικα ακρογυάλια.
    Χτυπά η καμπάνα και μου μιλά βαθειά στη ψυχή. Μου θυμίζει μιά ολάκερη ζωή,που τη πέρασα χαρούμενα ως τα δώδεκά μου χρόνια στην αγκαλιά του χωριού μου.
    Εκείνο το καιρό το σχολειό μας βρισκότανε καμμιά πεντακοσιαριά μέτρα μακρυά απ΄'την εκκλησιά του χωριού κι ήτανε χτισμένο στη κορφή ενός λόφου απ'όπου κουβέντιαζες με το Θεό.
    Κουδούνι για να χτυπά τα διαλλείματα δεν είχαμε,μα κι ούτε κάναμε διαλλείματα. Χτυπούσε μονάχα μιά φορά,στις οχτώ το πρωί,η καμπάνα του χωριού. Κι αμέσως όλος ο παιδόκοσμος ξεχυνόταν στους δρόμους κι έτρεχε για το σχολειό. Εκεί γεμίζαμε το μυαλό μας με πολλές βαρείες,οξείες και περισπωμένες,μα και με πολλά όνειρα. Κι άμα σχολούσαμε,σηκώναμε το κόσμο όλο στο πόδι με τις φωνές μας,που σούπαιρναν τ'αυτιά.

    Τ'απόγεμα πάλι τα ίδια. Χτύπημα καμπάνας,σύναξη στο σχολειό,μάθημα,σχόλασμα,ροβολητό...Στο χωριό δεν είχαμε ποτέ ρολόγια. Μόνο στο δικό μου το σπίτι είχαμε ρολόι. Γι'αυτό κι έλεγε ο δάσκαλος: Τη καμπάνα θα τη σημαίνει ο Δημήτρης,που έχει ρολόι στο σπίτι του και που ξέρει να βρίσκει την ώρα.
     Αυτή ήταν η μεγάλη μου χαρά. Κάθε πρωί στις οχτώ έτρεχα γρήγορα-γρήγορα στην εκκλησιά,ανέβαινα δυό-δυό τα σκαλιά του καμπαναριού,άρπαζα με τα δυό μου χέρια το γλωσσίδι της καμπάνας και,δως του ζερβά,δώς του δεξιά,το χτυπούσα γοργά και ρυθμικά και δεν έλεγα να τ'αφήσω. Τότε η μπρούτζινη γαλιάντρα μου κελαϊδούσε πρόσχαρα το μεταλλικό της τραγούδι και μούπαιρνε το μυαλό!
    Η καμπάνα χτυπούσε; Η καρδιά μου; Δεν ξέρω αλήθεια να σας πω...
    Ονειρευόμουν συνέχεια..Είχα γίνει,λέει,άντρας κι ήμουνα πλούσιος πολύ. Ξόδεψα λοιπόν πολλά χρήματα,μεγάλωσα την εκκλησιά του χωριού μας και της χάρισα μιά καμπάνα,νά,σαν το σπίτι μου μεγάλη!. Η καμπάνα εκείνη φάνταζε από μακρυά σαν περήφανη βουνοκορφούλα,που την τράνταζε γερός σεισμός και η δυνατή της φωνή απλώνονταν σ'όλη την οικουμένη. Την άκουγαν τότε οι ξενιτεμένοι συγχωριανοί μου και λέγαν: Χτυπά η καμπάνα του χωριού μας! Μωρέ ποιός δώρισε στην εκκλησιά μας μιά τόσο μεγάλη καμπάνα;
     Ονειρα και πάλι όνειρα...Αλήθεια,πόσο πλάταινε η ψυχή μου μ'εκείνο το μεγαλόστομο πανηγύρι της καμπάνας! Και μέσα στον ενθουσιασμό μου αρχίναγα το τραγούδι - ένα θεότρελλο τραγούδι,δίχως σταματημό. Ανέβαζα τη φωνή μου σκαλί το σκαλί ψηλά,ζούσα έξω απ'τον εαυτό μου! Το αίμα μου πηδούσε ατίθασο μέσα μου,κάλπαζε,ζητούσε να μου ξεφύγει απ'τις φλέβες. Και μη μπορώντας να κάνει αλλιώτικα,έφτανε χορεύοντας στα μηλίγγια μου,μούκανε τα μάτια να πετούν σπίθες. Το πρόσωπό μου άναβε. Η καμπάνα δεν ήταν πιά άψυχη! Μου φάνταζε σαν πυρωμένο κεφάλι γύφτισσας,που το μπρούτζινό της πρόσωπο αστραφτοκοπούσε στο πρωϊνό χαμόγελο του ήλιου. Από το πλατύ της στόμα έβγαινε μεγαλόπνοη η ζεστή της η φωνή,και το τραγούδι της αγκάλιαζε τα πέρατα του κόσμου. Μαζί με τη φωνή της καμπάνας ταξίδευαν κι απλωνόντανε παντού και τα τραγούδια μου.
     Ωστε μ'άκουγε όλος ο κόσμος; Μάλιστα..αυτό ήταν αλήθεια...
    Θεέ μου,τι ευτυχία! Ημουν τρελλός απ'τη χαρά μου. Να μιά τρέλλα,που χαρίζει στον άνθρωπο ευτυχία. Να ονειρεύεσαι ξύπνιος,να γελάς,να τραγουδάς. Μα ως πότε θα κρατούσε αυτό το γλυκό όνειρο; Κάποτε θάπρεπε να πάω και στο σχολειό μου...Τί να γίνει; Αφηνα με μισή καρδιά το γλωσσίδι της καμπάνας. Κατέβαινα μερικά σκαλοπάτια. Από κει της έδινα ακόμα μερικές γρήγορες
καμπανιές,τραβηχτά με το σκοινί,σα να την αποχαιρετούσα! Κι αμέσως ροβόλαγα κατά το σχολειό ψυθιρίζοντας: Τ'απόγεμα πάλι...-Ελα,Δημήτρη! Αργησες παιδί μου,έλεγε ο δάσκαλος,καθώς έμπαινα βαριανασαίνοντας στο σχολείο....- Κύριε,να πηγαίνω εγώ να χτυπώ τη καμπάνα πούμαι πιο γρήγορος; παρακαλούσε ο φίλος μου ο Γιάννης.  - Οχι,τη καμπάνα θα τη σημαίνει ο Δημήτρης,που έχει ρολόι στο σπίτι του και ξέρει την ώρα. Μόνο να κάνει πιο γρήγορα.  - Πόσην ώρα,κύριε; ρωτούσα.  - Ε,μέχρι ένα ''πιστεύω''. Ο καϋμένος ο Γιάννης έμενε στα κρύα του λουτρού. Σε λίγο άρχιζε το μάθημα. Μα εμένα ο νούς μου κρυφοπέταγε στο καμπαναριό! Κι έλεγα: Υπομονή. Γρήγορα θάρθει κι αυτή η ώρα..Στις τρεις τ'απόγεμα έτρεχα πάλι στο καμπαναριό κι άρχιζα τα καμπανίσματα. Αλλα τραγούδια και τότε κι άλλα όνειρα. Μόνο που τούτη τη φορά ο αχός της καμπάνας ήταν κάπως διαφορετικός,αφού κουνούσα το γλωσσίδι της πιο αργά,πιο σιγά. Ναι. Τώρα η φωνή της γαλιάντρας μου έβγαινε γλυκύτερα. Εμοιαζε σαν απόηχο από κάποιο μακρόσυρτο νανούρισμα. Ετσι τόνιωθα,καθώς κρεμόμουν απάνω στο γλωσσίδι,κι έκανα κούνια,γέρνοντας το κορμί μου μιά δεξιά μιά ζερβά. Και το ''πιστεύω''; Τόλεγα βέβαια. Μα ο Θεός το ξέρει ''τί πιστεύω'' ήταν! Αργό κι αυτό,που να περπατούν τα λόγια του ένα-ένα σα χελώνας βήματα. Κι άμα έφτανα στο αμήν,τόβαζα στη τρεχάλα για το σχολειό κι ήμουνα σαν τον κλέφτη τον κυνηγημένο!. Εφτανα λοιπόν στο σχολειό αργοπορημένος,καταϊδρωμένος,ξαναμμένος! Κι ο δάσκαλος ''πάλι άργησες'' μούλεγε καλόκαρδα. Μα κι ο Γιάννης όλο και ζητούσε να μου πάρει τα δικαίωματά μου. Ωσπου μιά μέρα τα κατάφερε.
Ηταν τρείς η ώρα και πήγαινα για τη καμπάνα. Ο Γιάννης,πού'ταν γειτονόπουλό μου,παραφύλαξε στον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Μόλις είδε πως πλησίαζα εκεί,έτρεξε πρώτος,ανέβηκε γρήγορα - πιο γρήγορα από μένα - τις σκάλες του καμπαναριού και χτύπησε τη καμπάνα!
- Ντάν,ντάν,ντάν!! έκανε εκείνη σα να με περιγελούσε...κι η καρδιά μου ράγισε στα δυό...
Ηταν αργά πια. Το κακό είχε γίνει. Και το κακό είναι πως η δουλειά αυτή συνεχίστηκε και τις άλλες μέρες. Μόλις μ'έβλεπε ο Γιάννης πως πήγαινα στην εκκλησιά,έτρεχε πρώτος αυτός,ανέβαινε γρήγορα στο καμπαναριό και χτυπούσε τη καμπάνα.
Τί νάκανα ο δύστυχος; Καθόμουνα ξέμακρα,και με δακρυσμένα μάτια παρακολουθούσα τη σκηνή αυτή,σβησμένος,αποσβολωμένος. Ωσπου πήρα την απόφαση,να παίξω κι εγώ το παιγνίδι μου και ή του ύψους ή του βάθους. Τί έκανα λοιπόν;
Κάποιο απόγεμα ξεκίνησα για την εκκλησιά μιάν ώρα πριν απ'την συνηθισμένη. Κι ήμουν σίγουρος πως ο δάσκαλος κοιμόταν. Για να μη με πάρει είδηση ο Γιάννης,πήγαινα τραγουδώντας και το σχέδιό μου δε πήγε χαμένο. Μόλις μ'άκουσε ο φίλος,πετάχτηκε γρήγορα έξ'απ'το σπίτι του για να με προλάβει. Τότε έτρεξα κι εγώ τάχα για το καμπαναριό. Ομως αυτός πρόλαβε κι ανέβηκε πρώτος τις σκάλες,άρπαξε το γλωσσίδι βιαστικά κι άρχισε να χτυπά δυνατά τη καμπάνα!
Σε λίγο τα παιδιά του χωριού μαζευόντανε στο σχολειό φλυαρώντας σα τρελλά σπουργίτια. Ο δάσκαλος τότε,μαχμουρλής και με κατεβασμένα μούτρα,αναγκάστηκε να τα μαζέψει στη τάξη, Υστερα φώναξε θυμωμένα:
- Ε,συ Δημήτρη,έλα δω! Τί έπαθες σήμερα και χτύπησες τη καμπάνα τόσο νωρίς;
- Οχι εγώ,κύριε,είπα,,,και ζάρωσα από φόβο μην αρπάξω καμμιά... ο Γιάννης τη χτύπησε,μόνος του...
- Ελα δω εσύ! ξεφώνισε τώρα ο δάσκαλος ακόμα πιο θυμωμένος,κι έδειξε τον Γιάννη με τέτοιο τρόπο,σα να τον σημάδευε. Ποιός σούπε να μου ανακατεύεσαι εκεί που δε σε σπέρνουν; Ε; Να λοιπόν,για να μάθεις ν'ακούς!...
Το πρόσωπο του Γιάννη έγινε κατακόκκινο,όχι τόσο απ'τη μπάτσα,που έφαγε,όσο απ'την ντροπή του..Την ιδια στιγμή ο δάσκαλος γύρισε στα παιδιά και είπε με βαρυά κι αυστηρή φωνή:
- Αλλη φορά να μην ξανασιμώσει κανένας άλλος στο καμπαναριό. Σας είπα,την καμπάνα θα τη χτυπάει μονάχα ο Δημήτρης,που έχει ρολόϊ!
- Μάλιστα...ξέσυραν τη φωνή τους όλα τα παιδιά μαζί, και το μάθημα άρχισε.
Την άλλη μέρα το πρωί πήγα πάλι εγώ για την καμπάνα. Στην στροφή του δρόμου καθότανε,μαζεμένος τούτη τη φορά ο Γιάννης και με κοίταζε μ'ένα βλέμμα τόσο παραπονεμένο,κι ήτανε σα φίδι που σου ορμά ξαφνικά στη στροφή του δρόμου και πασχίζει να τυλιχτεί ένα γύρο στο λαιμό σου να σε πνίξει! Οχι,δε θα λυγίσω,σκέφτηκα,κι έσφιξα τις γροθιές μου σα νάπνιγα κείνη τη φορά το φίδι της ντροπής. Προχώρησα νευρικά ως το καμπαναριό,ανέβηκα τις σκάλες και χτύπησα τη καμπάνα.
= Ντάν,ντάν,ντάν!! έκανε κι η καρδιά μου και μου φάνηκε σα να μούλεγε ''άδικε''..
Τα χέρια μου άρχισαν τότε να τρέμουν. Ιδέα μου θα είναι,είπα συγκρατημένα,και χτύπησα λίγο ακόμα τη καμπάνα.
- Ντάν,ντίν,ντάν....ντάν,ντίν,ντάν....
- Αδικε,άδικε,απαντούσε η καρδιά μου,ώσπου η φωνή της έγινε ένα με τη φωνή της καμπάνας!
Για μιά στιγμή τόλμησα να πω στη καμπάνα το δίκιο μου. Ψιθύρισα: Μα δε φταίω εγώ..Εκείνος φταίει,γιατί πήγε αντίθετα στη διαταγή του δασκάλου...
Αυτό το τελευταίο ''του δασκάλου'',δεν πρόφτασα να το πω και μου φάνηκε σα να τόπαιρνε τ'απόηχο της καμπάνας και μου τόφερνε πίσω,σα γερό γιουχάρισμα θαρρείς από χιλιάδες φωνές!
- Ού....ού......
Ξαναχτύπησα τη καμπάνα,να ξεγελάσω την ψυχή μου πως τίποτα απ'όλ'αυτά δεν είναι αληθινό. Συγχρόνως ψιθύρισα κιόλας:
- Πήγε στο δάσκαλο κόντρα.
- Αααα...,έκανε πάλι η φωνή της καμπάνας,και μου φάνηκε σα νάθελε να μου πει: Και γιατί δε πήγες να το πεις στο δάσκαλο,μόνο προτίμησες την πονηριά;
- Αλλοίμονο! Η φωνή της καμπάνας διαλαλούσε στα πέρατα του κόσμου την πονηριά μου! Και με τί πρόσωπο θ'αντίκρυζα τώρα τους συγχωριανούς μου;
Τα δάκρυά μου κυλούσαν ποτάμι. Οι λυγμοί μ'έπνιγαν. Ζαλίστηκα,και κρεμμάστηκα στο γλωσσίδι της καμπάνας,μη πέσω. Κρατήθηκα εκεί για λίγο κι ύστερα κατέβηκα τις σκάλες χωρίς να τολμώ να γυρίσω το βλέμμα στην καμπάνα.
Τ'αυτιά μου βούιζαν ακόμα. Κοντοστάθηκα λίγο,πήρα μιάν ανάσα να συνέλθω,μα τίποτα. Κοίταξα στο γύρισμα του δρόμου,μήπως βρισκόταν εκεί ακόμα ο Γιάννης.Τίποτα. Αυτός θα ήταν τώρα στο σχολειό. Τότες άρχισε η καρδιά μου να με μαλώνει:
- Δημήτρη,δημήτρη,έκανες ένα μεγάλο κακό στο φίλο σου και σε μένα. Δημήτρη,δημήτρη,η πονηριά σου σε χάλασε,σου ασχήμηνε τη ψυχή,σ'έκανε ασυμπάθιστο. Πώς θα τολμήσεις τώρα,Δημήτρη,να πεις ένα γειά σου στο φίλο σου; Δημήτρη κρύψε το πρόσωπό σου...δεν είσαι πια καλό παιδί...
- Ναι,είμαι απαίσιος,απαντούσα μ'αναφυλλητά στη καρδιά μου. Είμαι άδικος. Δεν θα ξαναχτυπήσω τη καμπάνα. Η καμπάνα δε τους θέλει τους απαίσιους ανθρώπους. ΄Μού τόπε μόνη της αυτό!
Με το παραμιλητό μου πέρασα όλο το δρόμο,χωρίς να το καταλάβω πως έφτασα κιόλας στο σχολειό. Μόλις μπήκα μέσα,σκούπισα τα μάτια μου και με μιάς προχώρησα στο γραφείο του δασκάλου μας.
- Τί τρέχει,Δημήτρη; με ρώτησε κείνος με απορία..
- Κύριε,έκανα κάτι πολύ άσχημο...έφταιξα πολύ...
Δάκρυα έτρεξαν απ'τα μάτια μου πάλι..
- Τί εχεις βρε παιδί μου; είπε ο δάσκαλος με συμπόνοια...Τί σου συμβαίνει;; Ελα,σταμάτησε το κλάμα και πες μου..
-΄Κύριε,χτες που ο Γιάννης χτύπησε τη καμπάνα νωρίς,εγώ έφταιξα γι'αυτό...εγώ του έστησα αυτή τη παγίδα,γιατί ήθελα να χτυπώ μόνος μου τη καμπάνα...
Ο δάσκαλος με άκουγε με προσοχή. Του τα φανέρωσα όλα. Και στο τέλος μου είπε με βαρειά φωνή :
- Οσα είχα να σου πω εγώ,τα είπες μόνος σου. Κοίταξε να διορθώσεις το κακό πούκανες. Πήγαινε.
Σκούπισα τα δάκρυά μου κι έτρεξα στην αυλή ζητώντας τον φίλο μου. Ευτυχώς δεν άργησα να τον βρω.
- Γιάννη,τούπα σταθερά,εχτές σου έκανα ένα μεγάλο κακό..Σου ζητώ συγνώμη λοιπόν. Από δω και μπρος,μόνο εσύ θα τη σημαίνεις τη καμπάνα.
- Σ'ευχαριστώ Δημήτρη,απάντησε ο Γιάννης. Εφταιξα όμως κι εγώ,γιατί σου πήρα τα δικαιώματά σου χωρίς την άδεια του δασκάλου μας. Για τούτο η καμπάνα είναι δικιά σου.
- Μιά ο ένας,μιά ο άλλος,ακούστηκε πίσω μας μια τρίτη φωνή! Ηταν ο δάσκαλός μας,που δεν τον προσέξαμε που μας παρακολουθούσε.
Ετσι κι έγινε! Από τότες ο Γιάννης κι εγώ γίναμε οι καλύτεροι και πιστότεροι φίλοι! Κι η καμπάνα χτυπούσε χαρούμενα και για τους δυό μας...
 
 
 
..