Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013


                ''ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ''

Του ΕΚΤΟΡΑ ΜΑΛΟ
Τίτλος πρωτότ.: ''Sans Famille''


Στην Λούση Μαλό

  ''Οσο βαστούσε το γράψιμο τούτου του βιβλίου, ζούσες στις σκέψεις μου, παιδί μου, και τ' όνομά σου στα χείλη μου : Η Λούση θα το νιώσει αυτό για να ενδιαφερθεί ; Πάντα η Λούση. Τ' όνομά σου, που πάντα το πρόφερα θα γραφεί μπροστά απ'αυτές τις σελίδες : δεν ξέρω όμως τί τύχη τις περιμένει, αλλά όποια κι αν είναι, οι σελίδες αυτές μου χάρισαν τόσες χαρές όσο όλες οι επιτυχίες - την ικανοποίηση να σκέφτομαι πως μπορεί να τις διαβάσεις - τη χαρά μου να στις προσφέρω.''
                                                               Εκτώρ Μαλό
                              [...]

   ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΑΣΑΝ γρήγορα. Ηταν χρόνια γλυκών αναμνήσεων, που κάνουν την καρδιά να μην νοιώθει το πέρασμά τους. Γιατί, ό,τι κυλάει σύντομα χάνεται από την αίσθηση του κόσμου μας. Και νά τώρα κατοικώ στο Μίλλιγκαν Πάρκ, τον Πύργο των προγόνων μου, στην Αγγλία.    Το άλλοτε κακόκοιρο παιδί, που δεν είχε οικογένεια, το πεταμένο στο δρόμο, που κατάντησε παιγνίδι μιάς κακότροπης μοίρας, που δάρθηκε από μια ατέρμονη θάλασσα, χωρίς οδηγό, χωρίς φάρο, χωρίς λιμάνι και καταφύγιο, έχει τώρα μάνα, αδελφό και προγόνους που το αγαπούν και που του άφησαν τίμιο όνομα και μεγάλη περιουσία. Το δυστυχισμένο εκείνο φτωχαδάκι, το ανήλικο, που έζησε ατέλειωτες παγωμένες νύχτες σε σιταποθήκες, σε στάβλους, σε κάποια γωνιά του δάσους κάτω από την κρύα θλίψη τ΄ουρανού ή στ'άπατα χιόνια των βουνών κάτω απ'τα ουρλιάσματα των λύκων, δαρμένο από την ανελέητη πείνα και γύμνια, βρίσκεται τώρα κληρονόμος ενός πύργου με ιστορία, που τον επισκέπτονται και τον θαυμάζουν οι περίεργοι.
Ο Πύργος βρίσκεται σ'ένα λόφο με πλούσια και καταπράσινη κοιλάδα κοντά σε μιά ήσυχη γαληνεμένη θάλασσα. Είναι είκοσι λεύγες μακρυά από κεί που επιβιβάστηκα στο πλοίο του αδελφού του Μπόμπ. Είναι χτισμένος ψηλά σ'ένα  φυσικό εξώστη, έχει κυβικό σχήμα και στις δύο γωνίες του υψώνονται επιβλητικά δύο ολοστρόγγυλοι χοντροί πυργίσκοι. Οι δύο προσόψεις του η μεσημβρινή και η δυτική, είναι καταστόλιστες από τριανταφυλλιές που με πείσμα αναρριχώνται πάνω τους. Οι άλλες δύο, η ανατολική και η βορινή είναι πνιγμένες στον κισσό, με χοντρούς κορμούς, όμοιοι μ'ανθρώπινα χέρια και που μαρτυρούν την ηληκία του. Γύρω-γύρω υπάρχει ένα απέραντο πάρκο, που τα αιωνόβια δέντρα του δεν τ'άγγιξε ποτέ τσεκούρι άπονου ξυλοκόπου. Κρυστάλλινα νερά κελαρύζουν το τραγούδι του ποτίζοντας το καταπράσινο πάντα γρασίδι...
  Σ'αυτόν τον Πύργο κατοικούμε η μητέρα μου, ο αδελφός μου, η γυναίκα μου κι εγώ. Περνώ τώρα τις ώρες μου γράφοντας. Ξεφυλλίζω και τακτοποιώ το ημερολόγιό μου. Αυτές τις μέρες θα βαφτίσω τον πρώτο μου γιό, τον Ματτία κι έτσι θάρθουν εδώ όλοι, όσοι ήταν φίλοι μου στις μέρες της δυστυχίας μας. Θα προσφέρω στον καθένα μιά αφήγηση από τα περιστατικά που πήραν μέρος, δείγμα ευγνωμοσύνης για τη βοήθεια ή την αγάπη που μούδωσαν τότε που ήμουν ένα χαμένο και δύσμοιρο παιδί. Η συγκέντρωση αυτή είναι μία έκπληξη στη γυναίκα μου για να δει τους δικούς της αγαπημένους τη στιγμή που δε το περιμένει. Το μυστικό αυτό το γνωρίζει μονάχα η μάνα μου και ο αδελφός μου. Θάναι μεγάλη χαρά για μένα να βρίσκονται όλοι οι δικοί μου στη γιορτή. Αλλά αυτή τη στιγμή κάτι μου σφίγγει τη καρδιά. Κάτι που έρχεται από το παρελθόν. Είναι η μορφή του γέρου-δάσκαλου. Μονάχα αυτός θα λείπει. Αχ, γερο-δάσκαλε πώς ζεις αυτή τη στιγμή στη μνήμη μου ! Τί ευτυχία θα ένοιωθα, αν μπορούσα να κάνω πλούσια τα γειρατιά σου !
Θά 'φηνες για πάντα την προβειά και το βελούδινο σακκάκι σου, θα γύριζες τιμημένος και θα ξανάπαιρνες το πραγματικό σου όνομα : Ο Βιτάλι, ο γέρος και ταλαίπωρος εκείνος τυχοδιώκτης και θιασάρχης σκυλιών, θα γινόταν ο Κάρλο Μπαλζάνι, ο περίφημος τραγουδιστής. Αλλά, αν ο χρόνος δεν μ'αφήνει να κάνω κάτι για σένα, αν αδυσώπυτα μ'εμποδίζει, τουλάχιστον δεν μ'εμποδίζει να κάνω κάτι για τη μνήμη σου. Στο κοιμητήρι του Μονπαρνάς του Παρισιού, το όνομα Κάρλο Μπαλζάνι, είναι χαραγμένο στο μνήμα που η μάνα μου έχτισε. Κι αυτό θυμίζει τη δόξα σου σ'εκείνους που είχαν την τιμή να σε θαυμάσουν και να σε χειροκροτήσουν ζωντανό. Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ γερο-δάσκαλε, γιατί, χρωστώ στα μαθήματά σου, στα παραδείγματά σου, στην αγάπη σου για μένα. Γι'αυτό, γερο-δάσκαλέ μου, η θέση σου θα φυλάγεται με σεβασμό σε κάθε γιορτή...
  Και νά, αυτή τη στιγμή η μητέρα μου πλησιάζει στην πινακοθήκη. Το αριστουργηματικό της ύφος πλημμυρίζει από καλωσύνη και γλυκύτητα. Στηρίζεται στον Αρθρούρο, γιατί ο Αρθρούρος τώρα δεν είναι το καχεκτικό κι ανάπηρο εκείνο παιδί. Είναι ένας ωραίος και δυνατός άντρας και στηρίζει τη μάνα του. Χάθηκε η κληρονομιά του κυρίου Τζαίημς Μίλλιγκαν, που επιθυμούσε το θάνατο του Αρθρούρου. Πίσω τους, βλέπω τώρα νάρχεται μιά γερόντισσα ντυμένη Γαλλίδα χωρική. Κρατάει στα χέρια της ένα μωρό. Είναι η κυρά-Μπαρμπερίνα και το παιδί είναι δικό μου. Η κυρά-Μπαρμπερίνα δέχτηκε να έρθει κοντά μου μονάχα σαν παντρευόμουν για να μεγαλώνει τα παιδιά μου.
   Ο Αρθούρος κρατάει στα χέρια του τους ''Τάϊμς''. Με ρωτάει αν τους διάβασα. Τ'απαντώ όχι και μου δείχνει μιά ανταπόκριση από Βιέννη.    ''Πολύ γρήγορα θα έρθει στο Λονδίνο ο Ματτία. Παρά τις επιτυχίες του εδώ, τον καλούν υποχρεώσεις στην Αγγλία. Σας μίλησα γι'αυτές τις συναυλίες. Προκάλεσαν μεγάλο θαυμασμό, για την δύναμη και την προσωπικότητα του βιρτουόζου και για την ιδιοφυία του συνθέτη. Με λίγα λόγια, ο Ματτία είναι ο Σοπέν του βιολιού ! ''
  Δεν είναι ανάγκη να διαβάσω για να μάθω πού έφτασε ο μικρός πλανώδιος μουσικός και πώς έγινε μεγάλος καλλιτέχνης. Γιατί, ο Ματτία, όταν η μητέρα μου του προμήθευε καθηγητές για τα μαθήματα της μουσικής έκανε μεγάλες προόδους. Αληθινά λοιπόν προφήτεψε εκείνος ο Εσπιρνασσόν ο κουρέας της Μάντ.
 Η ανταπόκριση όμως αυτή με γέμισε χαρά και περηφάνεια. Δεν ήταν ο Ματτία ένας δεύτερος εαυτός μου, φίλος μου, αδελφός μου ; Οι θρίαμβοί του και οι επιτυχίες του δεν είναι και δικές μου ;
 Εκείνη την ώρα ένας υπηρέτης μου φέρνει ένα τηλεγράφημα. Διαβάζω :  ''Είναι το πιο σύντομο ταξίδι μου. Φτάνουμε στο Τσέγκφορντ στις 4 και δέκα, μαζί με την Χριστίνα, που πήρα από το Παρίσι. Στείλε ένα αμάξι να μας παραλάβει - Ματτία''.
 Ο Αρθούρος με παρακάλεσε να πάει μόνος του στο Τσέγκφορντ. Φαινόταν πως έκρυβε ανυπομονησία ακούγοντας αυτό το όνομα.
  Σαν έφυγε ο Αρθρούρος μίλησα με την μητέρα μου Γαλλικά στη γλώσσα που χρησιμοποιούσα, όταν ήθελα να της μιλήσω τρυφερά.
- Μητέρα δεν μπορεί κανείς να είναι ευτυχισμένος με τη γυναίκα που αγαπάει, τη στιγμή που αυτή δε διαθέτει περγαμηνές και περιουσία ;Δεν θέλεις να είναι ευτυχισμένος ο Αρθούρος όπως εγώ ; Για τον άλλο σου γιό δεν θάχεις την ίδια αδυναμία που είχες για μένα γιατί δεν μπορούσες ν'αρνηθείς τίποτα σ'ένα παιδί που το έκλαιγες δεκατρία χρόνια ;
- Καλό μου παιδί ! μου είπε με τρυφερότητα. Τί θυσαυρό κρύβεις μέσα σου !
- Μητέρα, πες μου πού θα μπορέσει να βρει ο Αρθούρος μια τόσο γοητευτική γυναίκα σαν την Χριστίνα ; Δεν είναι μία από τις πιο γοητευτικές γυναίκες της Ιταλίας ; Δεν έχει πνευματική και κοινωνική μόρφωση ;
- Παιδί μου, σου μίλησε ποτέ ο Αρθρούρος για τα αισθήματά του ;     - Ναι, μαμά μου, επειδή είμαι ο αρχηγός της οικογενείας. Και σαν αρχηγός του υποσχέθηκα να τον βοηθήσω.   - Ερχεται η γυναίκα σου, είπε, θα μιλήσουμε αργότερα.    Θάχετε καταλάβει νομίζω ποιά είναι η γυναίκα μου. Είναι η μικρή άλλοτε Λίζα με το εύγλωττο πρόσωπο και τα καταπληκτικά ματάκια. Δεν είναι πια κωφάλαλη. Η ομορφιά της έχει κάτι το θεϊκό. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τη μητέρα μου. Εχει σπάνια προτερήματα και την αγαπώ πολύ ! Παρακάλεσα τη μητέρα μου και μου την έδωσε για γυναίκα μου.
- Τί συμβαίνει ; Κάτι μου κρύβετε, είπε η Λίζα μπαίνοντας.
  Χαμογελάμε και δεν της απαντούμε.
  Κι εγώ θέλοντας να παίξω με την περιέργειά της παίρνω τα κυάλια και κοιτώ προς το δρόμο.
- Τί θαυματουργά κυάλια ! φωνάζω. Βλέπω τη θάλασσα ως τη Γαλλία ! Και κει ένα όμορφο σπιτάκι κοντά στο Σώ. Ενας άντρας μιλάει με δυό γυναίκες : ''Κάντε γρήγορα για να μη χάσω το τραίνο και δεν θα είμαι στην Αγγλία στα βαφτίσια του  εγγονού μου'' Ο άντρας είναι ο Ακκέν και οι γυναίκες η Κατερίνα η αδελφή του και η Ετιενέτ, η κόρη του. Βλέπω ακόμα πως ο άλλοτε πατέρας μου Ακκέν δίνει διαταγή σ'έναν υπηρέτη να ποτίζει, όσο θα λείπει, τα λουλούδια του κήπου του.
Επειτα στρίβω τα κυάλια μου σ'άλλη κατεύθυνση.  - Και τώρα βλέπω ένα βαπόρι. Ενας νέος γυρίζει από ταξίδι εξερεύνησης στις περιοχές του Αμαζονίου. Τ' όνομα του νέου άντρα, είναι Βενιαμίν Ακκέν.   Ενα μονάχα σκέφτεται : Πότε να φτάσει στο Μίλλιγκαν Πάρκ για να συναντήσει την οικογένειά του.   Στρέφω τώρα αλλού τα κυάλια και βλέπω δύο άντρες να ταξιδεύουν σ' ένα βαγόνι. Ο ένας είναι γέρος και ο άλλος νέος. Συζητούν :   - Είναι πολύ ενδιαφέρον το ταξίδι, λέει ο γέρος.    - Πολύ ενδιαφέρον, δάσκαλε ! απαντάει ο άλλος.     - Αγαπητέ Αλέξη, θ' αγκαλιάσεις την οικεγένειά σου και θα σφίξεις το χέρι του Ρεμύ και θα κατεβούμε και στ' ανθρακωρυχεία της Ουαλλίας. Λυπούμαι όμως που δεν ήρθε μαζί μας κι ο θείος Γκασπάρ.
  Η Λίζα ήρθε κοντά μου και δεν μ'άφησε να συνεχίσω.
- Τί ευχάριστη έκπληξη ! είπε.
- Ευχαρίστησε τη μητέρα, γιατί εκείνη θέλησε να τους συγκεντρώσει όλους εδώ, γιατί στάθηκαν καλοί κάποτε στο χαμένο της παιδί. Μάθε πως περιμένουμε και τον Μπόμπ με τον αδελφό του, τον καπετάνιο της ''Εκλειψης''.
  Εκείνη την ώρα ακούγονται δύο αμάξια. Από το παράθυρο βλέπουμε τον πατέρα της Λίζας, τη θεία Κατερίνα, την Ετιενέτ, τον Αλέξη και τον Βενιαμίν. Δίπλα στον Αλέξη ένας γεροντάκος κάθεται μ'άσπρα μαλλιά. Είναι ο δάσκαλος. Νά και τ'αμάξι του Ματτία και της Χριστίνας. Κι οι δυό τους μας χαμογελούν. Υστερα έρχεται ένα μόνιππο που τ' οδηγεί ο Μπόμπ, που είναι σωστός κύριος μαζί με τον αδελφό του, τον τραχύ καπετάνιο. Τρέχουμε να τους υποδεχτούμε. Σε λίγο όλοι γύρω από το τραπέζι θυμόμαστε τα περασμένα. Συζητήσαμε για τη τύχη του κυρίου Τζαίημς Μίλλιγκαν καθώς και για τον Ντρίσκολ. Ο κύριος Μίλλιγκαν φτώχυνε και όλοι οι Ντρίσκολ βρίσκονται εξορία. Μονάχα η Καίτη περιποιείται τον παππού της που ζει στη αυλή του Κόκκινου Λιονταριού.
  Ολοι αυτή την ώρα ξετυλίγουμε τις αναμνήσεις μας. Αυτές είναι ο κρίκος που μας συνδέει. Υστερα από πολλά άλλα που ιστορήσαμε σηκωθήκαμε, εγώ κι ο Ματτία και πήραμε τα όργανά μας. Ο Ματτία το βιολί του κι εγώ την άρπα μου. Ολοι τότε κάνουν ένα κύκλο γύρω μας.
Τότε παρουσιάζεται κι ο Κάπι μπροστά μας. Είναι γέρος, κουφός και δεν βλέπει καλά. Δεν μπορεί πια να κάνει το γύρο της ''αξιότιμης ομήγυρης''. Δεν έχει δύναμη. Κάθεται και χαιρετάει το ακροατήριο. Το τραγούδι μας τέλειωσε.  Ο Κάπι σηκώνεται και πάει όπως-όπως να κάνει τον έρανο. Τέλος φέρνει την είσπραξη. Είναι η καλύτερη της ζωής μου. Χρυσά και αργυρά νομίσματα ! Του φιλώ τη μύτη σαν άλλοτε που έτρεχε να με παρηγορήσει κι η θύμηση της παιδικής μου δυστυχίας μου φέρνει μιά έμπνευση :
'' Τα χρήματα αυτά είναι η πρώτη εισφορά για την ίδρυση ενός Ασύλου για τους μικρούς πλανώδιους μουσικούς. Εγώ κι η μητέρα μου θα διαθέσουμε τα υπόλοιπα ''.
- Κυρία μου, λέει ο Ματτία, μπορείτε να προσθέσετε και τις εισπράξεις μου από την πρώτη συναυλία στου Λονδίνο...

 

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013



               ΣΠΥΡΟΥ  ΜΕΛΑ

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ  12-13

Της Ακαδημίας Αθηνών

Χρυσή Δάφνη Ποδωνίας      

   

* ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ


     Το Γενικό Στρατηγείο είχε ιδρύσει με κάθε δυνατή μυστικότητα στο Εμίν-Αγά κέντρο εφοδιασμού, για να εφοδιάζονται τα Σώματα που θα περνούσαν από κει για τη μεγάλη αιφνιδιαστική ενέργεια που θα γινότανε από το αριστερό της Στρατιάς. Κατά τα μέσα του Φλεβάρη είχαν τελειώσει πια όλες οι ετοιμασίες. Εκλεκτά σώματα απ' όλες τις Μεραρχίες είχανε συγκεντρωθεί στο Εμίν-Αγά, μ' απόλυτη μυστικότητα, γι' αυτή την αιφνιδιαστική ενέργεια. Κι' ανάμεσα σ'αυτά, το σύνταγμα του Παπαδόπουλου με τ' όγδοο τάγμα του Ιατρίδη και το θρυλικό ένατο τάγμα με τον εθνικό ήρωα Βελισσαρίου. Είχαν διαιρεθεί αυτά τα Σώματα σε τρεις φάλαγγες με διοικητή τον υποστράτηγο Μοσχόπουλο.
   Η δύναμη που συγκεντρώθηκε αθόρυβα και ραγδαία από τις δεκαεφτά ως τις δεκαννιά του Φλεβάρη, είχε συγκροτηθεί από εικοσιτρία τάγματα και έξη ορειβατικές πυροβολαρχίες. Οι δύο απ'αυτές συγκεντρώθηκαν μέσα στη στενωπό της Μανωλιάσας, η δε τρίτη, αφού παράκαμψε νοτιοδυτικά το βουνό Ολύτσικα, συγκεντρώθηκε κοντά στην Πλέσσα. Ενώ γίνονταν οι κινήσεις αυτές, ο Κωσταντίνος για ν'αποτρέψει απ'αυτές την προσοχή του εχθρού και να τον απασχολήσει, διάταξε σφοδρό κανονιοβολισμό μ'όλες τις πυροβολαρχίες εναντίον του νότιου και νοτιοανατολικού μετώπου με συνδυασμό πυκνών πυρών πεζικού, που είχαν σκοπό να προκαλέσουν τον εχθρό να καταλάβει τις θέσεις μάχης και να υποστεί μεγάλη φθορά.
  Τον ίδιο καιρό το πυροβολικό, βαρύ και πεδινό, άρχισε πυκνό βομβαρδισμό κατά του Μπιζανιού. Και συνάμα η μιχτή ταξιαρχία πήρε διαταγή να καταλάβει το Δρίσκο και το Κοντοβράκι. Στις 21 Φεβρουαρίου πολύ πρωί άρχισε η γενική επίθεση σύμφωνα με το σχέδιο, που ήτανε : το δεξιό και το κέντρο της Στρατιάς να κάνουν αγώνα κατατριβής για να δεσμεύσουν τις εχθρικές δυνάμεις, ενώ οι τρεις φάλαγγες του αριστερού, που ανάφερα παραπάνω, θα επιχειρούσαν τη μεγάλη αιφνιδιαστική εξόρμηση για τη διάσπαση του εχθρικού δεξιού, κύκλωση του Μπιζανιού κι' αποκοπή του απ'τα Γιάννενα.
  Το σύνθημα για τη γενική επίθεση έδωσε το πυροβολικό. Ως τις δέκα το πρωί, ολάκερος ο λόφος του Μπιζανιού παρουσίασε φοβερό θέαμα.
   Ως την εποχή εκείνη, πριν χρησιμοποιηθούν τα τρομερά ''μπαράζ'' του πολέμου χαρακωμάτων, δεν είχε γίνει ποτέ τέτοια συγκέντρωση πυρών πυροβολικού σε τόσο περιορισμένο χώρο. Μονάχα κατά της κορυφής του Μπιζανιού είχαν ριχτεί εκείνη την ημέρα περισσότερες από τριάντα χιλιάδες οβίδες. Πυκνό σύγνεφο από καπνό και σκόνη σκέπαζε το μεσημέρι την κορφή του λόφου. Και μέσα σ'αυτό το σύγνεφο άστραφταν, εκατοντάδες στο λεφτό, οι εκρήξεις των οβίδων. Οι καταστροφές ήταν τεράστιες. Μιά χαρακτηριστική λεπτομέρεια : Ενα τούρκικο κανόνι των δεκαπέντε το είχε πετύχει ελληνική οβίδα στο στόμιο. Το κανόνι είχε ανοίξει και έμοιαζε με στόμα κροκόδειλου.
   Τα πάντα είχανε μεταμορφωθεί πάνω στο οχυρό, είχαν μεταβληθεί σε άμορφα ερείπια, ψυχή ζωντανή δε μπορούσε να σταθεί πια. Ως το μεσημέρι όλα τα πυροβολεία είχανε σωπάσει οριστικά τούτη τη φορά. Ενώ εξακολουθούσε ο φοβερός αυτός βομβαρδισμός, οι τρεις φάλαγγες του αριστερού της Στρατιάς εξόρμησαν για την επιχείρηση του αιφνιδιασμού : Στις εφτά το πρωί κυριεύτηκε με ορμητική έξοδο η Τσούκα. Τέσσερα πυροβόλα και πενήντα αιχμαλώτους άφησαν οι Τούρκοι στα χέρια των αντρών μας. Και μετά τρεις ώρες κυριεύονται, με θυελλώδεις επιθέσεις, με τη λόγχη, τα υψώματα της Μανωλιάσας, έξη τούρκικα πυροβόλα κι' αιχμαλωτίζεται ολάκερο τάγμα με τα πολυβόλα του.
  Η κεντρική φάλαγγα του αιφνιδιασμού είχε φτάσει στο μεταξύ μπροστά στο οχυρό του Αγίου Νικολάου. Εκεί το ευζωνικό σύνταγμα του Παπαδόπουλου δε χασομέρησε καθόλου. Κυρίεψε σε σύντομο αγώνα τα τούρκικα τμήματα προς τη Δωδώνη. Στην έξοδο του στενωπού προς τον κάμπο, οι Τούρκοι μ'εφεδρικές δυνάμεις και με τμήματα που υποχωρούσαν από τον Άγιο Νικόλαο προσπάθησαν ν'αναχαιτίσουν τους ευζώνους. Αλλά το όγδοο τάγμα με τον Ιατρίδη σάρωσε και την αντίσταση αυτή.
  Από τις έντεκα το πρωί πολυάριθμα εχθρικά τάγματα είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν από τις πλαγιές της Μανωλιάσας, του Αγίου Νικολάου μέχρι την Κουμερά, σε μεγάλη αταξία προς τον κάμπο. Το κυνηγητό, μετά την επίθεση του όγδοου ευζωνικού τάγματος, εξακολούθησε προς την Ραψίστα ως τις μιάμιση μετά το μεσημέρι, όταν σημειώθηκε νέα προσπάθεια του εχθρού να συγκεντρώσει τα τμήματά του, ακριβώς μπροστά στην Ραψίστα και ν'αντισταθεί. Αλλά τότε μπήκε στον αγώνα το ορειβατικό μας πυροβολικό. Χτυπώντας τις συγκεντρώσεις μ'εκρηκτικές οβίδες, κατάφερε να τις σκορπίσει. Και τώρα η άταχτη υποχώρηση των Τούρκων συνεχίζεται προς τα Γιάννενα. Ο Βελισσάριος και ο Ιατρίδης τους κυνηγούν κατά πόδας. Δεν τους αφήνουν να πάρουν αναπνοή. Λίγο πριν νυχτώσει, τα τούρκικα τμήματα
πούφευγαν άνοιξαν ντουφέκι μ'άλλα, δικά τους, που έρχονταν από τα Γιάννενα για ενίσχυση και προσπάθησαν να τ'αναγκάσουν να ξαναγυρίσουν στην μάχη. Ετσι βρήκε η νύχτα τους Τούρκους σε μεγάλη σύγχυση και ταραχή.        Ας αφήσουμε, όμως, να μιλήσει για τη στιγμή εκείνη τον αρχηγό του Μπιζανιού Βεχήπ Μπέη : Εχει κάμει την περιγραφή σε άψογα Ελληνικά και σε κολλαρισμένη καθαρεύουσα : ''Από της πρωίας της 21ης Φεβρουαρίου ευρισκόμην εις το αριστερόν μας επί του τομέος Μπιζανίου - Καστρίτσης. Περί την μεσημβρίαν η πραγματική κόλασις του πυρός επί του Μπιζανίου καθίστα αδύνατον την παραμονήν επ'αυτού και ηναγκάσθην να εκκενώσω συγκεντρώσας τους πυροβολητάς και την φρουράν παρά τους βορείους πρόποδας του οχυρού.
Εις το συνδετικόν έρεισμα Βοϊδολίβαδο, μεταξύ Μπιζανίου και Καστρίτσης, αι καταστροφαί ήσαν επίσης σημαντικαί. Εκ της πλευράς αυτής ανεμέναμεν δια την επομένην την επίθεσην του ελληνικού στρατού. Περί την εσπέραν επορεύθην εκ Καστρίτσης προς Ιωάννινα, δια να μεριμνήσω περί της αποστολής εντός της νυκτός πάσης διαθεσίμου δυνάμεως προς την πλευράν αυτήν, διά την αντιμετώπισην της αναμενόμενης την πρωίαν επιθέσεως. Οταν επλησίασα εις την παρυφήν της πόλεως, παρά την σχολήν, ήκουσα αίφνης ένα ηχηρόν άλτ !εντονώτερον και ''τίς εί ;''...Ησαν οι διπλοσκοποί των ευζώνων του Βελισσαρίου. Εκαμα μεταβολήν και ετράπην εν καλπασμώ προς τα οπίσω. Μετ'ολίγον, παρά την όχθην της λίμνης, διέκρινα εν τη νήσω λέμβον. Την εκάλεσα, επέβην αυτής και μετέβην δια της λίμνης εις την πόλιν''.
   Ο Παπαδόπουλος, ο συνταγματάρχης του πρώτου-τριακοστού όγδοου ευζωνικού, με τον αθάνατο Γιάννη Βελισσαρίου και το Γιώργο Ιατρίδη, τους διοικητές των ταγμάτων του, κυνηγώντας τον εχθρό ώσπου νύχτωσε, είχανε ξεχάσει, πάνω στη μέθη του αγώνα, ότι οι άλλες δυνάμεις καθυστέρησαν πίσω, άλλες γύρω από το ύψωμα του Αυγού και άλλες κάτω από τον Αγιο Νικόλαο. Δύο τάγματα χωρίς πυροβολικό, είχανε τολμήσει να φτάσουν πεντακόσια μέτρα έξω από τα Γιάννενα και να βάλουν προφυλακές ! Κι αν ο Βεχήπ μπέης ήξερε την κατάσταση όταν, αφήνοντας το άλογό του, γύριζε με τη βάρκα στα Γιάννενα, δε θα καλοπερνούσαν ίσως αυτά τα δύο ευζωνικά τάγματα. Ηταν, όμως, νύχτα πια. Δεν έβλεπε τίποτα. Και φαντάστηκε φάλαγγα μεγάλη, που πρωί-πρωί θάμπαινε στη πολιτεία. Αναλογίστηκε τις πιθανές καταστροφές και είπε στον Εσάτ πασά, πως δε μπορούσε να γίνει άλλη σκέψη από την παράδοση.
Ο πασάς συμφώνησε. Κι ενώ στο Γενικό Επιτελείο του Κωσταντίνου οι επιτελείς είχανε καλέσει στο Εμίν-Αγά και τον αρχηγό του πυροβολικού Παρασκευόπουλο για να καταστρώσει τη διαταγή των επιχειρήσεων για τη μέρα που θα ξημέρωνε , φτάνανε στις προφυλακές του Παπαδόπουλου απεσταλμένοι του Τούρκου αρχιστράτηγου, ο επίσκοπος βοηθός του Αρχιεπίσκοπου, ο ανηψιός και αξιωματικός του επιτελείου του, Ραούφ μπέης, απόφοιτος της στρατιωτικής ακαδημίας του Βερολίνου - όπως ήταν και ο Βεχήπ-μπέης - για να δηλώσουν την επιθυμία του πασά να διαπραγματευτεί την παράδοση της πολιτείας και της φρουράς.
 Ο Παπαδόπουλος έδωσε διαταγή στον Βελισσαρίου να συνοδέψει τους κύρηκες ως τις προφυλακές του κύριου Σώματος, που ήτανε στο Αυγό.     Ο Βελισσαρίου, φτάνοντας στο Αυγό, πήρε στο τηλέφωνο εκστρατείας το Στρατηγείο και παρακάλεσε να ξυπνήσουν τον επιτελάρχη, που κοιμότανε σε μιά ξύλινη παράγκα στο Εμίν-Αγά και να του δώσουν την μεγάλη είδηση :
- Οι Τούρκοι παραδίνονται !
  Ο επιτελάρχης έστειλε αμέσως το Στάϊκο μ'ένα αυτοκίνητο να παραλάβει τους κύρηκες από το Αυγό. Ηταν η ώρα περασμένες δύο μετά τα μεσάνυχτα, όταν οι απεσταλμένοι του Εσάτ πασά με τον Βελισσαρίου φτάσανε στο Εμίν-Αγά. Ο Κωσταντίνος δε δέχτηκε καμιά διαπραγμάτευση, ζήτησε παράδοση άνευ όρων, κράτησε τον Ραούφ για όμηρο και παράγγειλε με τον επίσκοπο στον πασά, ότι, αν την αυγή δεν υψωθούν λευκές σημαίες, η επίθεση και ο βομβαρδισμός θα εξακολουθήσουν και θα φέρει αυτός - ο πασάς - όλη την ευθύνη των καταστροφών.
  Ιαχή απερίγραπτη σηκώθηκε από την μιάν άκρη στην άλλη στα Σώματα που είχανε περισφίξει από βραδύς το Μπιζάνι, όταν ξημερώνοντας, είδαν οι άντρες να κυματίζουν στα οχυρά οι άσπρες σημαίες κι΄ακούστηκε μιά μυριόστομη και θυελλώδης κραυγή :
- Ζήτω ο Κωσταντίνος !        Τα ευζωνάκια φώναζαν ''Χριστός Ανέστη '' και αγκαλιάζονταν κι άλλαζαν φιλιά, με τα δάκρυα στα μάτια. Στις εννιά το πρωί τρεις ίλες ιππικού, μ'επικεφαλής τον υποστράτηγο Σούτσο και μαζί μ'αυτές οι απεσταλμένοι αντιπρόσωποι του Κωσταντίνου για την υπογραφή του πρωτόκολλου της παράδοσης, Γιάννης Μεταξάς και Ξενοφώντας Στρατηγός, μπήκανε στα Γιάννενα. Ο λαός ρίχτηκε στ'άλογα, τάπιασε από τα χαλινάρια, φιλούσαν τις μπότες των αξιωματικών και των ιππέων και σκίζανε τα φεσάκια τους.
  Το απόγεμα γύρισαν από τα Γιάννενα στο Εμίν-Αγά οι απεσταλμένοι επιτελείς του Κωσταντίνου, φέρνοντας και το πρωτόκολλο που είχαν υπογράψει. Από μέρους των Τούρκων το υπόγραψε ο Βεχήπ-Μπέης. Ητανε σύντομο και σκληρό. Το φρούριο και τα Γιάννενα παραδίδονταν στον ελληνικό στρατό. Τα τούρκικα στρατεύματα που βρίσκονταν στο φρούριο και στην πολιτεία παραδίνονταν αιχμάλωτοι πολέμου - τη φρουρά, πρέπει να σημειώσω, την αποτελούσαν τριάντα τρεις χιλιάδες άντρες. Ολο το πολεμικό υλικό, όπλα, σημαίες και άλογα παραδίνονταν στην κατάσταση που βρίσκονταν στον ελληνικό στρατό. Τέλος, όλοι οι αξιωματικοί και στρατιώτες, οι πληγωμένοι, υπάγονταν στο νόμο του πολέμου.
  Οι παρασπονδίες ωστόσο δεν έλειψαν. Τη νύχτα ισχυρό τούρκικο Σώμα, σε τέλεια όμως αποσύνθεση, βγήκε από τα Γιάννενα βαδίζοντας προς το Λυκόστομο. Γίναν αμέσως αυστηρές παρατηρήσεις στον Εσάτ πασά. Εδωσε την ευλογοφανή δικαιολογία, ότι δεν μπορούσε να εμποδίσει την αποχώρησή τους, γιατί αυτό το Σώμα ήταν στη δικαιοδοσία του αρχιστράτηγου Αλή Ριζά πασά κι αυτός - ο Εσάτ - δεν είχε καμμιά εξουσία απάνω τους. Οι φυγάδες έκαναν στο δρόμο λεηλασίες ελληνικών χωριών. Αλλά δυνατό ελληνικό απόσπασμα τους κυνήγησε και μπόρεσε να αιχμαλωτίσει δύο χιλιάδες τρακόσους απ'αυτούς και να τους γυρίσει ντροπιασμένους στα Γιάννενα.
  Αλλα μικροκρούσματα παρασπονδιών σημειώθηκαν στην παράδοση της Καστρίτσας, όπου ο λοχαγός Θεόδωρος Πάγκαλος - ο κατόπιν στρατηγός και δικτάτωρ - παρατήρησε ότι Τούρκοι στρατιώτες ρίχνανε στη λίμνη διάφορα βαριά πράγματα, που δεν ήταν άλλο από πολυβόλα και πολεμικό υλικό. Ο Τούρκος τότε αξιωματικός του οχυρού, όταν του υποδείξανε ότι αυτό δεν είναι καθόλου σύμφωνο με το πρωτόκολλο, πρόσταξε αμέσως να σταματήσει η καταστροφή του υλικού. Πολλοί από τους δικούς μας ανέβηκαν μετά την παράδοση στ'οχυρό του Βοϊδολίβαδου, όπου οι Τούρκοι είχανε στήσει τα ελληνικά πεδινά πολυβόλα - Σνάϊντερ - που είχανε πάρει, όπως είδαμε, από την πέμπτη Μεραρχία. Η πυροβολαρχία αυτή είχε πάθει μεγάλες ζημιές από το βομβαρδισμό των τελευταίων ημερών. Δύο κανονιών οι ρόδες είχαν γίνει κομμάτια κι οι σωλήνες ήταν κατάχαμα. Και, πίσω απ'αυτά τα συντρίμμια, νωπός ο τάφος του Τούρκου λοχαγού.
Ολα τα πυροβόλα ήταν χωρίς κλείστρα. Οι πυροβολητές που είχανε μείνει ζωντανοί, τα είχανε κρύψει κάτω απ'τα πτώματα των νεκρών συναδέλφων τους. Χρειάστηκε να τους ξεθάψουν για να τα βρούν. Σ'αυτή τη περιοχή σημειώθηκε την ημέρα της παράδοσης ένα συγκινητικό επεισόδιο....Ο Τούρκος Μέραρχος του τομέα, αντισυνταγματάρχης του πυροβολικού, όταν είδε τον Ελληνα Μέραρχο της έκτης Μεραρχίας να πλησιάζει με το επιτελείο του, τράβηξε το σπαθί του και προχώρησε καλπάζοντας προς το μέρος τους. Επειτα κράτησε απότομα το άλογό του, χαιρέτησε κατεβάζοντας το γυμνό σπαθί του προς τα κάτω και,  γυρίζοντας προς τον Ελληνα τη λαβή, του είπε σε άψογα γαλλικά:
 - Στρατηγέ μου, είσαστε πραγματικά άξιος να σας παραδώσω το σπαθί μου.
 Ο Ελληνας Μέραρχος απάντησε :
- Κρατείστε το ξίφος σας, κύριε αντισυνταγματάρχα, γιατί το τιμήσατε, αγωνισθέντες υπέρ της πατρίδος σας !
  Την άλλη μέρα, εικοσιδύο Φεβρουαρίου, που ήτανε να μπει ο Κωσταντίνος στα Γιάννενα, ο ουρανός, σαν νάθελε να γιορτάσει κι αυτός, ξαστέρωσε. Κι' ένας ήλιος ανοιξιάτικος σκόρπιζε στην πολιτεία τη γλυκειά θαλπωρή του. Η μιχτή φάλαγγα που θ'ακολουθούσε το νικητή Στρατηλάτη είχε παραταχθεί μισό χιλιόμετρο έξω από τα Γιάννενα. Είχε συγκροτηθεί από διαλεχτά τμήματα κάτω από το πρόσταγμα του στρατηγού Μοσχόπουλου : Το πρώτο, όγδοο και δέκατο πέμπτο συντάγματα πεζικού, το ηρωϊκό πρώτο -τριακοστό όγδοο ευζώνων, μιά μοίρα πυροβολικού με τον Βλαχόπουλο, ένα λόχο μηχανικού και τμήμα ποδηλατιστών. Ο Κωσταντίνος επιθεώρησε τη φάλαγγα πριν μπει επικεφαλής. Οι άντρες αφού στάθηκαν σαν αγάλματα - ο ίδιος ο αρχιστράτηγος λέει στην αναφορά του προς τον πρωθυπουργό :'' αξιοσημείωτον ήτο το ευσταλές του παραστήματος των ανδρών κατά την γενομένην υπ'εμού επιθεώρησην ''- ξέσπασαν σε ζητωκραυγές.
  Η είσοδος στην πολιτεία ήταν αποθεωτική : Η κεφαλή της φάλαγγας μεγαλοπρεπέστατη. Ο Κωσταντίνος μπροστά, ο Δαγκλής έπειτα κι' ο Δούσμανης, κατόπιν οι πρίγκηπες, έπειτα το τμήμα των επιχειρήσεων, δηλαδή ο Μεταξάς, ο Στρατηγός, ο Πάλλης, ο Ρακτιβάν, ο Βερνάρδος, ο Καλλέργης, ο Στάϊκος, κι έπειτα η άλλη υπηρεσία του Γενικού Στρατηγείου. Ακολουθούσε κατόπιν ο Μοσχόπουλος με το επιτελείο του και η φάλαγγα. Στο επιτελείο του Μοσχόπουλου επιτελάρχης ήταν ο Ιπποκράτης Παπαβασιλείου, ο φίλος και συμμαθητής του Μεταξά στη γερμανική ακαδημία πολέμου. Επειδή υποστήριζε ότι οι θέσεις Τσούκας, Δουρούτι κλπ ήταν απόρθητες, ο Μεταξάς είχε φροντίσει να τον βάλει επιτελάρχη της φάλαγγας του Μοσχόπουλου για να κυριεύσει τις φάλαγγες αυτές που θεωρούσε απόρθητες !...
  Στην είσοδο της πολιτείας υποδέχτηκαν τον Κωσταντίνο το ιερατείο με τα εξαπτέρυγα, το Ευαγγέλιο και τα χρυσοποίκιλτα αμφιά του, μ'επικεφαλής το Μητροπολίτη, όπως και οι θρησκευτικοί αρχηγοί των άλλων δογμάτων, Μουσουλμάνων, Καθολικών και Εβραίων, οι Πρόξενοι των Δυνάμεων με μεγάλη στολή και τέλος αντιπρόσωποι όλων των σωματείων και συντεχνιών με τις σημαίες και τα λάβαρά τους : '' Η πορεία δια μέσου της πόλεως -τηλεγραφούσε ο στρατηλάτης στην κυβέρνηση - εγένετο εν μέσω αληθούς φρενίτηδος σύμπαντος του λαού''.
  Αν και την εποχή αυτή του έτους ήτανε σπάνια τα λουλούδια, οι γυναίκες και τα κορίτσια είχανε μαδήσει τις γλάστρες τους κι έραιναν τον Κωσταντίνο, το στρατηγείο και τα Σώματα της φάλαγγας από τα μπαλκόνια, στολισμένα με τους πιο καλούς τάπητες που είχε ο καθένας. Πολλές γυναίκες έριχναν και ρύζι όπως στους γάμους, φωνάζοντας :
- Να ριζώστε !...
Μιά βουή ατέλειωτη τράνταζε τον αέρα σ' όλη τη διαδρομή  ως τη Μητρόπολη, που σπίτια και μαγαζιά έπλεαν στα εθνικά χρώματα. Στην κατανυχτική δοξολογία η συγκίνηση έφτασε ως τους λυγμούς. Οταν, μάλιστα, ο Μητροπολίτης είπε ότι ήρθε '' να πραγματοποιήσει με την ρομφαία της θείας δικαιοσύνης πόθους αιώνων, πόθους ελευθερίας ενός σκλαβωμένου λαού'', το πλήρωμα ξέσπασε σ'ομαδικό κλάμα. Ομως, το διαδέχτηκαν σύντομα ατέλειωτες ζητωκραυγές υπέρ του Βασιλιά, του Κωσταντίνου και του ελληνικού στρατού. Μετά την δοξολογία έγινε μεγάλη δεξίωση των θρησκευτικών αρχηγών, των προξένων και των δημοτικών Αρχών. Ο Κωσταντίνος διόρισε στρατιωτικό διοικητή τον υποστράτηγο Σούτσο και ανάθεσε τη φρουρά της πολιτείας στο έβδομο πεζικό σύνταγμα.
Η νίκη πανηγυρίστηκε σ'όλη την Ελλάδα, μ'ασυγκράτητο ξέσπασμα ενθουσιασμού. Το Μπιζάνι και τα Γιάννενα ήταν επί μήνες ο καϋμός, η λαχτάρα και τη αγωνία του λαού. Η παράταση της πολιορκίας είχε εκνευρίσει τον κόσμο. Η πτώση της οχυρωμένης περιοχής δυνάμωνε τώρα τη δόξα του Κωσταντίνου και του στρατού. Το εθνικό φρόνημα κορυφώθηκε. Ανάλογη εντύπωση έκανε και στο εξωτερικό, όπου είχε επικρατήσει η γνώμη, ότι η τοποθεσία ήταν απόρθητη. Αυτή την αντίληψη είχαν καλλιεργήσει οι στρατιωτικοί ακόλουθοι των πρεσβειών κι ανάμεσα σ'αυτούς ο Αυστριακός Τάντσο. Αυτός είπε μιά μέρα στο Γενικό Στρατηγείο :
- Να πείτε από μέρους μου στην Υψηλότητά του - στον Κωσταντίνο - ότι το Μπιζάνι δεν παίρνεται με πεδινές πυροβολαρχίες !
  Του είχαν απαντήσει :
 - Κι όμως , θα παρθεί !
- Αν τα καταφέρει ο Ηψηλότατος τότε θα του βγάλω το καπέλο ως κάτω.
  Την ημέρα πούπεσαν τα Γιάννενα, πριν ο Κωσταντίνος μπει στην πολιτεία, ο Τάντσο βρέθηκε στο Εμίν-Αγά. Ο υπαρχηγός του Ελληνικού Επιτελείου τον είδε :  - Ελάτε εδώ - του φώναξε - να εκπληρώσετε την υπόσχεσή σας.
Ο Κωσταντίνος που στεκότανε λίγο πιο πέρα - ήξερε όσα είχε πει ο Τάντσο- χαμογέλασε :
- Είχατε πει - φώναξε στον Αυστριακό ακόλουθο που τον πλησίαζε - ότι το Μπιζάνι δεν παίρνεται με πεδινές πυροβολαρχίες...Νά που πάρθηκε με ορειβατικές !...
- Είχα πει και κάτι άλλο, Υψηλότατε, που θα εκτελέσω τώρα.
 Στάθηκε ''προσοχή''. Και χτυπώντας το σπηρούνια του, έβγαλε το πηλήκιό του ως κάτω :
- Αποκαλύπτομαι !...
   Οι Σέρβοι δέχτηκαν με ειλικρινή συμμαχική χαρά την ελληνική νίκη. Μονάχα οι Βούλγαροι δεν τη χώνεψαν : Αυτοί τρίβανε τα χέρια τους με την παράταση του αγώνα στην Ηπειρο. Τους έδινε όλο το καιρό ν'αλωνίζουν στη Μακεδονία και να παίρνουν τον αέρα του αφέντη στη Θεσσαλονίκη. Και είχανε την κρυφή ελπίδα ότι μπροστά στο Μπιζάνι, καρφωμένος, θάλιωνε ο ελληνικός στρατός. Οι συνέπειες της νίκης ήταν απ'αυτή την άποψη σημαντικές για την Ελλάδα :ο στρατός της ξαγκιστρωνότανε από την Ηπειρο και θα μπορούσε να ρίξει τώρα όλο το βάρος του στη Μακεδονία.
  Σε πολύ λίγο διάστημα είχε ξεκαθαριστεί, όπως θυμάμαι, όλη η Βόρεια Ηπειρος από τα ελληνικά τμήματα. Και ο αρχηγός και οι αξιωματικοί του επιτελείου μπορούσαν να κάνουν εκδρομές διακοσίων σαράντα χιλιομέτρων από τα Γιάννενα σε διαφόρους βόρειους τομείς, με πλήρη ασφάλεια. Το επιτελείο εργαζότανε τώρα για τη μετακίνηση των ελληνικών Μεραρχιών προς τη Μακεδονία. Στο μεταξύ από όλα τα μέρη της Ηπείρου κατέβαιναν στα Γιάννενα να χαιρετήσουν τον Κωνσταντίνο. Τούβγαζαν λόγους, τον ζητωκραύγαζαν. Οπου κι αν πήγαινε γινόταν αντικείμενο θαυμασμού και λατρείας. Τον υμνούσαν με λόγια τόσο υπερβολικά, που δεν έστεκαν σ'άνθρωπο. Διάφοροι θαυμαστές έφταναν κι από την Αθήνα για να κάψουν το λιβάνι τους στα πόδια του.
Εκείνος όμως, δε φαινότανε να προσέχει πολύ αυτά όλα. Ο νούς του ήταν αλλού - στους Βούλγαρους. Πρόβλεπε ότι με αυτούς δε θα ξεμπέκαμε χωρίς πόλεμο. Μιά μέρα που γύριζε από κάποια δεξίωση προς τιμήν του - γίνοταν σχεδόν κάθε μέρα τότε στα Γιάννενα - ακούγοντας το πλήθος που τον ζητωκραύγαζε, ξαφνικά είπε στον υπαρχηγό του επιτελείου :
- Θα μπορέσω να τους κάνω να με πούν Βουλγαροκτόνο ;
  Αυτός ήταν ο κρυφός του πόθος. Ο βουλγάρικος κίνδυνος τον ανησυχούσε. Και μιά ευχή μυστική κρατούσε στην ψυχή του : Να νικούσε, να ταπείνωνε του Βούλγαρους. Οι ίδιες ανησυχίες δούλευαν τον Βενιζέλο. Οταν έφευγε για το Λονδίνο μ' εκάλεσε για να μου πει :
- Θέλω από σας μερικά άρθρα, με το μοτίβο ότι δε θ' αφήσω του ανθυπασπιστές της Σόφιας να διασπάσουν τη νικηφόρο Βαλκανική Συμμαχία !
'' Ανθυπασπιστές'' ονόμαζε περιφρονητικά όλη την ανώτερη στρατιωτική ηγεσία της Βουλγαρίας :        - Σας παρακαλώ  - συνέχισε και τα μάγουλά του κοκκίνισαν και τα μάτια του άστραψαν - να μεταχειριστείτε την δική μου έκφραση ''ανθυπασπιστές της Σόφιας ''!
 


 

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013



            ΑΓΓΕΛΟΣ  ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
   
Η ΔΕΛΦΙΚΗ ΙΔΕΑ ενός Αγνοημένου Προφήτη

( 1884 - 1951 )


    Η μεταφυσική του Αγγελου Σικελιανού, δεν μπορεί να διαφανεί σαν μια μεταφυσική θεωρία και τοποθέτηση του μελετητή, του σχολιαστή, του ερευνητή, αφού ο ίδιος ο Σικελιανός δεν άφησε μιά γραπτή παρακαταθήκη, ή δεν μίλησε ποτέ συγκεκριμένα και σε κανέναν για τις μεταφυσικές του αναζητήσεις. Κι είναι εδώ που αναρωτιέται κανείς αν ο ποιητής είχε πράγματι μεταφυσικές αναζητήσεις, ή η μεταφυσική ενυπήρχε μέσα του και γι' αυτό δεν μίλησε ποτέ ανοιχτά γι' αυτήν, έτσι όπως ακριβώς δεν μιλάμε για την ψυχή μας που είναι ένα με μας και την εκφράζουμε με τις σωματικές δράσεις κι αντιδράσεις μας, λέγοντας '' πονάει η καρδιά μου '', όταν είμαστε πολύ λυπημένοι, αλλά εννοώντας τη ψυχή μας. Λέγοντας πως λυπάται η καρδιά μας για κάποιον ή για κάτι και ποτέ η ψυχή μας, κατανοούμε ότι η καρδιά είναι το υλικό, το απτό μέρος της υπόστασής μας πάνω σ' αυτή τη γη, ενώ η ψυχή είναι το άλλο μέρος, το άυλο, το απρόσιτο, αυτό όμως είναι που κινεί το σώμα μας στην περίοδο που βρίσκεται μεταξύ φθαρτού κι αφθαρσίας : η καρδιά φθείρεται γι' αυτό και της δίνουμε περισσότερη σημασία, όπως σ' ένα κοστούμι μας, ενώ η ψυχή συνεχίζει την πορεία της στο μέλλον, όπως την είχε ξεκινήσει από το παρελθόν, δεν φθείρεται γι' αυτό δε μας νοιάζει, όπως δε μας νοιάζει για το λουλούδι, γιατί ξέρουμε πως συνεχώς αναγεννάται. Ετσι ακριβώς, η μεταφυσική στους αληθινούς μύστες δεν ενδιαφέρει, δεν γίνεται κραυγή εξομολόγησης, είναι συνείδηση, που δεν έχει χρεία να εκφραστεί.
Ασχολήθηκαν κι άλλοι λίγο ως πολύ με την μεταφυσική πορεία του Σικελιανού, μα ο καθένας δογματικά από τη σκοπιά του. Ας μην είμαστε λοιπόν δογματικοί. Θέλω να πιστεύω ότι ο ποιητής ήταν μυημένος, πως ήταν ο ίδιος μύστης και ιεροφάντης, έτσι, από καρδιά, από ψυχή, από αποστολή σ' αυτό το κόσμο μας. Αν δεν τελετούργησε στα Ελευσίνια Μυστήρια, αν δε βοήθησε μια Πυθία να χρησμοδοτήσει, αυτό δεν του αποκλείει το δικαίωμα και τη θεία δωρεά νά' ναι ιερέας του Υψίστου Ενός και της Υψιστης θείας Φύσης. Οσα δε μας εμπιστεύτηκε με τα λόγια ενός κοινού ανθρώπου, μας τ' άφησε παρακαταθήκη γραπτή στα έργα του, στη δική του Αγία Τράπεζα, όπου ιερουργούσε κι όπου διεμέλιζε και ξανασυνέθετε τα άγια των αγίων. Γι' αυτό δεν θέλω να ακολουθήσω κανέναν απ' τους βιογράφους του, καμία απ' τις θεωρίες τους περί μεταφυσικής του ποιητή, δεν θέλω ούτε κι εγώ ν' αναπτύξω μια δογματική, παρά μια σχετική θεωρία για την μεταφυσική του πορεία, έτσι όπως βγαίνει μέσα από το έργο του, έτσι όπως θα πρέπει νά 'χει χαραχτεί στους δρόμους της αιωνιότητας.
Γιατί ο Σικελιανός με συνείδηση πάτησε αυτούς τους μεταφυσικούς δρόμους που μοιραία ακολουθούμε - πλήν όμως ασυνείδητα εμείς - όλοι μας. Γνώριζε ποιός ήταν, ποιός ήταν ο προορισμός του πάνω σ' αυτή τη γη, γνώριζε πως σε εποχές τόσο χαλεπές αλλά και παράλληλα τόσο σημαντικές για την πνευματική πορεία του ανθρώπου και για την ηθική του εξέλιξη, έπρεπε νά' ρθει στη γη, να φέρει το μήνυμά του, ένα πανανθρώπινο, ένα μήνυμα θείο, και να φύγει, λιθοβολούμενος από τους ίδιους αυτούς ανθρώπους που δεν κατάλαβαν το μήνυμά του, όπως όλων των μυστών εξάλλου, που αποξέχασαν τα κηρύγματά του, άφησαν αδιάβαστο το έργο του, χέρσο το χωράφι που ξεπέτρωσε...
Ναι, είχε συνείδηση ο ποιητής της πορείας του πάνω στη γη. Είχε συνείδηση της πορείας του και πέρα απ' αυτήν, μέσα στο υπερπέραν, στη μεταφυσική σφαίρα. Είχε συνείδηση της Απόλυτης Αξίας, της Εναδικότητας, γνώριζε την ταύτιση του ανθρώπινου και του θείου και κάποια μέρα προς το τέλος της ζωής του είπε στην Αννα : ''Δεν είμαι Θεός, έχω τον ίδιο τον Θεό μέσα μου.'' Είχε απόλυτη συνείδηση της ταύτισης - το λέω για μιά ακόμη φορά - του ανθρώπινου και του θείου. Γνώριζε ενσυνείδητα ότι είναι πνευματικό μόριο που διατρέχει την τροχιά του μέσα στην ύλη για να επιστρέψει πάλι στο αρχικό Ον.
Για όποιον αναρωτιέται, όχι, ο Σικελιανός δεν μυήθηκε στη γη, ήρθε να μυήσει. Με το σπέρμα της γνώσης και της μύησης μέσα του, δεν έκανε παρά να βρει διεξόδους που θα τον έκαναν να ολοκληρωθεί σαν επίγειος μύστης και οι διέξοδοι αυτοί τον οδήγησαν στις αναλλοίωτες ηθικές και θεϊκές πηγές αυτού του κόσμου, που βρήκαν έδαφος γόνιμο να καλλιεργηθούν στην αρχαία Ελλάδα.
Μέσα απ' αυτές τις αξίες που φαίνεται να γνώριζε από μικρός, αναγνωρίζει τον πλάστη των Πάντων, τον Ενα, την Μονάδα και συνέχεια του φωνάζει :
''Μα πού είσ' Εσύ που μου κρατάς στα χέρια
το νού μου ; Πού είσ' Εσύ που Σε λατρεύω ;
κι είσαι σιμά μου, κ' είσαι μές στ' αστέρια ;
Που τραγουδώ για Σένα και χορεύω
τις ώρες της χαράς μου, που για Σένα,
δίχως να ξέρω, ξάφνου δακρυσμένα
τα βλέφαρά μου νιώθω, ως Σε γυρεύω ;
Πού είσαι καλέ μου ; Πού είσαι ; Θά' ρθει η ώρα
που θα σε ιδώ ανάμεσ' απ' τη μπόρα,
ή στη γαλήνη μέσα στη μορφή Σου.
Θα κατεβείς για με από την κορφή Σου
                                        ποτέ ;
Και νά, μου φαίνεται σαν τώρα...
Είδα, Θεό τον Αντρα, να γεμίζει
τη φύση και το ναό, κι ωσά λεπίδα
σπαθιού με ορμή τα φρένα να μου σκίζει.
Και μου φάνηκεν άξαφνα πως Σε είδα ! ''
(Ιμεροι, Στον Εωσφόρο το Αστρο, 143-160 )
 
Στο όραμα της ξαναγεννημένης Ελλάδας, ηθικής πηγής των πάντων, είναι αυτό που σ' όλη του τη ζωή απασχολεί τον ποιητή. Βαθειά Ελληνας, βαθειά ριζωμένος στο θρύλο και στην Ιστορία της Ελλάδας, ηθικά αναπλασμένος μέσα απ' την ηθική της μεγαλοπρέπεια που έλαμψε σε αλλοτινούς καιρούς, την παίρνει απ' το χέρι, καβαλάει το ''ανεπίβατο άτι '' της και της φωνάζει :
 
'' γυμνός, γυμνό, απ' τη χαίτη σ' ανεβαίνω !
Λύσσα και δράμε
ανέβαινε
χόρευε ακράτητο και ορτό !''
(''Η συνείδηση της φυλής μου'',από το ''Αίμα της φυλής μου''
                                                                    22-26 )
Ακριβώς. Αυτός είναι ο Σικελιανός, διαγεγραμμένος αφ' εαυτού του και τρείς λιγόλεξους στίχους : ''Λύσσα και δράμε / ανέβαινε / χόρευε ακράτητο κι ορτό ! ''. Δεν είναι μια προτροπή στη φυλή, αλλά και η ίδια του η ζωή, ο ίδιος ο λυσσαλέος αγώνας για να ανεβάσει ξανά στα προτεινά της ύψη τη φυλή και νικητής να χορεύει μαζί της ακράτητος κι ορτός.
  Εχει συνείδηση της φυλής του και του ηθικού θαύματος που έχει επιτελέσει σ' αλλοτινούς καιρούς και απεσταλμένος έρχεται να φωνάξει κι αναρωτιέται έτσι :
 
''Ποιός, βάνοντας το χέρι του ανοιχτό
στο στόμα μου,
θα σ' εμποδίσει ν' αναβρύσεις, κρούσταλλη φωνή ;''
 
Κι επανέρχεται στο προαιώνιο θαύμα της φυλής, έτσι :
''Ποιός άλλος θε να ιδεί
τη θείαν αλήθεια σου
να ξεχωρίζει στη θαμπωτικήν ασπράδα σου,
καθώς στης νύφης το πουκάμισο
τ' άλικον αίμα της καθάριας παρθενιάς ;
(''Η συνείδηση της φυλής μου'', από το ''Στο άνθος των Ελλήνων'', 2-10)
Κι ενώ στη νιότη και στα γειρατιά του, σ' όλη του τη ζωή αυτός θα μείνει :    ( ''Ω Νιότη που σφυροκοπάς στην ίδια σου φωτιά τη μυστικήν αθανασία σιωπηλά '')   θα διαπιστώσει πολύ σύντομα κι αυτός ο ίδιος από μόνος του πως :      ''Σαν ο ακατάπονος δημιουργός που για να κορυφώσει το έργο του μεστό ζυμώνοντας ολοένα το πηλό, μιά μέρα νιώθει να του φεύγει ανάμεσα απ' τα δάχτυλα και τρέμοντας την ώρα απάνου του μεγάλου κόπου σταματά
ενώ το Πνεύμα δεν προσμένει
αλλά φωτίζει ομπρός του εκεί τη δύσκολη στιγμή,
ώσπου διαβαίνει
φλέγοντας στη δυνατή του πνοή
το χώμα και το νου .''
(''Η συνείδηση της φυλής μου'',από το''Μπρος απ' τον πηλό της γης μου '',1-12 )
  Δεν είναι λοιπόν μύστης ο ποιητής αλλά και προφήτης, γνώστης αυτού που θα επισυμβεί, του γεγονότος ότι ο πηλός θα του ξεφύγει από τα χέρια και σαν προφήτης πού 'ναι θα υποστεί τη μοίρα όλων των προφητών, πηγαίνοντας πολύ πιο μπροστά από την εποχή του. Ετσι κι η δικαίωση θ' αργήσει νά 'ρθει, μα δεν μπορεί να μη φανεί γιατί η ίδια νομοτέλεια τίποτε δεν σχεδίασε άσκοπα. Ο ίδιος θ'αναρωτηθεί στην ''κρυφή Ιλιάδα'' του '' πούναι το εμπόδιο, πού ο βαρύς αγώνας ;'' Αν δεν κατανοήσει το εμπόδιο, δεν θα εγκαταλείψει ωστόσο μέχρι το τέλος τον αγώνα, έναν αγώνα που τον κάνει ιερό.
  Η δικαίωση του ποιητή - προφήτη, θά 'ρθει, έστω κι αργά, η μεταφυσική του πίστη, το ηθικό του δίδαγμα θα εισακουσθούν και τότε θά 'ναι στο ''τέλος'' :
 
'' ω φωνή και φλόγα
π' όλη σκέπασε τη λάμψη και τη βοή
ω αρματωσιά χρυσή
ω κραυγή στη θύελλα μέσα...''
( ''Κρυφή Ιλιάδα'',168-171)
 
Η αποστολή του, που είναι πια αναμφισβήτητη, ήτανε οπωσδήποτε η μυστική αρχή. Η διαπαιδαγώγησή του, ο μεγάλος του έρωτας για τη πατρίδα που γεννήθηκε, τους θρύλους και την ιστορία της, υπήρξε η συνέχεια. Το πάθος του για την τελειότητα της ψυχής, για την πλήρη ηθική της ανάταση, ακολούθησε. Μια μακρά διεργασία έγινε, πριν τα βιώματα άλλου κόσμου και τα βιώματα αυτού, συγκρουστούν σεισμικά μέσα και δημιουργήσουν τη σύλληψη. Κι όταν για πρώτη φορά ανακοίνωσε στην Εύα, τη σύλληψη της ιδέας του, ήταν ήδη σίγουρος πως αυτό που επιχειρούσε ήταν το σωστό, πως αυτό ήταν ένα μεγάλο μέρος της αποστολής του. Ισως δε,φαντάστηκε πως δε θά 'φτανε ποτέ στην ολοκλήρωσή του και πως θα πέρναγαν αιώνες ίσως για να ολοκληρωθεί η σύλληψή του αυτή..
Και πράγματι η σπορά που σπέρνει ο ποιητής είναι ''άμετρη'' κι οι καρποί θα ωριμάσουν μόνοι, με τον καιρό στις καρδιές των ανθρώπων για να τους οδηγήσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα στην Ηθική Λύτρωση.
''Είστε οι λίγοι
σπόροι μιάς άμετρης σποράς, ν' ανθίσει
που θέ ν' αργήσει αιώνες....'' (658-60)