Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013


ΑΝΔΡΕΑ  ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ

                       ''Ο  ΚΑΤΩ   ΚΟΣΜΟΣ...''

     ΆΓΝΩΣΤΟΣ μένει ο ναύτης που μας έκαμε το μεγάλο καλό. Άγνωστος και αδοξολόγητος, όπως γίνεται και με τους φτωχούς αγίους. Παντού η τύχη πού αναθεμά τη ! Παντού η τύχη ! Μα εγώ, αν ήξερα τ' όνομά του, θα του άναβα περισσότερα κεριά απ' όσα ανάβω κάθε χρόνο στον Άι-Νικόλα. Τούτος μας σώνει - όχι και τόσο συχνά - από τις φουρτούνες. Κείνος όμως με μιά μαστοριά μας απάλλαξε σύγκαιρα από τους διαβόλους της Κόλασης και από τους αγίους του Παράδεισου, που θαρρώ δεν έχει και μεγάλη διαφορά. Δε λέω πως μου αρέσει να βλέπω τους διαβόλους με τα στριμμένα κέρατα, τις μακριές ουρές και τα σπαθωτά νυχοπόδαρά τους. Ούτε τα λυσσασμένα ουρλιάσματά τους θέλω ν' ακούω σαν καμακίζουν άγρια καμιά ψυχή, ούτε το χόχλο του κατραμιού που βράζει στα Εφτά Καζάνια, ούτε τους δαρμούς και τους θρήνους των κολασμένων. Μα η συντροφιά των Πατέρων - την ευχή τους νάχω - με τα κομπολόγια και τα λιβάνια, καθώς κι η ασύγκριτη ξαστεριά του Παράδεισου, δε μου πολυαρέσει. Τί θες, τί γυρεύεις ; Καλύτερα όπως τα κατάφερε ο μακαρίτης. Έστησε χωριστά το τσαντήρι μας κι έτσι έχουμε το μυαλό μας ήσυχο - αν έχουν μυαλό κι οι πεθαμένοι.
     Μόλις άραξε το καίκι στο νησί - στη Σέρφο ας πούμε -, ο ναύκληρος πήρε το μισοκοίλι και τράβηξε στο χωριό για να μετρήση το σιτάρι. Λιανοψιχάλιζε κάπως, όταν κίνησε, μα δε δυσκολεύτηκε. Πρωτοβρόχια, σου λέει, θα περάση. Μα καθώς έφτασε τον ανήφορο, πιάνει μιά δαρτή βροχή, νεροποντή σωστή ! Πού να χωθή ; Ούτε δέντρο, ούτε καλύβα, ούτε σπηλιά βλέπει γύρω. Να τρέξη για το χωριό, έπειπε ο μισός δρόμος ακόμη, να κατέβη πάλι στο καίκι, το ίδιο. Στέκει δίβουλος και άξαφνα τον παίρνουν τα γέλια. Κοιτάζει μήπως τον βλέπει κανένας στρατολάτης - ψυχή ! Πιάνει γοργά και γδύνεται σαν τον Αδάμ. Όμορφα διπλώνει τα ρούχα του, χώνει τα στο μισοκοίλι, φορεί το μισοκοίλι στο κεφάλι και παίρνει δρόμο. Να βραχή δεν τον έμελλε. Το δικό μας τομάρι βροχές και μπόρες δε φοβάται, ειναι οργισμένο. Τον έμελλε για τα ρούχα του που τα είχε πρωτόβαλτα ο φουκαράς.
    Έπειτ' από κάποια ώρα στάθηκε η βροχή. Στάθηκε η βροχή, ντύνεται πάλι, παίρνει το μισοκοίλι στο χέρι και πάλι δρόμο. Πριν φτάσει στο χωριό, τον απαντάει ο διάβολος.
- Γειά σου, πατριώτη.
- Γειά της αφεντιάς σου, κυρ διάολε.
- Πούθεν έρχεσαι ;
- Από το γιαλό.
- Και η βροχή πού σ' απάντησε ;
- Στο δρόμο.
- Έλα δά !...
- Μα τα κέρατά σου, στο δρόμο...
- Και δε βράχηκες ; Εγώ έγινα μουσκίδι..
   Ο ναύκληρος γέλασε.
- Α, λέει πονηρά ! Ξέρω μιά τέχνη και δε βρέχουμαι.
- Μωρέ, τί λες ! κάνει ο διάβολος, σαν τί τέχνη ξέρεις ;
- Ξέρω μιά...
- Για ν' ακούσω...
- Δε σ' τη λέω...
- Μωρέ αμάν, πες τη μου και ό,τι θες, θες καράβια, θες χρυσάφι, καλούδια, τί θες να σου δώσω ; Πες τη μου...
   Ο ναύκληρος έρριξε κάτω το κεφάλι, τάχα πως συλλογιόταν, τί να ζητήσει για πληρωμή.
- Να σε βουλώσω θέλω, του λέει. Άμα σταθής και σε βουλώσω, σου τη λέω.
     Ο διάβολος άρχισε να ξυή το αυτί του. Μωρέ, κι άλλο μασκαραλίκι να πάθω, συλλογιέται. Γιατί αλήθεια πειράζει τους ανθρώπους συχνά, μα και εκείνοι του σκαρώνουν δουλειές, που κλειέται για μήνες καταντροπιασμένος στη φωλιά του. Μιά φορά έρριξαν στο δρόμο μιά σκούφια Κεφαλλονίτικη, κι έσπασε το κεφάλι του για να καταλάβη τί είναι. Την έβανε για κάλτσα, δεν έκανε, την έβανε καπνοσακκούλα, ούτε, την τραβούσε από πάνω, από κάτω, τη μάζωνε, την άπλωνε, τίποτα. Τέλος, την πάταξε απελπισμένος, έφυγε κι ακόμη τη νομίζει μυστήριο !
    Άλλη μιά φορά κίνησε να πάη να πειράξη τη γυναίκα. Η Εύα η παμπόνηρη, καθώς τον είδε, τουρλώθηκε ολόγυμνη, με τα μαλλιά ριγμένα στο πρόσωπο, και κείνος πήρε πίσω τέτοιο φόβο, που έκαμε το σταυρό του κι έφυγε στα τέσσερα. Και μη δε γράφτουν τα χαρτιά πως ο Σολομώντας με τη βούλα του ανάγκασε όλα τους τα τάγματα να πετροκουβαλούν για να χτίσουν το Ναό στα Γεροσόλυμα ; Άφησε την άλλη φορά που πήγε μεταμορφωμένος σε γάϊδαρο να πειράξη τα σχολιταρούδια και κείνα του έπεσαν απάνω, που είδε κι έπαθε να ξεφύγη από τα χέρια τους ! Φαντάσου τί σοφίστηκαν τα διαβολόπαιδα ! Επειδή δεν έφταναν να τον καβαλήσουν όλα, του έχωσαν ένα δοκάρι στον πισινό και καβάλησαν κι απάνω στο δοκάρι. Για τούτο στεκόταν τώρα δίβουλος και τρίβουλος. Μα πάλι που δεν ησύχαζε ως που να μάθη το μυστικό. Και με το δίκιο του. Τί διάβολος, σου λέει, είμαι γω, άμα δεν ξέρω όσα ξέρει ένας παλιογεμιτζής !
- Έλα, λέει αποφασισμένος, βούλωσέ με και πες μου.
   Άμα τον βούλωσε ο ναύκληρος, του είπε την τέχνη : -Έβγαλα τα ρούχα μου, τα έχωσα στο μισοκοίλι, έβαλα το μισοκοίλι στο κεφάλι και δρόμο. Έπαψε η βροχή, φόρεσα τα ρούχα μου, πήρα το μισοκοίλι στο χέρι και πάλι δρόμο.
- Μωρέ, αυτό ήταν όλο ;! λέει ο διάβολος τραβώντας τα γένεια του, άϊντε μου !

                                    ***

   Πέρασε καιρός, πέθανε ο ναύκληρος. Πού αλλού θα πήγαινε παρά στην Κόλαση ; Από τον καιρό που χτίστηκε ο κόσμος, ναύτης δεν είδε την πόρτα του Παραδείσου.
   Η Κόλαση, ακούς ! είναι ένας ξερότοπος, τρισχειρότερος κι απ' την Σαντορίνη. Ποτέ δεν βρέχει, χλόη δε φυτρώνει, πουλί πετάμενο δε διαβαίνει. Είναι τοιχογυρισμένη με ψηλούς τοίχους κι έχει μονάχα μιάν έμπατη, μιά μεγάλη σιδηρόπορτα. Όταν πρωτόγινε ο κόσμος, η πόρτα ήταν μικρή, γιατί οι άνθρωποι πήγαιναν γραμμή στον Παράδεισο. Μα λίγο-λίγο ξύπνησαν, έγιναν πονηροί και πίβουλοι κι έτρεχαν καραβιές στην Κόλαση. Για να μπουν όμως μέσα τους έβγαινε ο Θεός ανάποδα.
     Οι φύλακες, καλόβουλοι, γκρέμισαν τον τοίχο και άνοιξαν μιά πόρτα, που χιλιάδες μπορούν να περάσουν μαζί. Αλλά τόσος είναι ο λαός, ώστε πάντα στριμωγμένοι και με καυγάδες κατορθώνουν να μπουν. Οι γροθιές, οι κλωτσιές και τα μαλλιοτραβήγματα πηγαίνουν καπνός ! Αν δεν ήταν κι οι διάβολοι με τα δικράνια να τους χωρίζουν, δεκαφτά φορές θα ξαναπέθαινε καθένας.
     Ο μαυροναύκληρος, όταν έφτασε, κοιτάζει, τί να ιδή ; ο καλύτερος κόσμος πήγαινε εκεί. Οι άρχοντες με τις ολόχρυσες στολές και με τα σοβαρά τους πρόσωπα. Οι παπάδες και οι δεσποτάδες με τα φαρδομάνικα και τα ιερά τους γκόλφια, οι καλόγριες και οι γουμένισσες, όλοι τέλος εκείνοι που στον κόσμο περνούν για κατιτί και τους σέβεται είτε τους φοβάται ο χοντρός λαός, πήγαιναν εκεί κλαίοντας τον Κόσμο που άφησαν και κλωθογυρίζοντας ακόμη στο νου τις άδικες και παράνομες υποθέσεις τους.
     Ο ναύκληρος ανακατώθηκε με το λαό και σπρώχνοντας ζερβόδεξα έφτασε τέλος στην πόρτα. Μα για κακή του τύχη να βρεθή φύλακας ο βουλωμένος ! Καθώς τον βλέπει, βάνει τις φωνές. Τρέχουν οι άλλοι διάβολοι.
- Τί είναι μωρέ ; Τί τρέχει ; τον ρωτούν.
- Έτσι κι έτσι, τους λέει. Μην τον αφήσουμε και μπη, γιατί θα μας βουλώση όλους !
   Τον ακούν εκείνοι, τον αρχίζουν στις κλωτσιές, τον πετούν έξω από την Κόλαση.
- Αμ, τώρα τί να κάμω ; συλλογιέται.
   Δεξιά βλέπει τον Παράδεισο, ένα περιβόλι, ωραιότατο, με δέντρα ευωδέστατα και βρύση κατά πολλά όμορφη, όπως λένε τα Συναξάρια. Μα βλέπει την πόρτα κατακλειδωμένη κι έρημη. Κανένας δε ζύγωνε εκεί.
    Πίσω από τα κάγκελα της πόρτας βλέπει τον Άγιο Πέτρο με τα κλειδιά κρεμασμένα στο ζωνάρι του, με τα μάτια μισοκλεισμένα, τη μύτη μακρουλή και κόκκινη σαν πιπεριόνος. Ο Άγιος Πέτρος, ακούς, είναι ένας μεθύστακας που βάνει κάτω τον καλύτερο κρασοπατέρα του Απάνω Κόσμου. Εκείνη την ώρα ήταν στουπί.
    Ένας κουτσοκουλόστραβος κουρελιάρης και ψειριάρης - Κραβαρίτης θα ήταν - δυό ώρες τώρα χτυπούσε την πόρτα κι ο άγιος κλειδοκράτορας χαμπάρι δεν είχε. Τέλος άκουσε, αγριοβλαστήμησε δυό-τρεις φορές, σηκώθηκε τρέκλα-δίπλα και άνοιξε να μπάση τον κουρελιάρη. Ο ναύκληρος δε χάνει καιρό, χώνεται μέσα.

    Ξυστά πάει σε μιά άκρη και βλέπει ψηλά τον Παντοκράτορα να κάθεται στο θρόνο του. Έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι ο θρόνος στο χρυσάφι και τις διαμαντόπετρες. Δεξιά μεριά καθόταν ο Χριστός και γύρω η Δωδεκάδα, οι Απόστολοι, σε θρόνους μαλαματένιους. Παρακάτω ξαπλωμένοι στη χλωρασιά κάθονταν κοπάδια οι άγιοι και οι όσιοι και οι μάρτυρες. Γλεντούσαν εκείνη την ώρα ! Είχαν φαγιά, μα τί φαγιά ; Πεντοβολούσε ο Παράδεισος. Κι έπιναν ένα κρασί - ρουμπίνι ! Ο Δαυίδ ο προφήτης ντε ! - έπαιζε την κιθάρα και τραγουδούσαν οι άγγελοι, κάτι παιδιά - ψυχή μου ! Να τα έβλεπε ο Μπίρας αποδώ, θα σηκωνόταν το πετσί του μια πιθαμή. Κι έκαναν τέτοια σαλαλοή, που τράνταξε ο Κάτω Κόσμος.
    Ο ναύκληρος τα έβλεπε και στενοχωριόταν που δεν είχε κανέναν για να μιλήση. Άρχισε να βλαστημάη τους διαβόλους που δεν τον άφησαν στην Κόλαση.
    Τέλος δεν κρατήθηκε. Πλησιάζει, ένα γηραλέο άγιο και του λέει με σέβας :
- Δε μου λες, Πάτερ Αγιαντώνη, ποιός είναι εκείνος που κάθεται κοντά στο Χριστό ;
- Ου, παιδί μου ! έκανε ο άγιος, εκείνος είναι ο πάτερ Χαράλαμπος, που στον καιρό του μισόκαλου Σεβήρου είδε κι έπαθε για τον αφέντη το Χριστό μας !
 - Μπα ! είπε ο ναύκληρος, περισσότερα έκαμες του λόγου σου. Εκείνος αν πάλαιψε, πάλαιψε με τους ανθρώπους, αμ εσύ που τά 'βαλες με τους διαβόλους ; Το ξέρω γω, ερχόντουσαν τη νύχτα στο κελλί σου σαν πεντάμορφες παρθένες και συ τις έδιωχνες και κοιμόσουν ολόγυμνος στα χιόνια για ν' αποφύγης τον πειρασμό. Δε λέω, νοικοκύρης είσαι, μα τόση περιφρόνηση, θαρρώ, δε σου άξιζε.
    Ο Αγιαντώνης έρριξε το κεφάλι κάτω, σούφρωσε τα φρύδια κι έφυγε χωρίς να ειπή λέξη.
- Καλά σ' έχω, συλλογίστηκε ο ναύκληρος.
   Και με την ίδια πιβουλή πλησιάζει τον Αγιάννη τον Καλυβίτη, που ήταν ξαπλωμένος κάτω από μιά μηλιά κι έβλεπε από μακριά το γλέντι.
- Δε μου λες, του λέει, γιατί εσύ, τέτοιο αρχοντόπουλο, που άφησες τιμές και δόξες για την αγάπη του Χριστού, να κάθεσαι παραμελημένος κι άλλοι που τίποτα δεν έκαμαν να τρωγοπίνουν στο τραπέζι του Παντοκράτορα ; Δεν ξέρω, νοικοκύρης είσαι, μα τέτοια περιφρόνηση, θαρρώ, δε σου άξιζε.
   Ο Αγιάννης σήκωσε τα μάτια, κοίταξε καλά το ναύτη, έπειτα μεμιάς τα χαμήλωσε, γύρισε το άλλο πλευρό και άρχισε να κλαίη.
- Καλά σ' έχω και σένα, σκέφτηκε ο δικός μας.
   Και τραβώντας το δρόμο του απάντησε τον άγιο Τρύφωνα και τον ερεθίζει και κείνον. Έπειτα πηγαίνει στον άγιο Λευτέρη. Έτσι κέντρισε πεντέξη αγίους, αρχίζουν εκείνοι τις φωνές, πιάνονται στα χέρια. Πάνε άλλοι να τους χωρίσουν, πιάνονται και κείνοι, σπάνε ποτήρια, πετάνε πιάτα, αναποδογυρίζουν το τραπέζι, επανάσταση στον Παράδεισο ! Ο Παντοκράτορας, βαρύς από το φαγοπότι, κοιμόταν εκείνη την ώρα, γυρμένος στα γόνατα ενός αγγέλου. Ακούει τον καβγά, πετιέται θυμωμένος, αρπάζει ένα βούρδουλα, ''νά σου !'' του ενού, ''νά σου !'' τ' αλλουνού, τους αλωνίζει όλους !
- Δε φταίμε εμείς, αφεντικό ! φωνάζουν οι άγιοι, νά, αυτός μας έβαλε σκάνταλα.
   Πιάνουν τον ναύκληρο, τον πηγαίνουν εμπρός του.
- Μωρέ, πώς βρέιθηκες εδώ μέσα ;! του λέει Εκείνος θυμωμένος, μπάρκο τον κάναμε τον Παράδεισο ;!
   Μιά κλωτσιά και τον ρίχνει μίλια έξω.
- Τώρα πού θα πάω ; κάθεται και συλλογιέται. Να ήταν εύκολο τουλάχιστον να γυρίσω πάλι στον Κόσμο.
   Κάπως του καλοφάνηκε του φίλου. Τί καλά ν' αρχίση πάλι τα γλέντια και τα ταξίδια του !
   Τηράει περίγυρα να έβρη δρόμο για τον Απάνω Κόσμο, τίποτα. Αυτός που με το κερί και το κουμπάσο άνοιγε δρόμους στα πέλαγα και με το τρισκόταδο έμπαινε στα μπουγάζια σα να έμπαινε σπίτι του, γύριζε τώρα ψηλαφώντας σαν θεότυφλος. Ο Χάρος μόλις πάρη τον πεθαμένο, τον περνάει, ακούς ; από της Άρνης το βουνό, ένα βουνό θεόρατο και δασωμένο. Στη ρίζα του βουνού είναι της Αρνησιάς η βρύση. Τον ποτίζει νερό που αρνιέται για μιάς τους δικούς του. Έπειτα τον περνάει από της Αρνησιάς το λιβάδι, που είναι δασοφυτρωμένο το λησμοβότανο. Άμα περάση κι από κει ο μαύρος άνθρωπος, λησμονάει τον κόσμο και τις στράτες και τα διάβατά του.
    Για τούτο κι ο ναύκληρος όσο και αν πάσχιζε, τίποτα δεν έκανε. Γύριζε αριστερά, βρισκόταν στην πόρτα της Κόλασης κι έβλεπε αγριεμένο το διάβολο μ' ένα δικράνι σιδερένιο στα χέρια να τον φοβερίζη. Γύριζε δεξιά, έβλεπε τον Παράδεισο και τον Άγιο Πέτρο με τη θεόρατη κλείδα έτοιμον να του σπάση τα κόκκαλα.
- Μωρέ ! λέει, σκούρα τα πράματα !
  Αντί όμως ν' απελπιστή, θύμωσε και ο ναυτικός σα θυμώση, αναποδογυρίζει τις θάλασσες.
- Έτσι είστε ; λέει, να σας μπω και γω στο ρουθούνι.
   Πιάνει αμέσως και μαδάει όση τρίχα είχε απάνω του και την πλέκει πανί. Έπειτα πάει κρυφά και κόβει μιά κλάρα, την πελεκάει καλά και στένει ανάμεσα Παράδεισος και Κόλασης δικό του τσαντήρι ! Κατά δικό του...Ουτε Θεό φοβάται, ούτε διάβολο. Χώρια οι λύκοι από τα πρόβατα, χώρια και οι στεριανοί από τους ναυτικούς. Άλλη ζωή στον Απάνω, άλλη στον Κάτω Κόσμο...
     Για τούτο σας λέω πω, αν τον ήξερα τον μακαρίτη, θα του άναβα περισσότερα κεριά από όσα ανάβω στον Άι-Νικόλα. Πέθανα ; Δε σκοτίζομαι για Κόλασες και για Παράδεισους.
    Π ά ω  γ ρ α μ μ ή   στο  τ σ α ν τ ή ρ ι    μ ο υ  !!







Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013


Στον υπέροχο κόσμο
της βιωματικής διήγησης...

του Γιώργου
Χατζηκυπραίου

''Μιά Βόλτα στη Μνήμη....''

     Ανηφόριζε το μονοπάτι στο χωματοβούνι με τα κεδράκια και τις βελανιδιές.
    Νωρίς το πρωί είχε βρέξει και τα νεαρά φύλλα ανέδιναν το άρωμα της εποχιακής νιότης τους.
    Με αργό βήμα στηριγμένος στο μακρύ του ραβδί ένας οδοιπόρος γύρισε το βλέμμα για να μαζέψει όση από την ομορφιά μπορούσε να χωρέσει στη ψυχή του. Πουλιά, πολλών λογιών, συνόδευαν με το τραγούδι τους το βουητό του ορεινού μικρόκοσμου. Δύο ερωτευμένα σκιουράκια έπαιζαν το τραγούδι του ζευγαρώματος πάνω στα κλαδιά μιάς γέρικης βελανιδιάς. Δε τα ενόχλησε το βήμα του καθώς το έπνιγε το νοτισμένο χώμα και τα περσινά φύλλα που έκαναν στρώμα πάνω στη γη.
     Χαμογέλασε με τα καμώματά τους και προχώρησε στη γωνιά που είχε ξεχωρίσει για να ξαποσταίνει.
    Ένας μεγάλος βράχος γυμνός από λειχήνες, μιάς και ήταν στραμμένος στον βορριά.
    Έστρωσε το πανωφόρι του και κάθισε, διπλώνοντας τα πόδια του γύρω απ' το ραβδί του.
    Ήταν καλά εκεί. Έβλεπε μακριά, ίσαμε τις απότομες πλαγιές που ανηφόριζαν προς την κορφή και πέρα, προς τις σκήτες της μονής που αγίαζε το βουνό.
    Έβγαλε την πίπα του και την γέμισε αργά, τελετουργικά.
    Άναψε και ξαναπροσήλωσε το βλέμμα στις απότομες πλαγιές που κρατούσαν όλο το φορτίο από το χειμωνιάτικο χιόνι. Κάποια συννεφάκια στεφάνωναν την κορυφή, κρύβοντας τους κοφτερούς βράχους της.
    Όμως αυτοί ήταν εκεί. Απότομοι, αιώνιοι που καθώς κοιτούσες ένοιωθες το πολύ άγριο της όψης τους.
    Ανάσαινε τον ελαφρύ αέρα, μαζί με τον καπνό απ' την πίπα του και χάθηκε στις σκέψεις του.
    Το βουνό πια δεν υπήρχε κι οι πεταλούδες που τριγύριζαν τα λουλούδια είχαν γίνει χρώματα σ' ένα παλιό σκηνικό που ξανάζησε στη σκέψη του.
    Χρώματα από νέον που πετάριζαν μπροστά από κινηματογράφους και άνθρωποι που περνούσαν δίπλα του περιδιαβαίνοντας στον δρόμο με τις βιτρίνες. Σχεδόν ένιωσε το χέρι της στο μπράτσο του και την φωνή της να διαπερνάει την βουή του πλήθους.
    Δεν θυμόταν πια τα λόγια. Μόνο κάποια αδιόρατη θύμηση και η αίσθηση μιάς μεγάλης πληρότητας.
    Πού να είναι τώρα ;
    Δεν έχει σημασία. Είναι στη σκέψη του κι αυτό που μετράει περισσότερο απ' όλα είναι ότι την έχει φέρει μαζί του σαν το πολύτιμο φορτίο του πρόσφυγα, που φυλάει τα θυμήματα του τόπου του περισσότερο κι απ' τη ζωή του.

        Ακούμπησε στην άκρη του ραβδιού του και στήλωσε το βλέμμα στα συννεφάκια που άρχισαν να πυκνώνουν.
     Συνάμα δυνάμωσε κι ο αέρας, φέρνοντας ριπές που τάραζαν τα κλαδιά στα γύρω δέντρα.
    Στο νου του ήρθαν μαρσαρίσματα ανυπόμονων οδηγών στο φανάρι.
- Έλα βιάσου να περάσουμε απέναντι !
- Όχι στάσου. Άσε να περάσουν οι άλλοι που βιάζονται. Μείνε μαζί μου. Δώσε μου ένα φιλάκι.
    Του τράβηξε την προσοχή μιά χελωνίτσα που αργοσάλεψε μπροστά στα πόδια του.
    Κατέβηκε απ' το βράχο και της χάϊδεψε το καβούκι.
    Αυτή χώθηκε μέσα του λίγο φοβισμένη, λίγο παιγνιδιάρικα.
    Κοίταξε γύρω του. Τα πουλιά είχαν σιωπήσει καθώς τα σύννεφα πύκνωσαν περισσότερο.
    Ο αέρας δυνάμωσε και οι πρώτες χοντρές στάλες έπεσαν προοιωνίζοντας την ανοιξιάτικη μπόρα που θ' ακολουθούσε.
    Τυλίχτηκε το πανωφόρι του με πείσμα.
- Δεν φεύγω από δω ! Δεν φεύγω, αν δεν θυμηθώ το φιλί της !...

 

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013


                                                                                                   ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ
                                               ΚΟΣΜΟΥ
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ
ΠΥΡΑΜΙΔΑΣ  ΤΟΥ  ΧΕΟΠΑ

''Ξύπνα και μπες στη Ζωή, γιατί βλέπεις, δεν είσαι νεκρός...''

      Κατά το παρελθόν, η αιγυπτιολογία ήταν συνώνυμη με το κυνήγι των θησαυρών. Σήμερα μιά νέα γενιά ερευνητών προσπαθεί να τους κάνει να μιλήσουν, αποκαλύπτοντας τα απόκρυφα μυστικά τους. Καθώς επίσης και να τους προστατεύσει από τις φθορές που προκαλεί ο υπερβάλλων ζήλος των ειδικών και η περιέργεια του κοινού. Στη μελέτη που ακολουθεί περιγράφεται πώς έγινε η ανακάλυψη ενός μυστικού πλοιαρίου, ηλικίας 4.500 ετών, από τα δύο που βρίσκονταν θαμμένα στο βραχώδες έδαφος κάτω από την Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας.  


   Αν θα μπορούσατε να δείτε τη Γη από δορυφόρο και προσπαθούσατε να βρείτε έναν κατάλληλο τόπο για να στήσετε μία πυραμίδα, σίγουρα δεν θα βρίσκατε καλύτερο μέρος από την Αίγυπτο, όπου υπάρχει η τριαδική σύμπτωση της διασταύρωσης του τρίτου μεσημβρινού και του τρίτου παράλληλου της Γης. Πράγματι, η Αίγυπτος απέχει 30 μοίρες από το Γκρήνουϊτς και 30 μοίρες από τον Ισημερινό. Και αν πατήσετε με τα πόδια σας στη χώρα του Φαραώ το ιδανικότερο μέρος για την πυραμίδα σας είναι η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται η Μεγάλη Πυραμίδα του βασιλικού οίκου του Χέοπα. Είναι ακριβώς στο κέντρο ανάμεσα στα δυτικά, βόρεια και ανατολικά σύνορα της αρχαίας Αιγύπτου. Επίσης, με ακτίνα την απόσταση αυτή σχηματίζεται ένα τέλειο τεταρτοκύκλιο μέσα στο οποίο περικλείεται όλο το δέλτα του Νείλου.
    Η τετράγωνη βάση της Μεγάλης Πυραμίδας είναι προσανατολισμένη ακριβώς στον άξονα βορρά-νότου, αν και ο τέλειος αυτός προσανατολισμός αρχίζει να χάνεται αφού, όπως είναι γνωστό, η ηπειρωτική πλάκα όλης της Αφρικής μετατοπίζεται σιγά-σιγά προς τα βόρεια και βυθίζεται κάτω από την Ευρώπη.
      Κάπου σαράντα πυραμίδες είναι χτισμένες κατά μήκος του ποταμού Νείλου. Ανάμεσά τους η Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας στέκει μοναδική. Εκτός από την τέλεια γεωμετρία της, κρύβει θαύματα και μυστήρια που ακόμα και σήμερα, 5000 χρόνια μετά το χτίσιμό της, παραμένουν ακατανόητα.

**Γεωμέτρες, Αστρονόμοι και Μάγοι**

Επιστήμονες, αρχαιολόγοι, αστρονόμοι, θεολόγοι και διάφοροι ερασιτέχνες ερευνητές έχουν μελετήσει τη Μεγάλη Πυραμίδα και προσπάθησαν να εξιχνιάσουν το μυστικό της. Υπήρξαν αρκετές διαφωνίες, αλλά στο τέλος διαμορφώθηκαν τρεις σχολές ερμηνείας. Η πρώτη από αυτές υποστηρίζει πως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήταν τέλειοι γεωμέτρες και πως η Μεγάλη Πυραμίδα αντιπροσωπεύει ένα παγκόσμιο σύστημα μέτρησης, αφού οι ίδιες οι διαστάσεις της, ενσωματώνουν αρχέτυπα μέτρα μήκους και χρόνου.
     Η δεύτερη σχολή ερμηνείας σχηματίσθηκε από μιά ομάδα αιγυπτιολόγων του δέκατου ένατου αιώνα που έστρεψαν την προσοχή τους στην ικανότητα της πυραμίδας του Χέοπα να λειτουργεί σαν ηλιακό ημερολόγιο και σαν Αστεροσκοπείο. Αυτοί οι μελετητές, αποκαλούμενοι αρχαιαστρονόμοι, πιστεύουν ότι εκείνοι που έχτισαν τις πυραμίδες ήταν βαθείς γνώστες της αστρονομίας και ήξεραν τις ακριβείς διαστάσεις του πλανήτη μας.
    Τέλος στον εικοστό αιώνα άρχισε να προβάλλει μιά πιο πρωτότυπη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι Αιγύπτιοι ιερείς ήταν έμπειροι μάγοι και μπορούσαν να χειρίζονται εξωπλανητικές ενέργειες. Η τρίτη αυτή σχολή υποστηρίζει πως το ίδιο το σχήμα της Μεγάλης Πυραμίδας επηρεάζει και προκαλεί φυσικά φαινόμενα πάνω σε έμψυχα όντα και άψυχα πράγματα. Έτσι έχουν φτιαχτεί ακριβή αντίτυπα της Πυραμίδας σε μικρό σχήμα για την ανάπτυξη φυτών, για την διατήρηση τροφών, ακόμη και μικροσκοπικές πυραμίδες για να διατηρούνται κοφτερές οι λεπίδες των ξυραφιών. Επίσης έχουν χτιστεί νοσοκομεία, σπίτια και εστιατόρια σε σχήμα πυραμίδας καθώς και αίθουσες διαλογισμού. Λέγεται πως αν διαλογιστεί κάποιος σε μιά ατομική πυραμίδα, μπορεί να θεραπευτεί από διάφορες αρρώστιες και ακόμη να έχει κάποιο όραμα, περνώντας σε άλλες διαστάσεις. Σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί και η γυάλινη πυραμίδα του Λούβρου που η λειτουργία της εγκαινιάστηκε στις αρχές Ιουλίου του 1988, και που αποτελεί ένα από τα κορυφαία εκθέματα του περίφημου παριζιάνικου μουσείου.
   
**Μπροστά στις πύλες της Αιωνιότητας**

Η Πυραμίδα του Χέοπα δεσπόζει, με το αινιγματικό μεγαλείο της στο βραχώδες υψίπεδο της Γκίζας, 15 χλμ. περίπου δυτικά του Καίρου. Πλησιάζοντας διακρίνει κανείς την Πυραμίδα μέσα από τα κλαδιά των ακακιών, των ευκαλύπτων και των οξυφοίνικων που διακοσμούν το βουλεβάρτο, το οποίο καταλήγει στο υψίπεδο. Ξαφνικά την βλέπει να υψώνεται στο κυματιστό από τον άνεμο αμμουδερό τοπίο, στην άκρη της λιβυϊκής ερήμου, σαν ένα γεωμετρικό βουνό, πάνω από τα άλση από φοίνικες του γειτονικού Νείλου.
    Για αιώνες ή και χιλιετίες, οι καμηλιέρηδες που ταξιδεύουν με τα καραβάνια τους μέσα στην έρημο, την βλέπουν μέρες ολόκληρες σαν ένα μικρό τρίγωνο στο μακρινό ορίζοντα, πριν φτάσουν κοντά. Όταν φτάνει κανείς μπροστά στην Πυραμίδα, το μεγαλείο της είναι επιβλητικό. Και μόνο οι αριθμοί φανερώνουν τις κολοσσιαίες διαστάσεις της. Καλύπτει μιά περιοχή πάνω από 50 στρέμματα. Το ίδιο το οικοδόμημα αποτελείται από 2,3 εκατομμύρια ογκόλιθους και ο καθένας απ' αυτούς ζυγίζει κατά μέσον όρο 2,5 τόνους..

     Οι αρχαιολόγοι αντλούν στοιχεία από την αιγυπτιακή θρησκεία για να εξηγήσουν τη σημασία του πυραμιδικού σχήματος. Η επικρατέστερη θεωρία δέχεται ότι συνδέεται με την ηλιακΜή λατρεία. Οι γωνιακοί τοίχοι μοιάζουν με τις ακτίνες του ήλιου που κατέρχονται στη Γη μέσα από κάποιο σύννεφο. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η πυραμίδα αντιπροσωπεύει μιά κλίμακα προς τον ουρανό. Ο σύγχρονος μελετητής Μάνλυ Χολ υποστηρίζει ότι η πυραμίδα της Γκίζας ήταν μιά πραγματική πύλη προς τις Ουράνιες σφαίρες. Κατά τη γνώμη του η Πυραμίδα ήταν ένας μυστικός ναός όπου οι μυημένοι - δηλαδή, αυτοί που είχαν λάβει τις κατώτερες μυήσεις - περνούσαν από μιά μυστηριώδη δοκιμασία που τους μεταμόρφωνε σε θεία όντα. Εκτός των άλλων δοκιμασιών, τοποθετούνταν σε έναν τάφο για τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ενώ το Κα τους, δηλαδή η ψυχή τους, έβγαινε από το σώμα και εισερχόταν στις ''πνευματικές σφαίρες του διαστήματος''. Με τη διαδικασία αυτή, οι μυημένοι πετύχαιναν πραγματική αθανασία και θεοποιούνταν.

**Ανεβαίνοντας στη Βάρκα
του Ουρανού**

    Τί έκανε ο μυημένος τις τρεις αυτές μέρες στον τάφο ; Από τί δοκιμασία περνούσε ; Είναι υπερβολικά δύσκολο  να εξιχνιάσει κανείς τις μυστηριακές διαδικασίες και να τις περιγράψει με σύγχρονες λέξεις, αλλά απ' ό,τι φαίνεται ένα μέρος του σχετιζόταν με τη βάρκα του Ρα.
    Η διαδικασία είχε ως εξής : ο μυημένος χαρακτηριζόταν από τους ιερείς ''νεκρός'' και κλεινόταν μέσα στη σαρκοφάγο που μέχρι σήμερα άδεια στον κεντρικό θάλαμο της Μεγάλης Πυραμίδας. Εκεί έπρεπε να συμβεί αυτό που σήμερα αποκαλούμε ''εξωσωματική εμπειρία''. Δηλαδή, το αιθερικό σώμα του μυούμενου - ο μυστηριώδης εκείνος σκαραβαίος που χάριζε επαναγέννηση και εξασφάλιζε την αιωνιότητα - ''έβγαινε'' από το φυσικό σώμα. Περνούσε από την αίθουσα της Κρίσης, που βρισκόταν στο ''νησί του Πυρός'' και εκεί η καρδιά του ζυγιζόταν με αντίβαρο ένα φτερό. Αν βρισκόταν πιο ελαφριά απ' το φτερό (το  φτερό της Μάατ ή Αλήθειας), τότε ήταν κατάλληλος τη συνοδεία του Ρα. Εξαγνιζόταν σε διάφορες λίμνες και έπειτα ανέβαινε στη βάρκα. Έχοντας γίνει μέλος της συνοδείας αυτού του ηλιακού θεού, μπορούσε και ταξίδευε στις ουράνιες περιοχές. Μιά τέτοια βάρκα βρέθηκε σε ανασκαφές που έγιναν το 1954 στη βάση της Μεγάλης Πυραμίδας.

  Ο λάκκος, στον οποίο είχε τοποθετηθεί η βάρκα, είχε μήκος 32μ., πλάτος 2,6μ. και βάθος 3,5μ. και ήταν τόσο καλά σφραγισμένος, ώστε όταν ανοίχτηκε ήταν έντονη η μυρωδιά του ξύλου των αρχαίων κέδρων του Λιβάνου. Η βάρκα βρέθηκε, φυσικά, διαμελισμένη. Οι αρχαιολόγοι μέτρησαν 1.224 κομμάτια ξύλου. Τα ένωσαν προσεχτικά και έτσι μπόρεσαν να συναρμολογήσουν, μετά από τόσες χιλιετίες, τη λατρευτική βάρκα, την οποία εξέθεσαν στο Μουσείο του Χέοπα, που βρίσκεται κοντά στη Μεγάλη Πυραμίδα. Όταν τελείωσε η συναρμολόγηση, η βάρκα βρέθηκε να έχει μήκος 43,3 μέτρα...
     Μετά από αυτή την ανακάλυψη οι αρχαιολόγοι είχαν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι υπήρχε και δεύτερη βάρκα, κρυμμένη κοντά στην πρώτη σε κάποιο γειτονικό λάκκο. Άλλωστε ο θεός Ρα ταξίδευε με δύο βάρκες. Όταν ανέτελλε πρόβαλλε πάνω στη βάρκα ''Ατέτ'', αλλά το απόγευμα προχωρούσε με την βάρκα ''Σεκτέτ'' και μ' αυτή, αφού έδυε, ταξίδευε στον Κάτω Κόσμο.
    ΄΄Ετσι τον Οκτώβριο του 1987, μετά από συμφωνία του περιοδικού National Geographic και της Οργάνωσης Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων, άρχισαν οι έρευνες για την ανακάλυψη της δεύτερης βάρκας. Ένας από τους όρους της συμφωνίας ήταν να μην μπει άνθρωπος, ούτε να δει μάτι ανθρώπου τα αρχαιολογικά ευρήματα, για να μην διαταραχθεί η αρχαία ατμόσφαιρα του λάκκου. Μόνο μιά κάμερα θα εισαγόταν και θα φωτογράφιζε τη βάρκα κι έπειτα το άνοιγμα θα σφραγιζόταν ξανά ! Και πράγματι αυτή η συμφωνία τηρήθηκε στην εντέλεια.
    Το απόγευμα της 20ης Οκτωβρίου η βιντεοκάμερα ήταν έτοιμη. Εισήχθηκε αργά μέσα από μία τρύπα που άνοιξαν προσεχτικά και ξαφνικά μία εικόνα εμφανίστηκε στις οθόνες των τηλεοράσεων με τις οποίες ήταν συνδεδεμένη. ''Μαρκάμπ ! Μαρκάμπ !'' ( ''Βάρκα ! Βάρκα !''), φώναξε ο Αιγύπτιος αρχαιολόγος Μαχμούτ Αλή Τούχαμι, γεμάτος συγκίνηση. Ένα δεύτερο βασιλικό πλεούμενο ερχόταν πάλι στη ζωή μέσα από τις οθόνες : μιά τεράστια στοίβα από ξύλινες καλοδουλεμένες σανίδες, τοποθετημένες μέσα σε πλαίσιο και συγκρατούμενες από κάθετα μαδέρια.
    Στο δυτικό άκρο του λάκκου η κάμερα βρήκε μερικά κομμάτια από σοβάδες που είχαν πέσει από τις ενώσεις των ογκόλιθων της οροφής. Με ένα γύρισμα του βραχίονα η κάμερα αποκάλυψε και το ανατολικό μέρος του λάκκου και έτσι, μέσα στις λίγες αυτές στιγμές, οι αρχαιολόγοι είδαν όλη την επιφάνεια της βάρκας. Τα μάτια τους αντίκριζαν κάτι που ήταν θαμμένο εκεί πέντε χιλιετίες πριν την εποχή μας !
    Όμως ήταν ακόμη πιο τυχεροί. Σε μιά στιγμή η κάμερα εντόπισε ένα κινούμενο αντικείμενο. ''Είναι ένα σκαθάρι !'' φώναξε ο Πέτερ Μίλλερ, συγγραφέας και συνεργάτης του National Geographic. Ένα μαύρο σκαθάρι σουλατσάριζε αργά αργά πάνω στη βάρκα !
    Τί πιο ταιριαστό από το να βρει κανείς ένα σκαθάρι, δηλαδή το σκαραβαίο των αρχαίων Αιγυπτίων, πάνω στη βάρκα του Ρα ; ''Είναι ο Κεπερά (το αιγυπτιακό όνομα του σκαραβαίου) στη βάρκα του. Είναι ο Ρα ο ίδιος'', γράφει ο αρχαίος πάπυρος του Άνι. Αν και φαίνεται σαν απλή σύμπτωση, συμβολικά ταιριάζει απόλυτα. Η θέση του ήταν εκεί. Φύλακας μέσα στους αιώνες ενός επτασφράφιστου μυστικού.
     Όπως ήταν φυσικό η ανεύρεση ενός ζωντανού σκαθαριού σε έναν ερμητικά κλειστό υπόγειο θάλαμο προκάλεσε την περιέργεια των αρχαιολόγων. Σε συνδυασμό με τον αέρα του λάκκου, που δεν ήταν ο αρχαίος αέρας της φαραωνικής Αιγύπτου που περίμεναν οι αρχαιολόγοι, ήταν φυσικό να υποθέσουν ότι κάπου πρέπει να υπήρχε ένα άνοιγμα. Ο Χάκ Αχμέτ Γιουσέφ, μέλος της ερευνητικής ομάδας, θυμήθηκε πως όταν χτιζόταν το Μουσείο, το 1960, είχε τοποθετηθεί πάνω από τον λάκκο μιά μηχανή κατασκευής τούβλων. Οι κραδασμοί της μπορεί να προκάλεσαν την πτώση των σοβάδων και τα νερά της επιφάνειας να βρήκαν έτσι κάποιο πέρασμα ανάμεσα στις σχισμές των λίθων της οροφής και να εισχώρησαν στο λάκκο, αν και η σχετική υγρασία δεν ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν του πρώτου λάκκου. Όταν μετρήθηκε βρέθηκε 84%, ενώ του πρώτου λάκκου ήταν 88%.

**Ένα μάθημα για Αρχαιολόγους**

   Όταν ήρθε η ώρα για να σφραγιστεί ξανά η τρύπα από την οποία πέρασε η κάμερα, αποφασίστηκε να μην κλειστεί τελείως για να μπορούν στο μέλλον οι ερευνητές - που θα θελήσουν να μετρήσουν την εσωτερική ατμόσφαιρα ή να κάνουν πρόσθετες μελέτες - να έχουν εύκολη πρόσβαση στο εσωτερικό του λάκκου. Έτσι, στο κάτω μέρος της τρύπας εισήχθηκε ένας αλουμινένιος κύλινδρος, αφήνοντας ένα κενό 10εκ. έως την επιφάνεια. Όπως είχε προγραμματιστεί, αυτό το τμήμα θα κλεινόταν με γύψο, αλλά την τελευταία στιγμή προτιμήθηκε ένα υλικό ίδιο με αυτό που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι σε παρόμοιες περιπτώσεις. Και η μόνη ορατή ένδειξη ότι έγινε αρχαιολογική έρευνα είναι ένα σύρμα, συνδεδεμένο με τις συσκευές που αφέθηκαν μέσα στο λάκκο για να καταγράψουν τις αλλαγές της εσωτερικής ατμόσφαιρας.
   ''Αυτό που κάναμε εδώ'', δήλωσε ο αρχαιολόγος Κάντρυ, ''μπορεί να βοηθήσει στη διάσωση των αρχαιολογικών θησαυρών σε όλο τον κόσμο''. Ένας άλλος συνάδελφός του, ο Γκάρετ, μίλησε επίσης για τις δυνατότητες της νέας εποχής στην αρχαιολογία, όπου κλειστοί τάφοι και σφραγισμένοι αρχαιολογικοί θησαυροί θα μπορούν να μελετιώνται, χωρίς να παραβιάζονται. Παρομοίασε το εγχείρημα με ''προσεδάφιση στη Σελήνη, μόνο που αντί να εκτοξευόμαστε προς τα πάνω, εισάγουμε το τηλεοπτικό μάτι προς τα κάτω και αντί να ταξιδεύουμε στο μέλλον γυρίζουμε στο αρχαίο παρελθόν''.

**Ο Μυητικός σκοπός της Μεγάλης Πυραμίδας**

      Η Πυραμίδα του Χέοπα είναι το μόνο από τα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου που σώζεται μέχρι σήμερα. Πρόκειται για το γιγάντιο μνημείο ενός βασιλιά που είχε τη δύναμη θεού. Η πυραμίδα καταλαμβάνει έκταση 52.611 τετρ.μέτρων, ορθώνεται 137 μέτρα πάνω από το έδαφος και κατασκευάστηκε από εξίμισι εκατομμύρια τόνους ογκόλιθων. Αν και η επίσημη αρχαιολογία θεωρούσε πάντα την Μεγάλη Πυραμίδα σαν ταφικό μνημείο, νεώτερες έρευνες ανακαλύπτουν σ' αυτήν ένα μυητικό σκοπό.
     Η μόνη είσοδος βρίσκεται στη βόρεια πλευρά. Δύο προσωρινοί ταφικοί θάλαμοι είχαν φτιαχτεί για τον βασιλιά σε περίπτωση που πέθαινε πριν την αποπεράτωση του έργου. Ο ένας λαξεύτηκε βαθιά στο βράχο κάτω από την πυραμίδα, ενώ ο άλλος βρίσκεται ακριβώς στη μέση της πυραμίδας και απέχει εξίσου από τη βόρεια και τη νότια πλευρά. Ο τελικός μυητικός θάλαμος κατασκευάστηκε 42 μέτρα πάνω από το επίπεδο του εδάφους.
Φτάνει κανείς σ' αυτόν από έναν ανοδικό διάδρομο που βγάζει στο Μεγάλο Διάδρομο, ο οποίος έχει μήκος 46 περίπου μέτρα και ύψος 8. Η είσοδος στον θάλαμο γίνεται από ένα στενό πέρασμα το οποίο είναι εύκολο να απομονωθεί. Ο μυητικός θάλαμος έχει διαστάσεις μόνο 5χ10 μέτρα και ύψος 6. Η οροφή του είναι ένα αριστούργημα μηχανικής. Αποτελείται από εννιά χωριστές πλάκες, που όλες μαζί ζυγίζουν 400 τόνους, τοποθετημένες έτσι ώστε να σχηματίζουν τέσσερα μικρά δωμάτια, το ένα πάνω στο άλλο. Η οροφή του πέμπτου είναι μυτερή. Φαίνεται πως η σκοπιμότητά τους ήταν να εμποδίσουν τους ογκόλιθους της υπερκατασκευής να πέσουν στην αίθουσα.
     Εικάζεται πως η σαρκοφάγος, μέσα στην οποία έκλειναν οι ιερείς τον μυούμενο, ήταν τοποθετημένη κατευθείαν πάνω στο κεραμικό πάτωμα. Από το νεκρικό ύφος του όλου οικοδομήματος συμπεραίνουμε ότι η μύηση σχετιζόταν με τη νίκη του θανάτου. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι ο θάνατος ήταν απλά μιά επιβίωση της συνείδησης, που εκτοξεύεται παντοτινά.
    Με το κλείσιμο του υποψηφίου στη σαρκοφάγο, σφραγιζόταν όλες οι έξοδοι από το μυητικό θάλαμο με βαριές πέτρες και οι ιερείς έφευγαν μέσα από ένα φρέαρ σκαμμένο στους ογκόλιθους και στο βράχο των θεμελίων. Προηγουμένως είχαν υποδείξει έναν τόπο, στον οποίο ο υποψήφιος έπρεπε να τους ''συναντήσει''. Αν τα κατάφερνε και τους συναντούσε με το αιθερικό του σώμα, ήταν απόδειξη ότι είχε περάσει τη δοκιμασία επιτυχώς.
    Γύρω από την πυραμίδα κατασκευάστηκε ένας μεγάλος αριθμός μνημείων - ο νεκρικός ναός όπου τελούνταν λειτουργίες με σκοπό την κάθαρση και προετοιμασία του υποψηφίου. Αργότερα τρεις μικρές πυραμίδες σκέπασαν το μέρος που ήταν θαμμένες κάποιες βασίλισσες. Επίσης, τάφοι μελών της βασιλικής οικογένειας, ευγενών και ιερέων είχαν συγκεντρωθεί στις δύο νεκροπόλεις γύρω από την πυραμίδα. Ανασκαφές μπροστά στην πυραμίδα έφεραν στο φως δύο υπόγειους θαλάμους με πλοιάρια, ο σκοπός των οποίων ήταν κι αυτός μυητικός.
    Ο Χεφρήνος, διάδοχος του Χέοπα, έφτιαξε κι αυτός μιά πυραμίδα σχεδόν το ίδιο ψηλή, αλλά λίγο μικρότερη. Κατά μιά υπόθεση, το καιρό της ανέγερσής της, οι ογκόλιθοι μεταφέρθηκαν πάνω σε επικλινείς χωμάτινους διαδρόμους που έζωναν το υπό ανέγερση οικοδόμημα. Τέλος, ο ναός του Χεφρήνου συνδεόταν με τη Σφίγγα με μιά μνημειώδη λεωφόρο.