Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013


''ΤΑ   ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ   ΠΙΡΑΝΧΑΣ...''

                         
ΚΥΡΙΑΚΟΥ                 ΔΙΑΚΟΓΙΑΝΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1981

(...)
''ΣΕ ΠΟΙΟΝ
ΑΝΗΚΕΙ
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ''

(...)
     Η λύσσα της φυλετικής αποστροφής, η αποκορύφωση της ρατσιστικής χτηνωδίας εξεδηλώθη χαρακτηριστικά σε δύο περιοχές της γης τα τελευταία χρόνια. Στη Νότια Αφρική και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι πασίγνωστα τα εγκλήματα που διέπραξε η ρατσιστική ψυχοπάθεια σ΄αυτές τις χώρες.
   Οι λευκοί (μονάχα στο πετσί) θεωρούν και μεταχειρίζονται τους μαύρους σαν τα ζώα. Χωριστά καθίσματα στα μέσα συγκοινωνίας, χωριστά Σχολεία, χωριστά Νοσοκομεία, χωριστά τα πάντα. Όποιος λευκός φέρεται ανθρώπινα σε μαύρο βρίσκει το μπελά του. Όποιος συνδέεται με μαύρο φιλικά η συναισθηματικά δύσκολα επιβιώνει. Πράγματι πρόκειται για το χειρότερο κατάντημα της ανθώπινης ύπαρξης.
   Στην Ελλάδα μία τέτοια νοοτροπία προκαλεί αποτροπιασμό. Ο Έλληνας έχει πολλά κουσούρια αλλά είναι πολύ ανθρώπινος. Απεχθάνεται ο Έλληνας τον ρατσισμό και τόχει αποδείξει πολλές φορές στην ιστορία του έμπρακτα. Πολύ περισσότερο δε, αντιπαθεί εκείνους που φέρονται στον ίδιο σαν να ήταν ζώο !
   Δυστυχώς, κι αυτό θ' αποδείξω ότι συμβαίνει στην Ελλάδα από ξένους και μάλιστα Εβραίους, λίγα χιλιόμετρα από την Αθήνα.
   Ο νους κάθε αναγνώστη θα τρέξει υποθέτω στα συχνά επεισόδια βάρβαρης συμπεριφοράς των αμερικανικών στρατευμάτων κατοχής που ξυλοκοπούν μεθυσμένα κι αμέθυστα αθώους πολίτες, που σχίζουν και ποδοπατούν την ελληνική σημαία, που γράφουν στους τοίχους ''γαμούμε τους Έλληνες'' όπως οι αλήτες Αμερικανοί φαντάροι που έγραψαν την φράση στην πρόσοψη κεντρικού ξενοδοχείου του Ηρακλείου Κρήτης με τεράστια γράμματα και καταδικάστηκαν από τοπικό δικαστήριο στις 7/5/1977 ! Αν ο νους σας πήγε κατά κει πήρε λάθος δρόμο.
   Το παράδειγμα που θα δώσω είναι ακόμη χειρότερο ! Δείχνει πεντακάθαρα πώς μας αντιμετωπίζουν οι υπούλως ενσκύπτοντες Εβραιοσιονιστές...επιχειρηματίες ! Ιδού τα περιστατικά.
   Κατά την παραμονή μου στη Βηρυτό προ καιρού, γνώρισα αρκετά στοιχεία ενός φακέλλου (δυστυχώς όχι όλα) με τις δραστηριότητες διαφόρων ομάδων Αγγλοεβραίων, Γαλλοεβραίων, Γερμανοεβραίων ''επιχειρηματιών'' που εκστρατεύουν στην Ελλάδα να ''επενδύσουν'' τα ανύπαρκτα κεφάλαιά τους και να μας διδάξουν την χρήση της ηρωίνης ! Από όσα πρόλαβα να δω, ο φάκελλος εκείνος περιείχε τα εξής διαφωτιστικά !
   Το καλοκαίρι του 1978 ένα ξένο μελαχροινό ζευγάρι εμφανίζεται στις Σπέτσες. Κυκλοφορεί στο νησί, δημιουργεί ντόπιες σχέσεις. Δεν αποκρύπτουν ότι είναι Εβραίοι επιχειρηματίες, ότι ενδιαφέρονται για επενδύσεις !
   Εκείνο το προεκλογικό (δημοτικές εκλογές) καλοκαίρι, ο Πρόεδρος της Τοπικής Επιτροπής Νέας Δημοκρατίας και υποψήφιος Δήμαρχος πληροφορεί τους φίλους του ότι μπορούν να πάρουν δάνεια τουλάχιστο δέκα εκατομμυρίων δραχμών με τον απίθανα χαμηλό τόκο 3% για δέκα χρόνια, βάζοντας υποθήκη τα κτήματά τους στις Σπέτσες (όσοι είχαν κτήματα) !
   Κάθε ενδιαφερόμενος για τέτοια δάνεια έπρεπε να πάει με δικά του έξοδα στη...Βυρητό του Λιβάνου όπου ήσαν τα Γραφεία των Εβραίων δανειοδοτών με τους τίτλους των κτημάτων στο χέρι. Σημειωτέον ότι το ζευγάρι των επισκεπτών Εβραίων είχε συνδεθεί φιλικά με τον υποψήφιο Δήμαρχο.
   Μερικοί Σπετσιώτες ξεκίνησαν και πήγαν στη Βυρητό (μόνο ;) αλλά επέστρεψαν άπρακτοι (φανερά τουλάχιστο) λέγοντας στους ντόπιους που ρωτούσαν ''δεν έγινε τίποτα'' ! Η υπόθεση ξεχάστηκε αν και συζητήθηκε ένα διάστημα σε κύκλους της Αθήνας, χωρίς να ασχοληθεί καμμία υπηρεσία.
   Στο μεταξύ το ξένο μελαχροινό ζευγάρι νοικιάζει κτίριο από τον υποψήφιο Δήμαρχο κι ανοίγει ένα κέντρο ''αναψυχής'' που το βαφτίζει ''Καπρίτσιο''. Το κέντρο αυτό εργάζεται εντατικά όλο το καλοκαίρι παραβιάζοντας προκλητικά όλες τις κείμενες διατάξεις και νόμους, από την αυθαίρετη και παράνομη σύνδεση της ΔΕΗ μέχρι μόνιμες παραβιάσεις νυχτερινής ησυχίας ενοχλώντας και προκαλώντας παρακείμενα σπίτια και ξενοδοχεία με την δυνατή μουσική και το ξεφάντωμα των πελατών του μέχρι πρωίας. Κλείνει το ''Καπρίτσιο'' τον χειμώνα, ξανανοίγει το επόμενο καλοκαίρι με το ίδιο ξένο ζευγάρι που ασύδοτα κάνει ό,τι θέλει μη λογαριάζοντας κανέναν στο νησί. Σύντομα κυκλοφορούν φήμες που μετατρέπονται σε καταγγελίες μόλις τα πραγματικά περιστατικά φουντώνουν, ότι γίνεται πλατειά χρήση ναρκωτικών, σεξουαλικά όργια και παρασυρμός της νησιώτικης νεολαίας. Αν ο διοικητής Χωροφυλακής μπορούσε να μιλήσει θα μαθαίναμε πολλά !
    Το δεύτερο καλοκαίρι 1979 εμφανίζεται στις Σπέτσες ένα καινούριο πρόσωπο. Εβραίος κι αυτός. Ακούει στο όνομα Πέρυ ! Βοηθάει στις δουλειές του υποψηφίου Δημάρχου, ο οποίος έχασε τις εκλογές, στη θέση του εξελέγη ο υποψήφιος της Δημοκρατικής παρατάξεως και εργάζεται στο ''Καπρίτσιο''. Μιά μέρα του 1979 την 1/8 συγκεκριμένα, ο Πέρυ με τους συμπατριώτες του (το μελαχροινό ζευγάρι) ανοίγει δεύτερο κέντρο το ''Καπρίτσιο 2'' ! Πρόκειται για εστιατόριο με όμορφη διακόσμηση και χωρίς καμμία άδεια λειτουργίας ! (Αστυνομίας, Νομαρχίας, Δημαρχίας, Υγειονομικού). Παντού διαδίδεται ότι υπάρχει ''υψηλή'' κάλυψη. Ακόμη και ο δημοκράτης Δήμαρχος δεν επεμβαίνει. Οι καταστηματάρχες Σπετσών ανάστατοι. Στα εγκαίνια εστάλησαν προσκλήσεις επίσημες με το όνομα και τον τίτλο του Ισραηλινού Προξένου στην Ελλάδα ! Προξένου η επιτετραμμένου. Τελικά το ''Καπρίτσιο 2'' τινάζει κανόνι, το μελαχροινό ζευγάρι εξαφανίζεται αφού φόρτωσαν τους Σπετσιώτες επιχειρηματίες ακάλυπτες επιταγές. Ο κύριος Πέρυ όμως μένει στις Σπέτσες για να συνεχίσει ανενόχλητος την κοινωφελή δράση του. Ναρκωτικά και αφροδίσια φουντώνουν στο όμορφο νησί. Και σύφιλις παρουσιάστηκε. Ο Πέρυ εργάζεται στο ''Καπρίτσιο'' και τον χειμώνα. Με ποιά άδεια παραμονής ; Με ποιά άδεια εργασίας ; Ο Πέρυ υπενοικιάζει το ''Καπρίτσιο'' σε Σπετσιώτες υπαλλήλους τον χειμώνα του 1980-1981 !
    Και φθάνουμε στην αποθέωση της ιστορίας. Ο ασύδοτος κ. Πέρυ ο οποίος κυκλοφορεί με αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες, χωρίς δίπλωμα και φυσικά χωρίς να λογαριάζει τα ελληνικά μονά-ζυγά (Ελλάδα είν' εδώ ;) προσλαμβάνει ξενικό προσωπικό θηλέων.Τα πουτανίδια καταφθάνουν στον τουριστικό απόπατο ''η Ελλάς'' εξ Ευρώπης. Βασική πηγή προμήθειας άσπρου κρέατος το Λονδίνο. Τα νυμφίδια μεταφέρονται μέσω του ταξιδιωτικού Γραφείου ''Λασκαρίνα''. Υποδεικνύει ο κ. Πέρυ το κείμενο μιάς εγκυκλίου η οποία γνωστοποιείται στις υποψήφιες. Γράφει λοιπόν ο Εβραίος κ. Πέρυ και σας παρακαλώ προσέξτε τα λόγια του :
''Το ταξιδιωτικό Γραφείο Λασκαρίνα διατηρεί το δικαίωμα αμέσου απολύσεως οιοδήποτε υπαλλήλου ο οποίος παραμελεί τα καθήκοντά του προς τους πελάτες ή συνδέεται συναισθηματικά με...Έλληνα !''
    Φάτε τα λοιπόν κατάφατσα όσοι με θωρείτε υπερβολικό ή υπερευαίσθητο. Είσαστε, είμαστε στα μάτια των Εβραίων ζώα. Να μην συνδέεται άνθρωπος μαζί μας συναισθηματικά ! Έτσι μας θέλουν, έτσι μας νοιώθουν ! Μακρυά από τους Έλληνες ! Μεσα στην ίδια μας την πατρίδα λέγονται και γράφονται αυτά τα υβριστικά και ταπεινωτικά. Μα είναι πατρίδα μας αυτή η χώρα σήμερα ; Είναι πατρίδα των Ελλήνων η σημερινή Ελλάδα ;
 
    Το σχετικό απόσπασμα της εγκυκλίου, που θεωρεί τους Έλληνες λεπρούς διαβάστε το και στ' αγγλικά όπως ακριβώς εκυκλοφόρησε :
   ''Termination of Employment. One month' s notice in writing is required and return travel to the U.K. will be provided unless the season is completed. Laskαrina Travel reserve the right to instantly dismiss any courier who is neglecting her duties to the guests or who becomes emotionally a Greek.''
   Είμαι...ρατσιστής λένε οι Εβραίοι της Αθήνας...!...
   Η χωροφυλακή Σπετσών εκτελεί στο ακέραιο το καθήκον της έναντι αυτού του θέματος αλλά οι δικαιοδοσίες της περιορισμένες. Κάθε φορά που μηνύει το ''Καπρίτσιο'' για κάποια παράβαση εμφανίζεται ο υπεύθυνος (στα χαρτιά) σεμνός και ελαφρά αδιάφορος, παραδέχεται τις παραβάσεις, πληρώνει τις 500 ή τις 1000 δραχμές που επιβάλλει πρόστιμο το Ειρηνοδικείο Σπετσών και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα ! (Αυτοί οπωσδήποτε καλύτερα).
   Το πιο πονηρό σημείο όλης αυτής της υποθέσεως ξέρετε ποιό είναι ; Ίσως να πήγε ο νους σας, ίσως όχι. Στη Βυρητό (είπανε πως πήγανε, ίσως νάφτασαν...αλλού) βρέθηκαν αρκετοί Σπετσιώτες κτηματίες. Με τους τίτλους των κτημάτων τους παραμάσχαλα. Εκείνοι που τους δέχτηκαν με την ψευδή πρόθεση να τους δανειοδοτήσουν μελέτησαν τους τίτλους, ασφαλώς τράβηξαν φωτοαντίγραφα, ρώτησαν τους τιτλούχους, έμαθαν, πληροφορήθηκαν στα χέρια τίνων βρίσκονται τα καλύτερα κομμάτια του νησιού, σχημάτισαν σπετσιώτικο κτηματολόγιο. Η ελληνική γη τους ενδιαφέρει ! Θ' αρχίσουν να ροκανίζουν τα κτήματα των οικονομικά ασθενέστερων...
   Μην νομίσει όμως κανείς ότι οι Σπέτσες θα γλυτώσουν έτσι εύκολα. Οι Αγγλοεβραίοι κύριος και κυρία Λ.Ζ.Στιούαρτ υπενοικίασαν κι αυτοί από τριετίας από Σπετσιώτη το παραθαλάσσιο κέντρο ''Λαμπάρα'', το μετέτρεψαν σε κλάμπ που λειτουργεί χωρίς καμμία συμμόρφωση στους νόμους. Οι καταγγελίες σωρός, το κλάμπ θριαμβεύει...
   Να συμπληρώσουμε όμως την εικόνα της καταστάσεως που επικρατεί στις Σπέτσες αφού το όμορφο νησί αποτελεί μικρογραφία του τί περιμένει την Ελλάδα σε πολύ λίγα χρόνια...
   Από τη δεκαετία του 1960 είναι εξακριβωμένη η παρουσία στις Σπέτσες ενός των επιφανεστέρων Σιωνιστών της εποχής μας του πολύφημου και περίφημου κ.κ. Σάϋρους Σουλτζμπέργκερ, του Αμερικανικής υπηκοότητας κι εβραϊκής καταγωγής Πινδάρου της δικτατορίας, τουρκόφιλου μέχρι μυρμηρίας ! Σύζυγος Ελληνίδος, το γένος Λαδά, ο κ. Σουλτζμπέργκερ τιμά με τις πυκνές εμφανίσεις του τις Σπέτσες ταχυδρομώντας τα περιβόητα ανθελληνικά άρθρα του από το τοπικό ΕΛΤΑ, όταν φυσικά δεν κινείται μεταξύ Αμερικανικής Πρεσβείας ''Κίνγκ Ζώρζ'' και ''Μ. Βρεττανίας'' για τις απαραίτητες....επαφές !
    Τέλος, οι Ρότσιλντ, ο Γκυ και η σύζυγός του Σεσίλ έχουν βάλει για τα καλά στο μάτι τις Σπέτσες. Επί χούντας έγιναν προσωρινά κύριοι της περίφημης παραλιακής τοποθεσίας ''Ζαγοριά'' κι ετοίμασαν να χτίσουν μιά πόλη για τρεις χιλιάδες άτομα, ένα ανταγωνιστικό των Σπετσών τουριστικό θέρετρο και να φέρνουν απ' ευθείας τουρίστες από το αεροδρόμιο στο Πόρτο Χέλι ! Η φόρα κι η λαιμαργία ''των φίλων μας'' που την Ελλάδα την ''αγάπησαν'' τόσο πολύ κόπηκαν μόλις έπεσεε η δικτατορία και τα σχέδιά τους ματαιώθηκαν. Σήμερα η Ζαγοριά ανήκει στον φίλο των Ρότσιλντ κ. Σταύρο Νιάρχο και πληροφορούμαι ότι...πουλιέται μέσω του υποκαταστήματος Αθηνών της εβραϊκής Τραπέζης CONTINENTAL ! (Διευθυντής ο κ. Κοέν). Τελευταίες πληροφορίες φέρνουν τους Ρότσιλντ ιδιοκτήτες ανάλογης δασώδους περιοχής στον Πόρο στη θέση Γαλατάς..
  Η  ξενοκρατία 
επιδράμει λοιπόν στη χώρα μας κάτω από νέες μορφές άλωσης και κατάκτησης, υποδούλωσης και φυλετικής διάλυσης.
    Τον Κιουταχή τον έδιωξες, τον Μουσολίνι τον απέκρουσες, τον Γερμανό τον πολέμησες. Τον Ρότσιλντ και τον Ροκφέλλερ πώς θα τους αντιμετωπίσεις ;! Αν αντισταθείς θα βγούν και τανκς. Αν δεν βγούν τα τανκς θάρθει ο έκτος στόλος δήθεν να ''προστατέψει'' τις βάσεις. Το μπλοκάρισμα της εθνικής  
ανεξαρτησίας είναι σφαιρικό ! Δεν αφήνει ούτε την παραμικρότερη ρωγμή αναπνοής.
    Θα πληρώνεις βαρύ φόρο υποτέλειας για να σου επιτρέπουν να φυτοζωείς στον τόπο που γεννήθηκες. Και θα τον πληρώνεις αυτόν τον φόρο άμεσα κι αγόγγυστα στις ξένες εταιρείες και στα ντόπια όργανά τους. Έτσι και τολμήσεις να διαμαρτυρηθείς πρέπει να τρέξεις να βρεις τον Διευθυντή της εφημερίδος ''Αλήθεια'' του Ηρακλείου Κρήτης να σου εξηγήσει τί σε περιμένει και πόση συμπαράσταση θα βρεις από τις ''αντιαμερικανικές-αντιιμπεριαλιστικές'' δυνάμεις της χώρας ! Τότε θα καταλάβεις πόσο χοντρές είναι οι αλυσίδες ! Τότε θα συνειδητοποιήσεις γιατί η Ελλάδα είναι μιά απλή ονομασία ενός γεωγραφικού σημείου με κάποια ιστορική απόχρωση και τίποτ' άλλο. Αύριο θα εξαλειφθεί και η απόχρωση ! Είναι το όνειρο των νεοκατακτητών, των ιδιοκτητών των ''τράστ'' !
    Το Πανεπιστήμιο της Κολούμπια (Ν. Υόρκη) εξέδωσε γεωπολιτική εθνολογική μελέτη ομάδας επιστημόνων του δια της οποίας υποστηρίζεται ότι τα Δωδεκάνησα κακώς προσαρτήθηκαν το 1946 στην Ελλάδα !! Παραπέρα η μελέτη αυτή εξηγεί γιατί τα Δωδεκάνησα έπρεπε να προσαρτισθούν στο ....Ισραήλ !
   Στο ''Βήμα'' της 1ης Μαρτίου 1981 δημοσιεύεται η δήλωση του υπευθύνου του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ ότι οι βάσεις της Κρήτης θα χρησιμοποιηθούν για να χτυπήσουν τις Αραβικές χώρες. Έντεκα χρόνια μετά την δημοσίευση του πρώτου άρθρου στο Παρίσι το 1970 επί του θέματος ! Τις τρεις πρώτες μέρες της επίθεσης Αττίλα στην Κύπρο τα τουρκικά αεροπλάνα έρριχναν τις βόμβες τους στο γάμο του Καραγκιόζη. Σημάδευαν τη Λευκωσία κι έπεφταν στην Πάφο ! Μετά το πρώτο τριήμερο στα τούρκικα αεροπλάνα ανέβηκαν πιλότοι Εγγλέζοι κι Αμερικάνοι. Κι οι βόμβες έπεφταν διάνα ! Είπαμε, Κύπρος, Δωδεκάνησα, Κρήτη η πρώτη φάση ! Αργότερα τραβάμε κατά βοριά. Θράκη, Μακεδονία !
    Μιά και θίξαμε ελαφρώς το θέμα της Κύπρου, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε, έτσι για την...Ιστορία, ότι η CIA μοίρασε ακριβώς στη μέση πέντε εκατομμύρια δολλάρια, δυόμισυ στους ''Μακαριακούς'' και δυόμισυ στους αντιμακαριακούς λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου.
    Αυτά τα ολίγα για να μην νομίσουν οι όποιοι νομίσουν, ότι τρώμε ατόφιο κουτόχορτο ! Το τρώμε, αλλά το θέλουμε γαρνιρισμένο. Η γαρνιτούρα μας επιτρέπει να προσθέσουμε και δυό λόγια για την...καρδιά του Μακαρίου της οποίας η αντοχή ήταν αξιοθαύμαστη. Άντεξε καλά στη σκόνη της ''μάγισσας'' μια χημική σύνθεση που τινάζει στον αέρα βαλβίδες και πιστόνια χωρίς ν' αφήνει κανένα τοξικό ή άλλο ίχνος ! Είδατε πόσα βγάζει το...κουτόχορτο ;

συνεχίζεται...


Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013



Στον υπέροχο κόσμο
του Διηγήματος...          ''Η Χαμένη Αδελφή..''

   Τί παράξενα πράγματα έγιναν κάποτε...!
    Οι άνθρωποι του σπιτιού είναι συγκεντρωμένοι στο σαλόνι, κάποιο χριστουγεννιάτικο βράδυ. Μέσα τους και τριγύρω τους βασιλεύει η ειρήνη, που φέρνει πάντα η παραμονή της γιορτής. Τα ζώα έχουν φάει κιόλας την τροφή τους, τα μπάνια στο λουτρό τελείωσαν, όλοι φόρεσαν τα γιορτινά τους, ένα λεπτό στρώμα από άχυρο βρίσκεται σκορπισμένο στο πάτωμα, δύο καντήλια καίνε, και στο φως τους ο οικοδεσπότης, καθισμένος στην τιμητική του θέση του τραπεζιού, διαβάζει μία περικοπή από το Ευαγγέλιο.
    Ενώ, λοιπόν, διαβάζει την αφήγηση της λατρείας των βοσκών και το μήνυμα ειρήνης των αγγέλων, η πόρτα ανοίγει λίγο, ακριβώς όσο χρειάζεται για ν' αφήσει κάποιον απέξω να ρίξει μιά ματιά στο δωμάτιο, χωρίς να τον αντιληφθούν.
    Λίγο αργότερα, μιά ανθρώπινη μορφή μπαίνει σαν σίφουνας στο σαλόνι απ' την μισάνοιχτη πόρτα, κλείνοντάς την έπειτα πίσω της.
   Ο οικοδεσπότης, που διαβάζει φωναχτά, ακούει το θόρυβο και καταλαβαίνει πως κάποιος μπήκε, αλλά δεν κόβει το διάβασμα ως τη στιγμή, που η παντρεμένη κόρη του, που επίσης είναι καθισμένη δίπλα του, ακουμπάει με φόβο το δικό της χέρι σ' εκείνο του πατέρα της :
- Πατέρα, πατέρα, ψιθυρίζει. Κοίταξε, πατέρα..!
   Η φωνή της είναι ένα ασυνήθιστο μείγμα έκπληξης και αγωνίας, τέτοιο που ο πατέρας σταματάει το διάβασμα, βγάζει τα γυαλιά του και κοιτάζει προς την πόρτα.
    Το σπίτι είναι μεγάλο, όπως συνηθίζεται να είναι εδώ στα βόρεια τα σπίτια, όπου η ξηλεία αφθονεί. Το σπίτι είναι παντού γκρίζο κι από μέσα κι απέξω. Δεν είναι η κατοικία κάποιων φτωχών ανθρώπων, κι όμως όλα εδώ έγιναν γκρίζα από την πολυκαιρία και την καπνιά, τοίχοι, πάτωμα, οροφή. Μονάχα το μεγάλο εκκρεμές και η ψηλή ντουλάπα είναι βαμμένα με χρώματα γαλάζια και καφετιά.
   Όταν ο οικοδεσπότης κατευθύνει το βλέμμα του προς την πόρτα, δε διακρίνει στην αρχή το άτομο που μπήκε. Δε βλέπει εκεί τίποτε άλλο παρά σανίδια και δοκάρια γκρίζα.
   Γυρνάει τότε προς τη θυγατέρα του. Το πρόσωπό της νεαρής γυναίκας είναι πάντοτε αναστατωμένο και τα μάτια της συνεχίζουν ν' ανιχνεύουν τη γωνιά της πόρτας.
- Δίπλα στον παραστάτη, ψιθυρίζει για να οδηγήσει τα μάτια του πατέρα της. Κι εκείνος τώρα ανακαλύπτει στηριγμένο στον παραστάτη, κάτι το σταχτερό στο χρώμα και ξεραμένο, κάτι που μοιάζει με τον ανεμοδαρμένο κορμό ενός δέντρου..
    Ο πατέρας δεν καταλαβαίνει τί μπορεί να είναι. Τούτος ο κορμός σκεπάζεται από φλούδες σημύδας και με κομμάτια από τομάρια ζώων..χαμηλότερα διακρίνει δύο πόδια, που τα σκισμένα παπούτσια τ' αφήνουν σχεδόν ξυπόλυτα. Βλέπει πως είναι πόδια ανθρώπινα, τόσο αδύνατα, σαν τα δάχτυλα που γυρεύουν να ξεκολλήσουν το ένα από τ' άλλο. Ξαφνικά καταλαβαίνει, γιατί δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τί είναι αυτό που έβλεπε. Το πλάσμα κοντά στην πόρτα έχει μακριά, γκρίζα μαλλιά, που πέφτουν μπροστά και του σκεπάζουν το πρόσωπο. Ένα χέρι, το ίδιο λιγνό με τα πόδια, παραμερίζει τα μαλλιά στη μιά μεριά, κι ένα μάτι ξεπροβάλλει, ένα μάτι σε επιφυλακή, ίδιο μ' εκείνο ενός άγριου θηρίου, που παραμονεύει μες στην τρύπα του..
   Γυναίκα είναι, σκέφτεται ο πατέρας, βλέποντας τα μακριά μαλλιά. Πρέπει να ζούσε στο δάσος με κάποιον εξόριστο, γι' αυτό είναι ντυμένη μονάχα με φλοιούς και δέρματα. Μα γιατί η Ισμήνη φοβάται τόσο πολύ ; Ένα πλάσμα τόσο εξαντλημένο κι αδύναμο είναι εντελώς άκακο. Μήπως η Ισμήνη πιστεύει πως πρόκειται για κανένα άγριο σκύλο ;
    Στρέφεται προς την κόρη του για να την ηρεμήσει. Εκείνη μισοσηκώνεται από τον καναπέ, το βλέμμα της δεν ξεκολλάει ούτε στιγμή από τη δύστυχη ύπαρξη, που βρίσκεται δίπλα στην πόρτα.
   Ο πατέρας την την κοιτάζει, χωρίς να καταλαβαίνει τί νιώθει η κόρη του, αυτή που γενικά δε φοβάται ούτε τις αρκούδες ούτε τα σκυλιά.
   Κοιτάζει γύρω του. Όλοι έχουν τα βλέμματά τους στραμμένα προς την πόρτα. Ο γιος δεν είναι παρά ένα παιδαρέλι, μόλις έκλεισε τα δεκαπέντε του χρόνια. Ποτέ ξανά δεν είδε κανέναν άνθρωπο τόσο παράξενο και φαίνεται σαν να θέλει να γελάσει. Ο άντρας της θυγατέρας του σηκώθηκε θυμωμένος. Όποιο κι αν είναι αυτό το πλάσμα, δίπλα στην πόρτα, θα καταφέρει να προστατέψει τον εαυτό του. Οι δυό γριές υπηρέτριες ζαρώνουν κατατρομαγμένες κοντά στο τζάκι κλείνοντας τα μάτια με τα χέρια και τραβάνε κοντά τους τα μικρά παιδιά, που κλαίνε και χώνουνε τα μικρά τους κεφάλια ανάμεσα στις φούστες των υπηρετριών.
    Αυτό το καταλαβαίνω, σκέφτεται ο πατέρας. Τα παιδιά και οι απλοϊκές γυναίκες τρομάζουν εύκολα. Αλλά η Ισμήνη ;
    Ο πατέρας νιώθει πως απ' αυτόν, τον οικοδεσπότη, περιμένουν όλοι ένα λόγο. Σηκώνεται αργά και ξεροβήχει, για να κερδίσει χρόνο. Μα η Ισμήνη τον τραβάει και τον αναγκάζει να ξανακαθίσει. ''Σσς ! σσς !'', κάνει. Κι ο πατέρας, που δεν του αρέσει να ενεργεί χωρίς νά 'χει καταλάβει καλά περί τίνος πρόκειται, υπακούει και μένει καρφωμένος στη θέση του.
    Εκείνη τη στιγμή η παντρεμένη κόρη του σηκώνεται. Πλησιάζει την πόρτα, σταματάει, κάνει ακόμα ένα βήμα και σταματάει ξανά. Μοιάζει με κάποιον, που σιμώνει σ' ένα σπίτι τυλιγμένο στις φλόγες, θέλοντας να μπει μες σ' αυτό για να σώσει το έχει του. Αλλά, όταν εκείνη φτάνει σε απόσταση δύο βημάτων από το άγνωστο πλάσμα, ξαναγυρνάει στη θέση της και κάθεται πλάϊ στον πατέρα της.
- Πίστεψα πως την αναγνώρισα, λέει εκείνη ψιθυριστά, σαν να μονολογεί.
   Την αναγνώρισε, σκέφτεται ο πατέρας. Τί θέλει να πει ; Πώς θα μπορούσε να γνωρίζει κάποιον με τέτοια αξιολύπητη εμφάνιση ;
   Την ίδια στιγμή, η ξένη - γιατί πρόκειται για γυναίκα - αρχίζει να κινείται. Προχωράει σέρνοντας βαριά τα πόδια της πάνω στο σκεπασμένο με άχυρα δάπεδο. Τα μισόγυμνα άκρα της, με τα μακριά κι αδύνατα δάχτυλα, μοιάζουν με πόδι σπουργίτη. Δεν κοντοζυγώνει κανέναν, παρά βαδίζει αργά προς το εκκρεμές, που είναι τοποθετημένο μέσα στην ψηλή θήκη του, στη γωνιά της κάμαρας. Μόλις φτάνει εκεί, σταματά κι αφουγκράζεται τους ήχους του για πολλήν ώρα.
   Η παντρεμένη γυναίκα φαίνεται ξανά ανήσυχη :
- Πατέρα, λεει, το εκκρεμές δεν βρισκόταν εκεί, τότε που εξαφανίστηκε η Αφροδίτη. Είναι δυνατό να είναι εκείνη ;...
   Ο πατέρας ξεροβήχει ακόμη μιά φορά. Α, η Ισμήνη σκέφτεται την Αφροδίτη, τη μεγαλύτερη αδελφή της, που χάθηκε εδώ και δέκα χρόνια. Θα μπορούσε να είναι πραγματικά η Αφροδίτη..! Ο πατέρας φτύνει καταγής, μακριά του, φτύνει για να εκφράσει έτσι την αποστροφή του σε μιά παρόμοια ιδέα. Η Αφροδίτη, που ήταν τόσο όμορφη, τόσο άσπρη και ροδαλή, τόσο ξανθιά, τόσο νέα, τόσο τέλεια ! Η ξένη στα σίγουρα δεν είναι παρά μιά φτωχή γριά, που πεθαίνει από την πείνα κι έρχεται από κάποιο χαμένο χωριό, όπου ζουν εξόριστοι πρόσφυγες ίσως.
- Τί τρέλλα !
   Ο γαμπρός του τού ρίχνει μιά ερωτηματική ματιά, κι ο πατέρας δίνει την συγκατάθεσή του μ' ένα νόημα, πρέπει ν' απαλλαγούν απ' αυτή την τρελλή. Η Ισμήνη να της δώσει κάτι να φάει, κι έπειτα να πάει να ξαπλώσει σε κάποια γωνιά του στάβλου. Ο καιρός είναι μαλακός, ο φετινός χειμώνας δεν έχει χιόνια, δε θα της βγει σε κακό ο στάβλος. Πάντως εδώ, σ' ένα τέτοιο γιορτινό βράδυ, είναι αδύνατο ν' αφήσουν μιά μισότρελλη να πηγαινοέρχεται στην κάμαρα.
    Η εντολή δεν εκτελέστηκε. Η Ισμήνη πλησιάζει τον άντρα της.
- Ούτε εσύ την αναγνωρίζεις την Αφροδίτη ; ρωτάει.
   Ο σύζυγος πηδάει πάνω. Ρίχνει μιά ματιά στην ξένη και φαίνεται έτοιμος να ξεσπάσει σε γέλια. Θα μπορούσε αυτή εδώ η γυναίκα να είναι η Αφροδίτη ;! Εκείνος, καλύτερα από τον καθένα, θα έπρεπε να την αναγνωρίσει. Πριν από δέκα χρόνια, θα την παντρευτόταν. Όμως εξαφανίστηκε οχτώ μέρες προτού το γάμο.
    Ρίχνει μιά ματιά ακόμα σ' αυτή την κακομοίρα. Μα είναι ολοφάνερο, πρόκειται για μιά γριά, καμπούρα, με γκρίζα μαλλιά και επιδερμίδα ίδια με σταχτοκίτρινο πετσί. Πώς μπορεί η Ισμήνη να φαντάστηκε, έστω και μιά στιγμή, πως αυτή είναι η Αφροδίτη ; Μήπως φταίει ο φριχτός εφιάλτης της Ισμήνης, ο φόβος πως θα επιστρέψει η αδελφή της ; Πάντα είχε το φόβο πως με το να γίνει γυναίκα του, είχε πάρει τη θέση της Αφροδίτης. Ακόμα και δέκα χρόνια μετά το γάμο τους, αρνείται να πιστέψει στο θάνατο της μεγαλύτερης αδελφής της. ''Τί θ' απογίνω τη μέρα που η Αφροδίτη θα ξαναγυρίσει και θα δει πως παντρεύτηκα τον αρραβωνιαστικό της ;'', λέει συχνά.
    Να όμως που τελικά η ξένη ξεκολλάει από το εκκρεμές και προχωράει προς τη μέση της κάμαρας. Αποφεύγει προσεχτικά τους ανθρώπους, θά 'λεγε κανείς, και πλησιάζει στο κρεβάτι. Περνάει, ψηλαφώντας την, το χέρι πάνω απ' την κουβέρτα και ταυτόχρονα μυρίζει τον αέρα, με μικρές αναπνοές, όπως ένα σκυλί που ρουθουνίζει. Όταν καταλαβαίνει πως το κρεβάτι είναι άδειο, μπήγει ένα γρύλισμα, γεμάτο δυσαρέσκεια κι απογοήτευση.
- Πατέρα, αυτή είναι ! φωνάζει η Ισμήνη. Η μητέρα ήταν άρρωστη, ήταν στο κρεβάτι, πριν από δέκα χρόνια, όταν η Αφροδίτη εξαφανίστηκε. Τη γυρεύει.
    Η ξένη μοιάζει να μην ξέρει προς ποιά κατεύθυνση να σύρει τα βήματά της. Παραμερίζει τα μαλλιά για να κοιτάξει γύρω της, κι αυτή τη φορά όλη συντροφιά μπορεί να παρατηρήσει το αδυνατισμένο πρόσωπό της, που μοιάζει αληθινά με πρόσωπο νεκρού, κίτρινο όπως είναι.
   Η παντρεμένη κόρη ξεσπά σε λυγμούς. Βέβαια, πάντοτε φοβόταν υπερβολικά το γυρισμό της Αφροδίτης, αλλά εκείνη δεν τη θυμάται πια. Η καρδία της Ισμήνης γίνεται κομμάτια. Το μόνο που την απασχολεί τώρα είναι το πως η αδελφή της θα πρέπει να υπέφερε πολύ για να καταντήσει σ' αυτό το χάλι. Δεν θα μπορούσαν σίγουρα να μάθουν, αν έχει χάσει τα λογικά της εντελώς, όμως είναι ολοφάνερο πως δεν είναι πια ένα ανθρώπινο πλάσμα, όμοιο με τ' άλλα. Συμπεριφέρεται σαν να είναι ένα άγριο θηρίο. ''Ποιός να την κατάντησε έτσι ; Σε τίνος σπίτι έζησε ;''
   Η ξένη συνεχίζει την εξέταση του δωματίου. Οσμίζεται και ψάχνει, μα μοιάζει να μην βλέπει τίποτε. Ξαναφήνει τα μαλλια΄να πέσουν μπροστά στο πρόσωπό της και να το σκεπάσουν.
   Η Ισμήνη την πλησιάζει, ακουμπάει το χέρι πάνω στο μπράτσο της άλλης και ρωτάει :
- Εσύ είσαι, Αφροδίτη ; Σε αναγνωρίζω. Πες μου πως είσαι εσύ !
   Τότε η δυστυχισμένη γυναίκα σκιρτάει ολόκληρη, τρέχει να κρυφτεί σε μία γωνιά, σαν τρομαγμένος ποντικός, και δεν κουνιέται καθόλου για ένα ολόκληρο λεπτό.
   Ωστόσο ξανάρχεται πάλι στο κέντρο της κάμαρας. Όλοι καταλαβαίνουν πως ψάχνει να βρει κάτι το σπουδαίο. Πάει απ' το ένα έπιπλο στο άλλο, απ' τον καναπέ στο τραπέζι, απ' το σεντούκι στο κρεβάτι, ψηλαφίζει, οσμίζεται, φαίνεται δυσαρεστημένη. Τελικά πλησιάζει στο τζάκι, κι οι δυό γριές υπηρέτριες, που ήταν καθισμένες εκεί μαζί με τα παιδιά, παραμερίζουν μπροστά της. Είναι φυσικό, γιατί μοιάζει περισσότερο με ζώο παρά με ανθρώπινο πλάσμα.
    Ύστερα εκείνη ψηλαφίζει τις πέτρες στο τζάκι, αγγίζει δυό τσουκάλια, μουρμουρίζει κάτι ξανά δυσαρεστημένη, αλλά δε σταματάει να ψάχνει. Πάντα ρουθουνίζοντας, πάντα μυρίζοντας, φτάνει μπροστά στο φούρνο, όπου ψήνουν το ψωμί, κι ανοίγει την πόρτα του. Αυτή τη φορά, βλέποντάς την, ο πατέρας είναι εκείνος, που μπήγει μιά φωνή γεμάτη θαυμασμό. Η πόρτα του φούρνου έχει ένα ελάττωμα και γι' αυτό ανοίγει δύσκολα. Όμως η ξένη καταφέρνει να την ανοίξει με το πρώτο, λες και έχει μεγάλη πείρα απ' την πόρτα αυτή, λες και την ξέρει.
    Μα πώς ;! Πώς θα μπορούσε τούτη η γυναίκα να είναι η Αφροδίτη ; Εκείνη μπαίνει μες στο φούρνο, και ξαφνικά ακούγονται θυμωμένες στριγγλιές. Ο γερο-γάτος του σπιτιού εμφανίζεται στο άνοιγμα, με την πλάτη στρόγγυλη, κάτω από τις ανορθωμένες τρίχες του. Η ξένη τον αρπάζει, τον χαϊδεύει, τον κουνάει στην αγκαλιά της και τελικά κάθεται κοντά στο τζάκι με τον γάτο στα γόνατα. Ο πατέρας μένει κατάπληκτος, βλέποντας το ζώο να κουρνιάζει στην ποδιά της και να νιαουρίζει. Ο γάτος την ξέρει ; τη γνώρισε ; Θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι η Αφροδίτη ;!
    Ξαφνικά αρχίζει να μιλάει στο ζώο. Όλοι παραξενεύονται. Πίστευαν, καθώς φαίνεται, πως η ξένη δεν μπορούσε να μιλήσει, τουλάχιστο να μιλήσει σε μία γλώσσα κατανοητή. Άλλωστε δεν είναι εύκολο να την καταλάβουν. Η φωνή της, βραχνή και τραχιά, μοιάζει να βγαίνει από ένα σκουριασμένο λαρύγγι, που ασκήθηκε στραβά στην ομιλία. Καταλαβαίνει κανείς πως όσα λέει είναι κουβέντες, λόγια, αλλά συνοδεύονται από τόσα σφυρίγματα και λαρυγγισμούς, που είναι αδύνατο να συλλάβει κανείς το νόημά τους.
    Η Ισμήνη γλυστράει κοντά, πολύ κοντά, στην άγνωστη και γονατίζει μπροστά της.
  Η αδελφή της μιλάει πολύ γρήγορα, αν μπορούμε βέβαια να μιλάμε για αδελφή. Θά 'λεγε κανείς πως πρόκειται για ένα βρέφος, που λέει, μασώντας τες, συλλαβές διάφορες χωρίς νόημα, σε μιά γρήγορη αφήγηση. Η Ισμήνη δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει αυτούς τους μπερδεμένους ήχους. Καταλαβαίνει, ωστόσο, πως οι ίδιες φράσεις λέγονται και ξαναλέγονται αδιάκοπα.
   Πού και πού όλα της φαίνονται σαν μιά κραυγή βραχνή, που είναι αδύνατο να εξηγηθεί, σαν το κρόξιμο του κόρακα. Αλλά επιμένει ακόμα. Πρέπει να το ξεκαθαρίσει το φοβερό πράγμα που υποπτεύεται. Ίσως αυτή να είναι η μοναδική ευκαιρία που της προσφέρεται.
   Τελικά, νά που καταλαβαίνει μιά λέξη, έπειτα κι άλλες κι άλλες. Μετά ένα λεπτό, μπορεί να νιώσει μία ολόκληρη φράση. Ο νους της βρίσκεται σε φοβερή ένταση. Της φαίνεται πως δεν ακούει μονάχα με τ' αυτιά της, αλλά με όλη της τη θέληση, μ' όλη της την ψυχή.
   Τώρα πλησιάζουν και οι άλλοι για ν' ακούσουν, μα δεν καταλαβαίνουν σχεδόν τίποτε. Ο πατέρας ρωτάει κάθε λίγο την Ισμήνη, αν κατάλαβε τίποτε, αλλά εκείνη του γνέφει να κάνει υπομονή. Φτάνει στο σημείο να μην ακούει τί τη ρωτούν, γιατί καταφέρνει πια επιτέλους να παρακολουθεί, απ' τη μιά τους άκρη ως την άλλη, όλα όσα λέει η ξένη.
- Στο γάτο ιστορώ όλα τούτα, στο γάτο, σε κανέναν άλλον παρά μόνο στο γάτο, έτσι αρχίζει η ιστορία μου. Δεν ορκίστηκα να μην τα διηγηθώ στο γάτο !
''Λέω λοιπόν στο γάτο πως οχτώ μέρες, πριν το γάμο μου, με απήγαγαν μια συμμορία ληστές.
''Διηγούμαι στο γάτο πως με τράβηξαν, κουβαλώντας με ως την σπηλιά τους, κι εκεί με κράτησαν αιχμάλωτη. Μου χάρισαν τη ζωή, αλλά τους ορκίστηκα να μην προδώσω σε κανέναν τον τόπο, όπου κρύβονται.
''Λέω στο γάτο πως ήμουν η δούλα τους, από την ημέρα που έπεσα στα χέρια τους ως τώρα. Διηγούμαι στο γάτο πως δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε από τότε...
''Είναι εννιά ληστές, εννιά κακούργοι όλοι τους. Ζουν με το κλέψιμο και τις ληστείες, ευχαριστιούνται να σκοτώνουν. Μένουν σε μιά σπηλιά στο βουνό και κανένας δεν ξέρει πώς να πάει εκεί, να τους βρει.
''Διηγούμαι στο γάτο πως για καιρό έκρυβα μπιζέλια και σιτάρι. Τα έσπειρα όλα στο δρόμο, καθώς ερχόμουν προς τα εδώ, απ' το μέρος, όπου βρίσκεται η μεγάλη πέτρα, που κλείνει τη σπηλιά, μέχρι εδώ, στην πόρτα του σπιτιού.
''Είναι ένα μεγάλο βουνό εκείνο κι είναι εκεί πλατύ ποτάμι. Δεν ξέρω τα ονόματά τους, όμως έσπειρα μπιζέλια και σιτάρι από εκεί ως εδώ όλο το δρόμο.
''Πέρασα μεγάλα δάση για νά 'ρθω εδώ. Δεν ξέρω τα ονόματά τους, όμως έσπειρα μπιζέλια και σιτάρι στη γη.
''Τα διηγούμαι όλα αυτά στο γάτο, γιατί με άρπαξαν απ' τον πατέρα και τη μητέρα μου, γιατί μ' έκλεψαν τη βδομάδα που θα παντρευόμουν, γιατί με φυλάκισαν μες στα σκοτάδια και το κρύο, γιατί τα μαλλιά μου άσπρισαν και τα όμορφα νιάτα μου χάθηκαν...''
    Η Ισμήνη σηκώνεται, αφού άκουσε την εξομολόγηση της ξένης ως το τέλος. Πηγαίνει ίσια στον πατέρα της, στέκεται μπροστά του και του ξαναλέει, λέξη προς λέξη, όλα όσα μόλις άκουσε. Το πρόσωπό της είναι σκληρό και αυστηρό κι εκείνη του διηγείται τα πάντα σταράτα και καθαρά, όμως υπάρχει στη φωνή της ένας τέτοιος πόνος και ένας τέτοιος θυμός, ώστε αυτοί που την ακούνε καταλαβαίνουν και ξανανιώθουν όλα, όσα υπόφερε η αδελφή της, και υποφέρουν κι εκείνοι με τη σειρά τους σαν να τους παιδεύει ένας σωματικός πόνος.
   Όσην ώρα η Ισμήνη μιλάει, το βλέμμα της μένει καρφωμένο στο Ευαγγέλιο, που έχει μείνει ανοιχτό πάνω στο τραπέζι, απέναντι απ' τον πατέρα της, και μόλις τελειώνει, όσα της είπε η Αφροδίτη, τραβάει κοντά της το βιβλίο και το κλείνει με θόρυβο.
- Διδάσκεις την ειρήνη, λέει στο βιβλίο, αλλά αυτό το κάνεις σίγουρα, επειδή ποτέ σου δεν πίστεψες ότι θα μπορούσε να συμβεί σε έναν άνθρωπο κάτι τέτοιο. Δε θα ήθελες, ωστόσο, ν' αφήσουμε ατιμώρητο αυτό το έγκλημα, που έκαναν οι ληστές στην αδελφή μου. Θα έδινα τη ζωή μου, ό,τι πολυτιμότερο έχω στον κόσμο, ό,τι ονομάζω ευτυχία, αρκεί εκείνη να πάρει εκδίκηση. Αλλά προς το παρόν σε ξαναβάζω στο ντουλάπι, γιατί απόψε θέλω ν' ακούσω διαφορετικά λόγια από τα δικά σου.
    Βάζει έπειτα το βιβλίο στη συνηθισμένη θέση του και γυρίζει προς τους άντρες. Εκείνοι φαίνονται ανάστατοι, έτοιμοι να ριχτούν στην πιο ριψοκίνδυνη περιπέτεια. Ο πατέρας σηκώνεται και πλησιάζει την Αφροδίτη, η κόρη του συνεχίζει να χαϊδεύει τον γάτο, που στρογγυλοκάθεται πάνω στα γόνατά της, και αναμασά αδιάκοπα τα ίδια και τα ίδια.
   Είναι αδύνατο να μάθει κανείς αν ξέρει τί κάνει. Μοιάζει χαμένη σ' ένα παραλήρημα. Μοιάζει να έχει φανταστεί, προτού πέσει στην τωρινή παρακμή της, αυτό που θα έκανε και που θα έλεγε, αν κατάφερνε να ξεφύγει απ' τους ληστές. Και τώρα ενεργεί και μιλάει σύμφωνα μ' εκείνο το σχέδιο, που κατάστρωσε άλλοτε, χωρίς πια να ξέρει τί κάνει.
   Ο πατέρας της στέκεται μπροστά της και την παρατηρεί. Οι φλέβες στο μέτωπό του φουσκώνουν, και η φωνή του είναι δυνατή και παράξενη, όταν αρχίζει να μιλάει :
- Μέχρι σήμερα, λέει, ήμουν ένας άνθρωπος ήπιος, που δεν πείραξε κανέναν. Αλλά γι' αυτό το έγκλημα, που έγινε σε βάρος της Αφροδίτης, θέλω να πάρω εκδίκηση με τον ίδιο τρόπο, που εκδικούνταν και οι πρόγονοί μου, χωρίς να ζητήσω τη βοήθεια ούτε του δήμαρχου ούτε του αστυνόμου. Αν κάποιοι θέλουν νά έρθουν μαζί, έχει καλώς. Αν όχι, εγώ και το τουφέκι μου θα τακτοποιήσουμε αυτή την υπόθεση.
  Ο αδελδός της Αφροδίτης, που ήταν μόνο πέντε χρονών τον καιρό της απαγωγής και που τη θυμάται αδρά, εδώ κι ένα λεπτό τρίζει τα δόντια του χωρίς να το καταλαβαίνει. Όσο για τον άντρα, που θα παντρευόταν την Αφροδίτη, αν δεν την είχαν αρπάξει οι ληστές, είναι χλωμός σαν πεθαμένος και η αναπνοή του τόσο δύσκολη, που ακούγεται σαν αγκομαχητό.
   Και οι δυό νιώθουν μεγάλη ανακούφιση με τα λόγια του πατέρα. Να φύγουν γυρεύοντας τους ληστές και να τους σκοτώσουν σαν σκυλιά, είναι το μόνο πράγμα πυο μπορεί να ικανοποιήσει τη δίψα τους για εκδίκηση.
   Οταν η Ισμήνη ακούει τον σύζυγό της να δηλώνει πως θ΄ακολουθήσει τον πεθερό του, σταματάει το κλάμα και σηκώνει τολμηρά το κεφάλι. ''Τώρα είμαι περήφανη για την Αφροδίτη, που σε παντρεύτηκα'', λέει. ''Γιατί αν δεν ήσουν άντρας μου, δε θα βρισκόσουν εδώ απόψε κι ο πατέρας δε θα είχε έναν καλό αγωνιστή, σαν κι εσένα, στο πλευρό του''.
     Σ' αυτό το σημείο σταματάει τα παράπονά της κι ετοιμάζεται να κουβαλήσει στους άντρες τα απαραίτητα. Βγάζει απ' την ντουλάπα τα ρούχα τους, εξετάζει προσεχτικά τις κάλτσες και παπούτσια, ζώνες, κουμπιά και λουριά για να βεβαιωθεί πως όλα είναι γερά και σε καλή κατάσταση.
   Ο πατέρας τραβάει στα σπίτια κάποιων γειτόνων, τους ρωτάει αν θέλουν να τον βοηθήσουν. Ο γαμπρός κι ο γιος μένουν στο σπίτι για να ετοιμάσουν τα τουφέκια και τις παλάσκες με το μπαρούτι και να ακονίσουν τα μαχαίρια. Όταν όλες οι ετοιμασίες τελειώνουν, η Ισμήνη πείθει τους άντρες να ξαπλώσουν. Αυτή θα μείνει ακόμη ένα λεπτό ξύπνια για να ασχοληθεί με τα τρόφιμα που θα πάρουν μαζί τους.
    Η καημένη η Αφροδίτη μάζωξε λίγα άχυρα χριστουγεννιάτικα, που σκέπαζαν το πάτωμα, κι έκανε μ' αυτά ένα στρώμα, όπου ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε. Όλες οι προσπάθειες, να την πείσουν να κοιμηθεί σ' ένα κρεβάτι, αποδείχτηκαν μάταιες. Η ησυχία βασιλεύει πια γύρω απ' την Ισμήνη και μέσα σ' αυτή την ησυχία, οι σκέψεις της νέας γυναίκας πηγαίνουν στη στιγμή όπου λίγες ώρες νωρίτερα, όλο το σπιτικό, ειρηνικά συγκεντρωμένο, άκουγε το μήνυμα των αγγέλων για τον ερχομό στον κόσμο του μεγάλου αρχηγού της ειρήνης. Έπειτα η Ισμήνη συλλογίζεται πως εκείνη η ίδια είχε σηκώσει απ' το τραπέζι το Ευαγγέλιο. Θεωρούσε, λοιπόν, το έργο που ετοίμαζαν αντίθετο με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου. Όχι, δε θέλει να πιστέψει πως έτσι είναι τα πράγματα. Δεν μπορεί να είναι ειπωμένο μες στο Ευαγγέλιο πως πρέπει κανείς να συγχωρεί αυτούς που σκοτώνουν και κλέβουν. Δεν αγνοεί το ότι ο Ιησούς συγχώρεσε τους δήμιούς του, όμως αυτό είναι άλλο πράγμα. Ο ίδιος έλεγε πως εκείνοι δεν ήξεραν τί έκαναν.
    Αλλά οι ληστές, που κακομεταχειρίζονται μιά κοπέλα αθώα και αγνή και τη μετατρέπουν σε άγριο θηρίο, δεν πρέπει να τιμωρηθούν ; Δεν πρέπει ο Θεός να θέλησε ν' αφήνονται ατιμώρητα τέτοια πλάσματα ! Την ώρα που τελειώνει τη δουλειά της, νομίζει πως ξαφνικά άκουσε ένα ελαφρύ θόρυβο, κάτι σαν θρόϊσμα. Ο θόρυβος είναι ανεπαίσθητος. Θά 'λεγε κανείς πως είναι το άγγιγμα, που κάνουν μεταξύ τους οι πεταλούδες με τα φτερά τους.
   Τρέχει στην πόρτα και την ανοίγει. Τότε ακούει καλύτερα ένα αδύναμο ήχο και πάνω στο χέρι της πέφτει μιά νυφάδα, κρύα και υγρή. Είναι χιόνι, το πρώτο χιόνι της χρονιάς ! Και πέφτει απόψε ακριβώς ! Τώρα ξέρει πως η πτώση του χιονιού θα συνεχίζεται, ώσπου εκείνο να φτάσει πολύ ψηλά, ως την άκρη, στον τοίχο του σπιτιού. Η Ισμήνη στέκεται παραξενεμένη. Αυτή είναι η απάντηση στην ερώτησή μου ; αναρωτιέται.
   Το χιόνι πέφτει άφθονο, αρκετό για σκεπάσει τα ανεπαίσθητα ίχνη που άφησε πίσω της η Αφροδίτη. Η Αφροδίτη από μόνη της είναι ανίκανη να δώσει την παραμικρότερη πληροφορία. Κι αν ακόμα μιά μέρα, ξανάβρισκε τα λογικά της και την υγεία της, ο όρκος της θα την εμπόδιζε να μιλήσει. Ποτέ δε θά 'λεγε τίποτε περισσότερο απ' αυτά που είπε απόψε.
   Φαίνεται, λοιπόν, πως οι ληστές θα μείνουν ελεύθεροι. Καμιά επιδρομή δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εναντίον τους το επόμενο πρωί. Η Ισμήνη μένει για μιά στιγμή στο κατώφλι με σφιγμένα δόντια, ακούγοντας τις μικρές νιφάδες να πέφτουν, Τίποτα δεν είναι πιο υπνωτικό, τίποτα δεν είναι πιο ικανό να νανουρίσει τα ανήσυχα πνεύματα. Είναι ένα θρόϊσμα μικρών φτερών, μιά ευχή ειρήνης σταλμένη απ' το χριστουγεννιάτικο ουρανό...
   Γυρίζει και ξανακλείνει την πόρτα. Έπειτα κατεβάζει πάλι το βιβλίο από το ράφι κι αρχίζει να το ξεφυλλίζει.
- Αχ Χριστούλη μου, δε θέλησες να επιτρέψεις ούτε αυτό...ούτε αυτό...!!...

                                                     τέλος





Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013


Στον μυστήριο κόσμο
της έμπνευσης                       ''Νύχτα στο δάσος..''
αγκαλιά με μιά
Πανσέληνο                             του Γιώργου Χατζηκυπραίου
                                                       http://www.sapiens.gr


   Eίναι φορές που τ' αστέρια είναι τόσο φωτεινά, να θαρρείς πως θ' απλώσεις το χέρι να τα πιάσεις. Φορές πάλι τα σύννεφα σου κάνουν παιγνίδια με τα τρεχαλητά τους που να νομίζεις ότι ο ουρανός ολόκληρος τρέχει να φύγει να μην τον βλέπεις πια..
    Μιάς και τούτη η νύχτα ήταν φωτεινή είπα να μείνω μόνος με τους παλιούς γνώριμους σχηματισμούς στον ουρανό και να μη γυρίσω ξανά το κεφάλι κατά τη γης. Δεν είναι να  βλέπεις το κάθετι καινούριο γύρω σου. Δεν είναι καν ν' ακούς το παράπονο των ανθρώπων, γιατί σε παίρνει μαζί του και χάνεις την απόλαυση της αιωνιότητας..
   Απομακρυσμένος από τους οικισμούς των ανθρώπων, με μόνο φως το φεγγάρι που έσκαγε το χαμόγελό του απ' το διπλανό βουναλάκι, ταίριαξα με τις πνοές των πλασμάτων της νύχτας και το αθόρυβο πέταγμα της κουκουβάγιας. Δεν ακούω πια τα γέλια απ' τα χοντροκομμένα αστεία, ούτε και τις καθημερινές γκρίνιες. Τώρα είμαι φίλος της πυγολαμπίδας κι αδερφός του κουναβιού..
    Με ψαχτό βήμα στην φυλλοσκέπαστη γης και βλέμμα κατά τις σκιές βαδίζω ανάμεσα στα κλαδιά του πουρναριού και τις βελόνες του κέδρου. Μόνο τ' ασπράδι του ματιού δείχνει πως είμαι ένα πλάσμα αταίριαστο στη φύση των νυχτόβιων πλασμάτων. Μόνο ο χτύπος της καρδιάς μπορεί να προδώσει πως είμαι άνθρωπος κι όχι λύκος, αλεπού, αρκούδα. Αυτό κι ο νους, που προστάζει κάθε λίγο να μένω ακίνητος και να πέρνω τις οσμές της νύχτας και τ' ακροπατήματα των νυχτόβιων πλασμάτων, καθώς μία περπατούν και μιά σέρνονται προσταγμένα κι αυτά απ' την φύση τους και την προσπάθεια της επιβίωσης. Κάπου ένα θρόϊσμα στα φύλλα και πιο κει ένα αηδόνι κάνόυν την διαπάλη των ζώων ρομαντικό σκηνικό. Κρατώντας το βήμα στα γνωστά μονοπάτια γιατί ανάπηρος εγώ από τις ικανότητες των πλασμάτων του δάσους, βάδιζα στον μεροπερπάτητο τυφλοσούρτη τρέμοντας μην πέσω σε άγνωστο λάκκο ή σουβλερή πέτρα μιάς και το μονοπάτι είχε παγίδες στο διάβα του και μικρούς γκρεμούς. Στενά περάσματα από νεροφαγιές ή κομμούς επάνω στον σχιστόλιθο, που στη μιά μεριά του είχε υποχωρήσει κι έφτιαχνε πέτρινες αγκαλιές.
    Έτσι μ' έφερε το βήμα πάνω σε μιά απ' αυτές τις εσοχές, που το φεγγάρι φώτιζε τη βάση της τόσο καλά που η ασθενική μου όραση κατάφερε να δει μιά λύκαινα να ταίζει τα μικρά της..
   Δυό λυκόπουλα ξεκομμένα απ' την μητρική θηλή που το στόμα τους ζητούσε κρέας κατά πως η φύση τους το όριζε..
    Σίγουρος εγώ, ο θρασύς, κοιτούσα από ψηλά την οικογένεια παρά τις απειλές της μάνας που μού 'δειχνε τα δόντια της προειδοποιώντας με να φύγω μακριά και πως τα παιδιά της τα φυλάει με τη ζωή της..
   Όμως εγώ με το ανθρώπινο θράσος μου στάθηκα να δω το γεύμα που έκαναν τα λυκόπουλα..
  Φτωχικό. Κάποια ελάχιστα ποντίκια που κατάφερε να βρει σεριανώντας το δάσος. Αυτή θα έμενε νηστική. Δεν έφτανε το φαί για όλους..
  Κατέβασα το κεφάλι και έπαψα να ενοχλώ με το θράσος μου..
  Δεν ήταν μιά λύκαινα..
   Ήταν μιά φτωχή μάνα, που νηστική τάιζε τα παιδιά της...

 

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013


ΚΛΑΣΙΚΗ  ΑΘΗΝΑ                  ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ  ΘΕΣΜΟΙ

              Ο ΘΕΣΜΟΣ   ΤΗΣ  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
ΚΑΙ   Η  ΘΕΣΗ   ΤΗΣ   ΓΥΝΑΙΚΑΣ

   Οι κοινωνικοί δεσμοί αποτελούν για κάθε κοινωνία το βασικότερο ίσως συστατικό στοιχείο της. Η δομή τους, οι λειτουργίες που επιτελούν και οι κοινωνικοί ρόλοι που απορρέουν απ' αυτούς σχετίζονται με την επίτευξη σημαντικών σκοπών, γι' αυτό και συνήθως έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα. Η μελέτη των κοινωνικών θεσμών της Αρχαίας Ελλάδας επιτρέπει να κατανοήσουμε βαθύτερα τη μορφή και τη λειτουργία της κοινωνίας. Στη μελέτη που ακολουθεί εξετάζονται η οικογένεια, η εκπαίδευση, ο στρατός και η θρησκεία, ως αντιπροσωπευτικά δείγματα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας.

**Η Οικογένεια στην Ομηρική Εποχή**

   Ήδη από την Ομηρική εποχή, το γένος, σαν τμήμα ευρύτερων συγγενικών συνόλων, της φρατρίας και της φυλής, αποτελούσε έναν εκτεταμένο τύπο οικογένειας. Ο τύπος αυτός συναντάται περισσότερο σε αγροτικές κοινωνίες που έχουν σαν κύρια πηγή πλούτου την κτηνοτροφία και περιλαμβάνει τον πρεσβύτερο πρόγονο με τα παιδιά του και τα εγγόνια του. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της οικογένειας του Πρίαμου, που περιελάμβανε τον ίδιο, τους πενήντα γιούς του, τις κόρες του και τα παιδιά τους. Τα μέλη του γένους συνδέονταν με άρρηκτους δεσμούς πίστης και ο γάμος αποτελούσε μέσο για την ενίσχυση των δεσμών αλληλεγγύης μεταξύ των γενών και την απόκτηση γοήτρου ή μέσο για την επιβεβαίωση σχέσεων εξάρτησης και υποταγής.
**Η Οικογένεια στην αρχαϊκή εποχή**   Όταν, κατά την αρχαϊκή εποχή, οι μετακινήσεις των ελληνικών φύλων ολοκληρώθηκαν και άρχισε να δίνεται προτεραιότητα στη γεωργική παραγωγή, η οικογένεια διαφοροποιήθηκε. Καταλυτικό ρόλο στον περιορισμό των λειτουργιών της οικογένειας είχε η ανάπτυξη της πόλης και η εξέλιξη άλλων κοινωνικών θεσμών, όπως για παράδειγμα του στρατού και της δικαιοσύνης. Βεβαίως, φυλές, φρατρίες και γένη εξακολούθησαν να υπάρχουν, εφόσον τα αριστοκρατικά καθεστώτα έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην καταγωγή σαν κριτήριο συμμετοχής στα ανώτερα πολιτικά αξιώματα. Στη περίοδο αυτή, ο οίκος, δηλαδή ο χώρος που ζει και παράγει η οικογένεια, αποτελούσε για την κοινωνική οργάνωση τη βασική μονάδα. Η σπουδαιότητά του όμως περιορίστηκε βαθμιαία. Οι παραδοσιακές δομές του γένους άρχισαν να κλονίζεται, ενώ παράλληλα απέκτησε μεγαλύτερη σημασία η οργάνωση της πόλης.
     Στην κλασική και ελληνιστική εποχή την οικογένεια αποτελούσαν ο άνδρας, η γυναίκα του και τα παιδιά τους. Κοντά τους ζούσαν και όσοι εργάζονταν στο πλαίσιο του οίκου, συνήθως μερικοί δούλοι. Στις δημοκρατικές πόλεις οι άνδρες-πολίτες θεωρούσαν σαν κύριο έργο τους τις υποθέσεις της πολιτείας κι ελάχιστα ασχολούνταν με τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας. Τη φροντίδα γι' αυτές τις άφηναν στις γυναίκες. Ωστόσο, ο θεσμός της οικογένειας θεωρείται ακόμη ιερός. Στη μάχη των Θερμοπυλών, οι τριακόσιοι Σπαρτιάτες που έμειναν να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, είχαν επιλεγεί από εκείνους που είχαν ήδη αποκτήσει γιους, ώστε να μη σβήσει καμιά σπαρτιατική οικογένεια.
Οικογένεια και ακίνητη περιουσία    Ο θεσμός της οικογένειας συνδέεται στενά με τη σημασία που αποδίδεται στην κατοχή ακίνητης περιουσίας, μία αντίληψη που σχετίζεται με τους μικρούς γεωργικούς κλήρους της ελληνικής υπαίθρου. Η ακίνητη περιουσία δεν κληροδοτείται στον πρωτότοκο γιο αλλά μοιράζεται σε ίσα μέρη, με κλήρο, σε όλους τους γιους. Έτσι όμως, ο κλήρος της γης περιορίζεται αναπόφευκτα και δεν είναι δυνατόν να αποφέρει την απαιτούμενη γεωργική παραγωγή. Γι' αυτό έντονη παραμένει, σ' ολόκληρη την ελληνική αρχαιότητα, η πεποίθηση ότι η περιουσία πρέπει να μένει στην οικογένεια, ακόμα και με γάμους μεταξύ συγγενικών προσώπων.
Η κοινωνική ''επιβολή'' του γάμου

   Παρόλο που ο γάμος δεν είναι υποχρεωτικός, επιβάλλεται έμμεσα, λόγω της έντονης κοινωνικής κριτικής που ασκείται στους άγαμους. Στη Σπάρτη, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, υπήρχαν τελετές στις οποίες οι άγαμοι παραδίδονταν στη δημόσια χλεύη, περιφερόμενοι γυμνοί και τραγουδώντας άσματα στα οποία παραδέχονταν ότι δίκαια τιμωρούνταν, γιατί παραβίασαν τους νόμους. Για τους άνδρες κατάλληλη ηλικία για γάμο θεωρούνταν η περίοδος από τα 24 μέχρι τα 30 τους χρόνια ενώ για τις γυναίκες η περίοδος από τα 12 μέχρι τα 16. Η δημιουργία οικογένειας εξυπηρετεί δύο τουλάχιστον βασικούς σκοπούς : την απόκτηση απογόνων που θα υπηρετήσουν την πόλη και την εξασφάλιση της περίθαλψης των γονέων στα δύσκολα χρόνια πριν απ' τον θάνατο. Η εξασφάλιση της διαδοχής όμως προϋποθέτει την ύπαρξη των απαραίτητων οικονομικών όρων, που σχετίζονται απόλυτα με την οικογενειακή περιουσία.
Το Μονογαμικό σύστημα         
και η νομοθεσία περί γάμου      Σ' όλες τις ελληνικές πόλεις, ΄κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να έχει μία μόνο σύζυγο. Παρά το γεγονός ότι για τον άνδρα οι εξωσυζυγικές σχέσεις θεωρούνταν νόμιμες, η μονογαμία αποτελούσε θεμελιώδη αρχή για το θεσμό του γάμου και τη δημιουργία οικογένειας. Στην Αθήνα, σύμφωνα με νόμο του Περικλή (451 π.Χ.), απαγορευόταν ο γάμος μεταξύ ενός Αθηναίου πολίτη και μιάς γυναίκας που δεν ανήκε σε οικογένεια Αθηναίων πολιτών. Η παράβαση του νόμου είχε σαν συνέπεια να μην αναγνωρίζονται σαν πολίτες τα παιδιά που προέρχονταν απ' αυτό το γάμο και ουσιαστικά να αποκλείονται από την πολιτική ζωή της Αθήνας. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, παρόμοιες ρυθμίσεις ίσχυαν και στις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως τον 4ο π.Χ. αιώνα, ο νόμος δεν εφαρμοζόταν αυστηρά καθώς τα δημογραφικά προβλήματα ήταν εντονότερα και ο αριθμός των πολιτών περιοριζόταν σημαντικά.
Η Εγγύη Το ιδεώδες της ανατροφής των κοριτσιών στην Αθήνα αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδας ήταν η απουσία κάθε επαφής με το άλλο φύλο μέχρι την ημέρα που θα παντρεύονταν. Έτσι, ο κανόνας για την επιλογή της νύφης ήταν το συνοικέσιο (προξενιό), στο οποίο σχεδόν πάντα έπαιρναν μέρος οι προξενήτρες. Η απόφαση για την τελική επιλογή της νύφης ανήκε αποκλειστικά στον πατέρα του γαμπρού που αναλάμβανε να συναντηθεί με τον πατέρα της νύφης για να συμφωνηθεί ενώπιον μαρτύρων ο γάμος χωρίς να είναι απαραίτητη η παρουσία των άμεσα ενδιαφερομένων, δηλαδή του μελλοντικού ζευγαριού. Η συμφωνία αυτή, γνωστή σαν εγγύη, κάτι ανάλογο με τον σημερινό αρραβώνα, παρόλο που ήταν προφορική, είχε το χαρακτήρα μίας σημαντικής νομικής πράξης και αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τη σύναψη του γάμου..
Η Προίκα    Το βασικότερο αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο της εγγύης ήταν η προίκα, που αποτελούσε το κύριο γνώρισμα ενός νόμιμου γάμου. Ο πατέρας ήταν υποχρεωμένος να δώσει συνήθως σε χρήμα, οικιακά σκεύη, ρούχα, έπιπλα και κοσμήματα. Η ακίνητη περιουσία προοριζόταν για τα αγόρια. Με τον τρόπο αυτό περιοριζόταν, όσο ήταν δυνατό, ο κατακερματισμός της. Η προίκα δεν αποτελούσε ιδιοκτησία του γαμπρού μετά το γάμο. Αντίθετα, σε περίπτωση που αποφάσιζε να χωρίσει από τη συζυγό του, είχε την υποχρέωση να την επιστρέψει στην οικογένειά της. Έτσι, η προίκα λειτουργούσε και σαν μέσο αποτροπής του διαζυγίου. Στη Σπάρτη, σε περίπτωση διαζυγίου ή χηρείας, η προίκα δεν επιστρεφόταν στην οικογένεια της νύφης, αλλά παρέμενε στην ίδια. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τον 4ο αιώνα π.Χ. τα δύο πέμπτα της λακωνικής γης ανήκαν στις γυναίκες, κάτι που ο φιλόσοφος θεωρούσε απαράδεκτο.

Η Γαμήλια τελετή στην Αθήνα
    Στην Αθήνα, οι γάμοι γίνονταν συνήθως χειμώνα, όταν ήταν πανσέληνος, το μήνα Γαμηλιώνα (Ιανουάριος), που ήταν αφιερωμένος στην Ήρα, θεά που προστάτευε το γάμο. Οι τελετές κρατούσαν τρεις μέρες. Την πρώτη μέρα γίνονταν προσφορές στους θεούς από τον πατέρα της νύφης. Η ίδια η νύφη πρόσφερε στην Άρτεμη τα παιδικά της παιγνίδια και έτσι δηλωνόταν συμβολικά η αποκοπή από την προηγούμενη ζωή της. Οι μελλόνυμφοι λούζονταν με νερό από μία ιερή πηγή ή ποτάμι. Τη δεύτερη μέρα ο πατέρας της νύφης παρέθετε γαμήλιο γεύμα και στη συνέχεια οδηγούσαν τη νύφη, πάνω σε άμαξα, στο νέο της σπίτι. Την τρίτη μέρα η νύφη δεχόταν στο σπίτι τα γαμήλια δώρα.
Τα Γαμήλια Έθιμα στη
Σπάρτη      Στη Σπάρτη, στα πλαίσια της γαμήλιας τελετής, προβλεπόταν η διαδικασία της αρπαγής της νύφης από το γαμπρό΄και η αντίσταση από τη νύφη. Ο Πλούταρχος σημειώνει ότι στη πόλη αυτή, μετά το γάμο, για αρκετό χρονικό διάστημα οι συζυγικές σχέσεις των νεονύμφων διατηρούσαν ένα χαρακτήρα παρανομίας. Η σύζυγος, μέχρι να αποκτήσει παιδί, έμενε στο πατρικό της σπίτι. Ο σύζυγος την επισκεπτόταν τα βράδυα κρυφά και επέστρεφε γρήγορα στο στρατώνα. Έτσι, δεν είναι περίεργο ότι υπήρξαν κάποιοι Σπαρτιάτες που απέκτησαν παιδιά πριν καλά καλά να δουν το πρόσωπο της συζύγου τους στο φως της ημέρας.
Το Διαζύγιο    Στην Αθήνα, όταν οι απιστίες του συζύγου γίνονταν προκλητικές ή η κακομεταχείριση της συζύγου από τον άντρα της έφτανε σε αφόρητο σημείο, η σύζυγος είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τον επώνυμο άρχοντα την απόλειψιν, δηλαδή την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης, χωρίς όμως να είναι βέβαιη η λύση του γάμου. Όταν η Ιππαρέτη, σύζυγος του ονομαστού για τις απιστίες του Αλκιβιάδη, έφτασε στο σημείο να ζητήσει διαζύγιο, ο Αλκιβιάδης την άρπαξε και, περνώντας μέσα από την αγορά, την υποχρέωσε να επιστρέψει στο σπίτι, χωρίς κανένας να τολμήσει να επέμβει. Πιο συχνός όμως τρόπος διάλυσης του γάμου ήταν η έκπεμψις, η αποπομπή της γυναίκας από το σπίτι με πρωτοβουλία του συζύγου, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Ο γάμος μπορούσε να λυθεί επίσης και από τον πατέρα της νύφης, με την αφαίρεσιν, δηλαδή την επιστροφή της στο πατρικό σπίτι. Πάντως η αφαίρεσις δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μόνο αν μέχρι τότε δεν είχε γεννηθεί αρσενικό παιδί από το ζευγάρι. Στη Σπάρτη οι περιπτώσεις διαζυγίου ήταν σπάνιες, γιατί η ατεκνία αποτελούσε το μοναδικό λόγο  για τη λύση του γάμου.
Η Χηρεία    Η γυναίκα που έμενε χήρα, σαν κάτοχος της πατρικής αλλά και της συζυγικής περιουσίας, ονομαζόταν επίκληρος και δύσκολα έμενε ελεύθερη για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη κι αν η ηλικία της ήταν μεγάλη. Σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να δεχθεί να γίνει σύζυγος του πιο κοντινού συγγενή της. Πολλές φορές, όταν η περιουσία της ήταν σεβαστή, δεν ήταν λίγοι αυτοί που τη διεκδικούσαν και το ζήτημα καλούνταν να διευθετήσουν τα δικαστήρια. Έτσι, η περιουσία επέστρεφε στην οικογένεια. Και επειδή ο νόμος απαγόρευε τη διγαμία, αν ο διεκδικητής της χήρας (και της περιουσίας της) που τον δικαίωναν τα δικαστήρια ήταν έγγαμος, υποχρεωνόταν να χρησιμοποιήσει την έκπεμψιν, δηλαδή να πάρει διαζύγιο από τη μέχρι τότε συζυγό του, ώστε να είναι ελεύθερος για τον καινούριο γάμο..
Η Συζυγική πίστη,
η μοιχεία και η
αντιμετώπιση των μοιχών

     Στην Αθηναϊκή κοινωνία, η συζυγική απιστία εκ μέρους της γυναίκας αποτελούσε, σύμφωνα με το νόμο, ανεπανόρθωτο αδίκημα που στρεφόταν όχι μόνο εναντίον του συζύγου και της οικογένειάς της, αλλά και εναντίον της πόλης, αφού έτσι δεν περεχόταν η βεβαιότητα ότι τα παιδιά που γεννιούνται είναι γνήσια. Η τιμωρία για τη γυναίκα στην περίπτωση της μοιχείας περιοριζόταν στην αποπομπή της από το συζυγικό σπίτι ή και στην απογόρευση της συμμετοχής της στις θρησκευτικές τελετές. Αντίθετα, ο άνδρας-μοιχός που διατηρούσε παράνομη ερωτική σχέση με μιά παντρεμένη γυναίκα αντιμετώπιζε πολύ πιο σοβαρές κυρώσεις. Ο νόμος του Δράκοντα επέτρεπε τη θανάτωσή του από το σύζυγο, στη περίπτωση που συλλαμβανόταν επ' αυτοφώρω. Ωστόσο, κατά τον 5ο και τον 4ο π.Χ. αιώνα, το ζήτημα μπορούσε να διευθετηθεί με μιά ικανοποιητική χρηματική αποζημίωση. Σε άλλες πόλεις, η τιμωρία του μοιχού μπορούσε να είναι πληρωμή προστίμου (Γόρτυνα Κρήτης), διαπόμπευση (Λέπρεον) ή ακόμα και τύφλωση (Λοκροί). Ίσως να φαίνεται περίεργη η επικείκεια με την οποία αντιμετωπίζεται η γυναίκα στην περίπτωση της μοιχείας. Η εξήγηση βρίσκεται στη μειονεκτική θέση που είχε στην πόλη-κράτος : η γυναίκα δεν είχε πολιτικά δικαιώματα και επομένως να θεωρείται ανεύθυνη. Ο άνδρας είναι αυτός στον οποίο έπρεπε να καταλογίζονται όλες οι ευθύνες. Στη Σπάρτη δεν φαίνεται να δίνεται ιδιαίτερη σημασία σε θέματα συζυγικής απιστίας. Για τους Σπαρτιάτες ο πιο σημαντικός σκοπός του γάμου είναι η γέννηση υγιών παιδιών, άξιων υπερασπιστών της πόλης.
Η Συζυγική στοργή
    Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανιχνεύσουμε τις διαθέσεις και τα συναισθήματα μεταξύ των συζύγων και γενικότερα το χαρακτήρα των συζυγικών σχέσεων, κυρίως μέσα από γραπτές πηγές, που κατά κύριο λόγο αφορούν τη νομική θέση των συζύγων και αναγνωρίζουν στις συζύγους περιορισμένους ρόλους. Όμως, πολλά αρχαιολογικά ευρήματα ανασκευάζουν την απόλυτα ωφελιμιστική αντιμετώπιση της γυναίκας σαν σύζυγο. Σε πολλές επιγραφές επιτύμβιων μνημείων, που βρέθηκαν στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, οι σύζυγοι εκφράζουν με πολλή τρυφερότητα την αγάπη τους για τη σύζυγο που πέθανε και τα συναισθήματα εγκατάλειψης και μοναξιάς που τους άφησε ο θάνατός της.
Η Εκθεση (εγκατάλειψη)
των βρεφών

     Η έκθεσις των βρεφών, δηλαδή η εγκατάλειψη των νεογέννητων παιδιών αβοήθητων, φαινόμενο τις διαστάσεις του οποίου δεν γνωρίζουμε με μεγάλη ακρίβεια αν και οι περισσότερες αναφορές γι' αυτό συναντώνται στους ελληνιστικούς χρόνους, αποτελούσε για τους Έλληνες ένα νόμιμο μέσο για να περιορίσουν τα μέλη της οικογένειάς τους. Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε ότι το βάρος της ανατροφής των παιδιών σε κάποιες περιπτώσεις θα ήταν μεγάλο για να υποχρεώνονται οι γονείς να πάρουν μιά τόσο σκληρή απόφαση. Η στενοχωρία (έλλειψη επαρκούς καλλιεργήσιμης γης) οδηγούσε τους Έλληνες στον περιορισμό των γεννήσεων και ο Ησίοδος φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι ο δρόμος προς την ευημερία για μία οικογένεια είναι να έχει μόνο ένα γιο. Όπως ήταν φυσικό, τα βρέφη που υφίσταντο την έκθεσιν ήταν στη πλειονότητά τους κορίτσια. Η τύχη του εκτιθέμενου βρέφους ήταν προκαθορισμένη : εφόσον η πατρότητα παρέμενε άγνωστη, όποιος το διάσωζε από το θάνατο, του πρόσφερε τη ζωή ενός δούλου.
Η Θέση της Γυναίκας
στην αρχαιότητα :
περιορισμοί και
καταπίεση

     Η πολιτική οργάνωση της αρχαίας Ελλάδας, πριν και μετά τη δημιουργία της πόλης-κράτους, περιόριζε τη γυναίκα στην άσκηση συγκεκριμένων οικογενειακών ρόλων και, κατά κανόνα, της παρείχε ελάχιστες ευκαιρίες συμμετοχής στη δημόσια ζωή. Η γυναίκα-σύζυγος ενός άνδρα με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, κλεισμένη τις περισσότερες μέρες του χρόνου μέσα στο σπίτι, είχε σαν κύριες ασχολίες της το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών. Ένας τέτοιος περιορισμός είχε και κάποια διαλλείματα, όταν στη πόλη γίνονταν γιορτές και θρησκευτικές τελετές, ή όταν η οικογένεια συμμετείχε στις συνηθισμένες κοινωνικές εκδηλώσεις. Η γυναίκα δεν αποκλείστηκε ποτέ από την θρησκευτική ζωή.
     Στην ομηρική κοινωνία, αν και οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να κινούνται σχετικά ελεύθερα, να συζυτούν και να έχουν γνώμη, βρίσκονται στην απόλυτη δικαιοδοσία του συζύγου τους. Η ομορφιά, η ευαισθησία, η αξιοπρέπεια, η προκοπή και, προ πάντων, η συζυγική πίστη είναι τα χαρίσματα που τους αναγνωρίζονταν και, ως ένα βαθμό, τους επιβάλλονταν. Είναι φανερό ότι στην ομηρική κοινωνία, όπως άλλωστε και στις μεταγενέστερες συντηρητικές κοινωνίες της αρχαίας Ελλάδας, επιβίωσαν ορισμένα στοιχεία παλαιότερων μορφών κοινωνικής οργάνωσης η οποία στηριζόταν στη διαδοχή με βάση το γένος της μητέρας κι όχι του πατέρα. Αν και τα ιστορικά τεκμήρια για την αποδοχή αυτής της υπόθεσης σπανίζουν, υπάρχουν ενδείξεις, όπως η αμαζονομαχία ή η εκτεταμένη λατρεία της θεάς της γονιμότητας, που είναι πιθανό να σχετίζονται με κάποια παλαιότερη προνομιακή θέση της γυναίκας. Με τη δημιουργία της πόλης-κράτους οι περιορισμοί στη ζωή των γυναικών αυξήθηκαν προοδευτικά, μέχρι την κλασική εποχή. Μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και μέχρι την ελληνιστική περίοδο, παρατηρείται μιά χαλάρωση στους περιορισμούς αυτούς, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ουσιαστικές αλλαγές στη ζωή των γυναικών.
Η Ζωή της παντρεμένης
γυναίκας στην Αθήνα

     Αν οι γυναίκες στην ομηρική εποχή είχαν κάποιες ελευθερίες, μέχρι το σημείο να παίρνουν το λόγο δημόσια, στην Ελλάδα της κλασικής περιόδου τα δικαιώματα των γυναικών ήταν εξαιρετικά περιορισμένα. Οι παντρεμένες γυναίκες όφειλαν να παραμένουν στο σπίτι, όπου τους είχε παραχωρηθεί ειδικός χώρος, ο γυναικωνίτης. Παρά τις μικρές διαφορές που μπορεί να υπήρχαν ανάμεσα σε διάφορες πόλεις-κράτη, στις αγροτικές και αστικές περιοχές, στα ανώτερα και κατώτερα στρώματα, το γεγονός ότι οι γυναίκες παρέμεναν στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής είναι αναμφισβήτητο. Ήταν προορισμένες να εξασφαλίσουν την αναπαραγωγή, χωρίς να τους αναγνωρίζεται κανένα ουσιαστικό δικαίωμα στη ζωή της πόλης. Οι δουλειές του σπιτιού και η ανατροφή των παιδιών αποτελούν τις βασικές καθημερινές ασχολίες τους. Στην περίπτωση που υπήρχαν δούλες στο σπίτι, η γυναίκα αναλάμβανε να τις καθοδηγεί και να τις ελέγχει. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, η γυναίκα πρέπει να επιθεωρεί τις δούλες, να ανατρέφει τα παιδιά, να ετοιμάζει το φαγητό, να κλώθει, να γνέθει και να υφαίνει στον αργαλειό, η τουλάχιστον να παρακολουθεί αν γίνονται αυτές οι εργασίες. Στις αγροτικές περιοχές οι γυναίκες βοηθούν κατά κανόνα το σύζυγό τους στην καλλιέργεια της γης.
   Στις πόλεις, η έξοδος από το σπίτι μιάς γυναίκας που ανήκε στα μεσαία ή ανώτερα στρώματα, ήταν φαινόμενο ασυνήθιστο, που σε κάθε περίπτωση γινόταν με τη συνοδεία τουλάχιστον μιάς υπηρέτριας. Στο σπίτι η παρουσία του άνδρα στη διάρκεια της μέρας ήταν σπάνια. Η φροντίδα για το φαγητό και τις άλλες ανάγκες του σπιτιού έμενε σχεδόν αποκλειστικά στη γυναίκα.
Εταίρες
    Οι Εταίρες χρησίμευαν σαν συντροφιά των ανδρών στις καθημερινές τους συναναστροφές και στα συμπόσια, από τη στιγμή που οι νόμιμες σύζυγοι έμεναν περιορισμένες στο σπίτι. Η σωματική και πνευματική επαφή με τις εταίρες εξυπηρετούσε ίσως πιο εκλεκτικές ανάγκες των αρχαίων Ελλήνων, γι' αυτό και πολλές εταίρες είχαν συνδέσει το όνομά τους με σημαντικούς άνδρες της αρχαιότητας. Η Ασπασία, διάσημη εταίρα της αρχαιότητας, άσκησε μεγάλη επιρροή στον Περικλή, τον πιο φημισμένο ίσως πολιτικό άνδρα της αρχαίας Ελλάδας, και η Φρύνη στον Πραξιτέλη, έναν από τους σημαντικότερους γλύπτες της κλασικής εποχής.
    Σύμφωνα με την C. Mosse οι εταίρες ήταν οι μόνες γυναίκες στην αρχαιότητα που δεν ζούσαν στο περιθώριο της κοινωνίας. Συμμετείχαν όχι μόνο όπως είπαμε στις καθημερινές συντροφιές των ανδρών και στα συμπόσια, αλλά μιλούσαν στους άνδρες σαν ίσες προς ίσους, ήταν ελεύθερες και ανεξάρτητες στα λόγια και τη γενικότερη συμπεριφορά τους. Μιά τέτοια ισχυρή κοινωνική παρουσία ίσως είναι ικανή να εξηγήσει και το γιατί ορισμένες απ' αυτές, όπως η Ασπασία και η Φρύνη, ξεπέρασαν της εποχή τους και έμειναν γνωστές για τη επιρροή που άσκησαν σε μεγάλους άνδρες, τον Περικλή και τον Πραξιτέλη, αντίστοιχα.
    Η C. Mosse προκειμένου να εξηγήσει τη δυναμική κοινωνική παρουσία των εταιρών βασίζεται σε δύο στοιχεία στα οποία φαίνεται να αποδίδει ξεχωριστή σημασία.
    Από τη μιά πλευρά, υπογραμμίζει το ότι η εταίρες τόλμησαν να αμφισβητήσουν στην πράξη τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής τους και τους καταπιεστικούς φραγμούς που έθετε η κοινωνία στη γυναίκα. ''Η εταίρα ενσαρκώνει την αντιστροφή των αξιών της πόλης'', θα τονίσει η C. Mosse, Η διαπίστωση αυτή έρχεται να μας θυμίσει ότι και στη νεότερη εποχή η θέση του γυναικείου φύλου βελτιώθηκε μόνο στις περιπτώσεις που οι γυναίκες τόλμησαν να αντισταθούν στην καταπίεση που τους επιφύλασσε η κοινωνία. Θα χρειαστεί να φτάσουμε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα για να αρχίσει να αναπτύσσεται δειλά δειλά στην αρχή το φεμινιστικό κίνημα που θα οδηγήσει μετά από αρκετές δεκαετίες στη βελτίωση της θέσης της γυναίκας.
   Από την άλλη πλευρά, η C. Mosse δίνει ιδιαίτερη σημασία στο ότι, η εταίρα ήταν οικονομικά ανεξάρτητη, διαχειριζόταν δικά της χρήματα και διέθετε πλούτη, ''θεμέλιο σε τελευταία ανάλυσης της ελευθερίας της'', όπως υπογραμμίζει η C. Mosse. Η εύστοχη αυτή παρατήρηση έρχεται να υπογραμμίσει την αυτονόητη αλήθεια ότι η κοινωνική και πολιτική ελευθερία και ανεξαρτησία του ανθρώπου πρέπει να βασίζεται, πρώτα απ' όλα, στην οικονομική του ανεξαρτησία. Κάτι τέτοιο αποδείχθηκε με τον καλύτερο τρόπο και στην νεότερη εποχή. Η γυναίκα άρχισε να βελτιώνει την κοινωνική της θέση από τη στιγμή που ''βγήκε'' από το σπίτι της, άρχισε να εργάζεται και να αποκτά τα δικά της χρήματα.
    Βεβαίως, το ότι η γυναίκα έχει βελτιώσει την κοινωνική της θέση δεν σημαίνει ότι όλα τα προβλήματά της έχουν λυθεί κι όλες οι ανισότητες έχουν ξεπεραστεί.
    Χρειάζεται ακόμη μεγάλη προσπάθεια, τόσο από την γυναίκα όσο και από τον άντρα, έτσι ώστε να ξεπερνιούνται καθημερινά προκαταλήψεις και να συντρίβονται στερεότυπα που τοποθετούν τη γυναίκα σε υποδεέστερη θέση. Μόνο κοινωνίες που στηρίζονται στην ίση αντιμετώπιση των δύο φύλων και παρέχουν ίσες ευκαιρίες διάκρισης σε όλους δημιουργούν τις προοπτικές για μία ανθρωπότητα πραγματικά ελεύθερη. Σε τελική ανάλυση, μία κοινωνία δείχνει το πόσο πραγματικά ώριμη και εξελιγμένη είναι από τη θέση στην οποία τοποθετεί την γυναίκα..