Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ...''ΟΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ''


Παγκόσμιοι
Λογοτέχνες               Ν Α Ζ Ι Μ   Χ Ι Κ Μ Ε Τ
                    ''ΟΙ  ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ''
                                      (Όμορφη πού 'ναι η ζωή...)

*Ναζίμ Χικμέτ, ο φίλος μου*(1901-1963)

    Κάποτε, ένας βάρδος του ''Μπαλικεσίρ'', ακουμπώντας το δάχτυλό του στον αφαλό του, μου είπε : ''Η ποίηση βγαίνει από δω μέσα''. Κι επανέλαβε για να τον καταλάβω καλά : ''Από δω μέσα''...
   Από τον αφαλό, τα έντερα ή τα σπλάχνα !...Ο βάρδος στα τούρκικα λέγεται ''ασίκης'' που σημαίνει ''ερωτευμένος''.
   Στη Μικρασία η ποίηση τραγουδιέται με υπόκρουση ενός οργάνου με τρεις χορδές, του ''σάτζ''.
   Το είδος αυτό της λαϊκής ποίησης κρατάει απ' τα ''Κοσχμά'' (ερωτικά τετράστιχα) ή την ''Γκιουζελέμ'' (τραγούδι της Πεντάμορφης) ως τον ''Ντεστάν'' (επικό ποίημα) και τον ''Τουρκουλού-Νικάγιε'' (είδος μύθων σε στίχους). Είναι ένα κράμα ποίησης και πρόζας που απαγγέλλεται τραγουδιστά.
   Η λέξη ''ασίκης'' προέρχεται απ' τη λέξη ''άσκ'' - έρως - και υποδηλώνει το κύριο συστατικό της ποίησης. Το να είσαι ερωτευμένος, συνεπαρμένος απ' το πάθος, αποτελεί τον αδιάκοπο, τον αιώνιο στόχο του ασίκη. Είναι ένας επαγγελματίας της αγάπης, ερωτεύεται χωρίς απαραίτητα τα αντικείμενα του έρωτά του να είναι κάτι το συγκεκριμένο.
   Θα μπορούσε να πει κανείς, χωρίς διάκριση, πως ένας ασίκης είναι ερωτευμένος με μιά γυναίκα ή με την ίδια την ποίηση. Η παράδοση θέλει τον ασίκη όταν δημιουργεί το έργο του να βρίσκεται σε ονειρική κατάσταση, και να είναι συνεπαρμένος από το όραμα της καλής του κι από το ίδιο το χάρισμα του ποιητικού του οίστρου.
  Κι όλη η δημιουργία του να συντελείται μέσα σε μία νύχτα. Στη ζωή όμως, για νά 'σαι ασίκης, σημαίνει πως από δέκα χρονών παιδάκι ή λίγο μεγαλύτερος σου πήραν τα μυαλά οι ρίμες. Τόσο που δε σου απομένει πια άλλη διέξοδος, παρά να παρατήσεις τα ζώα που βόσκεις ή τα χτήματα που οργώνεις και ν' αφιερωθείς ολόψυχα στην αγωνία της έκφρασης. Ο νέος μαθητευόμενος ποιητής δε θα ξανασκάψει τη γη, θ' αρχίσει να δουλεύει ποίηση. Θα ελέγχει και θα κατευθύνει τους στίχους σα να οδηγάει πρόβατα στη βοσκή.
   Η ποίηση θα απασχολεί από δω και μπρος, ολοκληρωτικά τον ασίκη. Θα εγκαταλείψει το χωριό με τις κάθε λογής αντιξοότητές του, και θα πλανιέται αδιάκοπα σε μιά περιοχή δίχως όρια και σύνορα που ονομάζεται ''κουρμπέτι''. Θα πλανιέται αδιάκοπα από χωριό σε χωριό κι οι άνθρωποι θα λένε δείχνοντάς τον, νά ένας ''γκαρίπης''. Οι μανάδες κι οι αγαπημένες ξέρουν πως δεν υπάρχει γιατριά γι' αυτό το πάθος.
   Άσκ, ασίκης, γκαρίπης, όλες οι λέξεις αραβικής προέλευσης, ριζωμένες πια στην Τουρκία.
   Το ''κουρμπέτι'' με μιά λέξη είναι μία εξορία κι ο ασίκης ξέρει πιο καλά απ' τον καθένα πόσο είναι σκληρή. Στα τούρκικα, η λέξη ''γκαρίπης'' σημαίνει ''παράδοξος''.
   Το νάσαι ποιητής λοιπόν σημαίνει πως βρίσκεσαι σε μιά ειδική και παράδοξη κατάσταση.
   Τον ασίκη τον σέβεται ο λαός και τον φοβούνται οι άρχοντες. Ο λαός τον θεωρεί διάδοχο των μεγάλων σοφών της Κεντρικής Ασίας. Όπως εκείνοι, έτσι κι αυτός εκφράζει τη ζωή και δρα με όπλο τις λέξεις.
   Τα τραγούδια των ασίκηδων, λέει ο θρύλος, γοητεύουν τ' αηδόνια, μα μπορούσε συνάμα να είναι μοιραία κι οι αφέντες να τρέμουνε σαν τη χολέρα. Τρέμουνε να ''βρεθούνε εκτεθειμένοι στους στίχους'' του ποιητή. Οι λέξεις είναι δράση. Στο θρύλο του Κερέμ και της Ασλί, ο ήρωας για να ξεκουμπώσει το φόρεμα της καλής του, χρησιμοποιεί στίχους και κάθε στίχος ξεκουμπώνει ένα κουμπί...
   Λέξεις, λέξεις...!! Θα μου πείτε όμως, πως υπάρχουν πολλές που πρέπει να τις χρησιμοποιεί κανείς με μεγάλη σύνεση. Από τη λέξη στην δράση, απ' την πλασμένη εικόνα στην πραγματική, τα σύνορα φαίνονται κάπως μπερδεμένα, ακόμα και σήμερα, στα μέσα του εικοστού αιώνα. Αυτό ακριβώς το γνώρισμα είναι που κάνει τόσο ριψοκίνδυνο το επάγγελμα του ποιητή ή του ζωγράφου.
   Αναφέρομαι στην κοινωνική θέση του λαϊκού βάρδου στην Τουρκία για να γίνει πιο κατανοητή η περίπτωση του Ναζίμ Χικμέτ. Αυτός, από αντίδραση ενάντια στην ίδια την κοινωνική τάξη του, θα εγκαταλείψει την Ισταμπούλ για να αναζητήσει την Ανατολή. Όπως κι άλλοι πολλοί νέοι διανοούμενοι, άφησε πίσω του την πρωτεύουσα της αποσυνθεμένης αυτοκρατορίας και πλανήθηκε μέσα στη στέπα της Ανατολής, μέσα σ' αυτό το απογυμνωμένο και μεγαλειώδες οροπέδιο, που μοιάζει με τεντωμένο ταμπούρλο που ηχεί σε κάθε βήμα του.
   Ρίχτηκε στο ''κουρμπέτι''. Θα γίνει ''γκαρίπης'', θα γίνει ''ασίκης'', που θα πλανιέται μέσα στην ατέλειωτη στέπα.
   Ύστερα από μία σύντομη διαμονή του στην Άγκυρα η πρώτη εμπειρία της Ανατολής θα είναι γι' αυτόν το Μπολού. Μ' όλο που ήθελε να πάει στο μέτωπο, τον διορίσανε δάσκαλο σε μία περιοχή όχι μακριά απ' τη ζώνη του πυρός. Από κείνο το μέρος πότε-πότε, αν κολλούσες τ' αυτί σου στο χώμα, θ' αφουγκραζόσουνα τον ήχο των κανονιών. Οι πληγωμένοι φτάνανε - στρατιές ολόκληρες από φτωχούς χωριάτες με στρατιωτικές στολές βουτηγμένες στα αίματα.
   Ο Ναζίμ ξέρει πως ένας ολόκληρος λαός ζει μία εποποιία που οι βαθιές ρίζες της πάνε πολύ μακρύτερα από την ξενική εισβολή.
   Το Μπολού είναι μία πολίχνη ανάμεσα στην Ισταμπούλ και την Άγκυρα, τριγυρισμένη από απέραντα δάση. Μα το Μπαλού δεν είναι απλώς μία πολίχνη. Είναι πασίγνωστο σ' όλη την Τουρκία για δυό λόγους. Πρώτα πρώτα, οι καλύτεροι μάγειροι της αυτοκρατορίας προέρχονται από το Μπολού. Ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος είναι πως εδώ, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, έζησε ο Κείρογλου, ο ''Γιός του τυφλού''. Δεν υπάρχει Τούρκος που να μην ξέρει αυτό το όνομα. ''Ο Γιός του τυφλού'' είναι ο ήρωας ενός επικού τραγουδιού, του έπους του Κείρογλου. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες έρευνες, το έπος αυτό άρχισε να διαμορφώνεται στις αρχές του 17ου αιώνα.

  Το Μπολού είναι χτισμένο απάνω στο δρόμο της Άγκυρας. Όσο για το έπος του ''Γιού του τυφλού'', που αποτελείται από αναρίθμητα τραγούδια κι επεισόδια, τραγουδιέται από τους ασίκηδες τις παγερές χειμωνιάτικες νύχτες. Νά ο σκελετός του μύθου του :
   Ο πρίγκηπας του Μπολού, ένας απάνθρωπος και τυρρανικός μπέης, διατάζει να βγάλουνε τα μάτια ενός γέρου τον οποίο κρατάει άδικα φιλακισμένο. Ο γέρος αυτός έχει ένα γιό, ένα γενναίο παλληκάρι, που βγαίνει στο κλαρί, αντάρτης. Σε λίγο καιρό τον ακολουθάνε κι άλλα παλληκάρια. Ο Κείρογλου, καβάλα σ΄ένα άσπρο άλογο, υπερασπίζεται το λαό. Θα εκδικηθεί τον πατέρα του και θα νικήσει την τυρρανία.
   Ναι, για κάτι ανάλογο πρόκειται όταν μιλάνε και για κείνον τον ξανθό, γαλανομάτη αξιωματικό, τον Μουσταφά Κεμάλ, ή για τον άγνωστο έφηβο, ξανθό και γαλανομάτη κι αυτόν - τον Ναζίμ Χικμέτ. Ο Μπέης του Μπολού βρίσκεται ζωντανός ακόμα, είναι ο τελευταίος σουλτάνος που συνεργάζεται με τις δυνάμεις κατοχής, είναι οι συνεργάτες του, οι βεζίρηδες, κι οι πασάδες, από τους οποίους ο λαός πρέπει να πάρει την εκδίκησή του.
   Η εικόνα που παρουσιάζει το 1919 ο κόσμος στον οποίο ζει ο Χικμέτ είναι πάνω κάτω τούτη. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, ύστερα από μία μακροχρόνια περίοδο αγωνίας, έχει καταρρεύσει, το ίδιο κι η Ρωσική αυτοκρατορία. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος μετατόπισε τα γεωγραφικά και πνευματικά σύνορα, η Αμερική πάτησε το πόδι της στην Ευρώπη, και διάφοροι απεσταλμένοι προτείνουνε αμερικανικές ''χορηγήσεις'' στην Τουρκία. Καινούργια κοινωνικά συστήματα συνταράζουνε τον πλανήτη μας, καινούργιες τάξεις, καινούργιες ιδέες μετατοπίζουνε το παλιό φεουδαρχικό ή αστικό αλλού οικοδόμημα και στο ιστορικό προσκήνιο ανέρχεται το προλεταριάτο. Είναι μία απ' τις στιγμές που η Ιστορία γίνεται Έπος, που τρίζουνε τα θεμέλια κάθε αξίας η οποία φαινότανε αιώνια, που τα πάντα αναθεωρούνται - κι η ίδια η ποίηση. ''Η τελική πάλη'' είναι ένα ποιητικό απόσπασμα, μα είναι συνάμα το Σμόλνι κυριευμένο απ' τους προλετάριους, είναι ο Λένιν με το χέρι απλωμένο ανάμεσα στα κόκκινα λάβαρα, είναι ο δικαστής του Μπολού, που αθωώνει τους φτωχούς και καταδικάζει τους πλούσιους αγάδες, είναι ο Μουσταφά Κεμάλ κοιμισμένος στα χιόνια πριν από τη μάχη, είναι ο ίδιος ο Ναζίμ Χικμέτ αναμαλλιασμένος απάνω σε μιά καρέκλα, να απαγγέλλει στίχους στους χωριάτες.
   Θα αναφέρω μιά παράγραφο από ένα λόγο που εκφωνήθηκε το 1921. ''Ξέρετε πως ο λαός μας στέναζε αιώνες ολόκληρους κάτω από τον αμείλικτο ζυγό δύο τυρρανικών και καταστροφικών εξουσιών. Την πρώτη απ' αυτές τις εξουσίες την ασκούσανε οι ντόπιοι καταπιεστές που ισχυρίζονταν ότι κυβερνάνε τον τόπο και το λαό, τη δεύτερη, την αποτελούσε ο ιμπεριαλιστικός και καπιταλιστικός κόσμος''.
  Αυτό το κείμενο δεν είναι του Ναζίμ Χικμέτ, εκφωνήθηκε στην Τουρκική Βουλή στην Άγκυρα, το 1921 από τον Μουσταφά Κεμάλ ''Ατατούρκ''.
   Οι λαοί της Δύσης και της Ανατολής θα μπορούσανε να κάνουν την πλάστιγγα της ιστορίας να γείρει απ' τη μιά ή την άλλη πλευρά, μα το παιγνίδι δεν παίχτηκε. Ο Λένιν περίμενε πως το προλεταριάτο της δύσης θα έπαιρνε στα χέρια του την εξουσία. Η επανάσταση στη Ρωσία δε θα ήταν παρά ο πρόλογος της παγκόσμιας επανάστασης, μιάς επανάστασης, που θα επακολουθούσε άμεσα παντού, έτσι θα μπορούσε να πιστέψει κανείς.
   Μία Πράσινη Στρατιά, που δε γράφτηκε ακόμα η ιστορία της, μιλούσε γι' αυτήν στην Τουρκία. Το Συνέδριο των λαών της Ανατολής έγινε στο Μπακού το 1920, ένα βήμα, δηλαδή, από τα τουρκικά σύνορα. Το Συνέδριο εκείνο καλούσε όλους τους υπόδουλους λαούς ν' αγωνιστούν ενάντια στον Ιμπεριαλισμό. Με δυό λόγια, η Διεθνής ανέλαβε να βοηθήσει όλους τους αποικιακούς λαούς ή τους λαούς που κινδύνευαν να αποικιοποιηθούν, να κατακτήσουνε ή να διατηρήσουνε την εθνική ανεξαρτησία τους.
   Ο Ναζίμ ήταν ποιητής, ήταν ένας ''ασίκης''. Έτσι βγαίνει κι αυτός με τη σειρά του στο ''κουρμπέτι'' το 1922. διψασμένος για δράση, συνεπαρμένος απ' το πιο καθολικό ιδανικό της εποχής του. Θέλει να πολεμήσει ενάντια ''σ' έναν κόσμο ιμπεριαλιστικό και καπιταλιστικό''. Και βλέπει αυτό το κόσμο σαν ενιαίο σύνολο που μέσα του ζει ο λαός της πατρίδας του, για τον οποίο ποθεί μία πραγματική και καθολική ανεξαρτησία. Έτσι ξεκινάει για τη Σοβιετική Ένωση. Πρώτα πάει στο Μπακού, ύστερα στη Μόσχα. Διψάει να διδαχτεί τους νόμους που διέπουν τις κοινωνίες και να μυηθεί στο διαλεκτικό υλισμό.
   Στη Μόσχα, ο Λένιν ζει ακόμα, η ρούσικη φουτουριστική ποίηση βρίσκεται στο επίκεντρο των ιστορικών ανακατατάξεων, στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, παντού, νέοι επαναστάτες έχουν ριχτεί με τα μούτρα στη δημιουργική δουλειά. Ο Ναζίμ Χικμέτ, αυτός ο Τούρκος παίδαρος, κάθησε να φωτογραφηθεί απάνω στο θρόνο του τσάρου πασών των Ρωσιών. Από δω και μπρος αυτός ο θρόνος ανήκει πια σ' όλους τους Κείρογλου του κόσμου και πρώτα-πρώτα στους ποιητές. Δε θα επαναλάβω αυτά που όλοι ξέρουμε τόσο καλά. Η πλημμύρα της επανάστασης εκτίναξε πολύ μακριά τα πελώρια κύματά της. Ύστερα τα νερά αποτραβηχτήκανε σε πολλά σημεία αφήνοντας ψόφια στη λάσπη τα ψάρια της ανοιχτής θάλασσας που τα κυκλώσανε αμέσως τα καβούρια, τα κοράκια δηλαδή του βυθού. Η επανάσταση περιχαρακώθηκε σιγά-σιγά στα όρια της Σοβιετικής Ένωσης. Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να σκεφτεί κανείς να οικοδομήσει το σοσιαλισμό σε μιά μόνο χώρα. Ο Λένιν, ρεαλιστής όπως πάντα, το υποστήριξε. Κι ύστερα από το θάνατό του, όπως ξέρουμε, ανέλαβε ο Στάλιν να το πραγματοποιήσει. Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης οικοδομούσανε το σοσιαλισμό. Οι νεαροί επαναστάτες της Ανατολής, της Ασίας και της Αφρικής που σπούδασαν στη Μόσχα γυρίσανε πίσω στις πατρίδες τους. Εκεί, αλλού η εθνική αστική τάξη ή σ' άλλες περιπτώσεις ο ιμπεριαλισμός, ύστερα από πολλές αναταραχές, είχαν κατορθώσει να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους.
   Μετά από μία περίοδο ταλαντεύσεων και υπολογισμών η αστική τάξη της Τουρκίας βρέθηκε καλά εδραιωμένη, φίλη των Σοβιέτ και σε ψυχρότητα με τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Καταδιώκει όμως ανελέητα τους οπαδούς του προλεταριάτου. Εννοώ φυσικά τους οπαδούς μίας πραγματικά αγροτικής μεταρρύθμισης που θα αγκάλιαζε το 70 έως 80% του πληθυσμού, ή τους οπαδούς του ελεύθερου συνδικαλισμού, των εργατικών συμβουλίων και της συμμετοχής του λαού στη διακυβέρνηση της χώρας.
   Ο καπιταλισμός είχε χάσει έδαφος σε μία εκτεταμένη περιοχή του κόσμου, σε άλλες όμως εξακολουθούσε να διατηρεί τις θέσεις του. Η Τουρκία αγωνιζότανε να βρει μία ισορροπία στο σημείο ακριβώς που τη σπρώχνανε οι ίδιες οι εσωτερικές ανταγωνιστικές δυνάμεις της. Ωστόσο η άρχουσα τάξη, παρ' όλες τις διακηρύξεις της για να θολώνει τα νερά, είχε ήδη διαλέξει το δρόμο της. Η Τουρκία, αργά ή γρήγορα, θα έκοβε κάθε δεσμό με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο για να ενταχθεί στο στρατόπεδο των καταχτητών του 1919.
   Στάθηκα σ' αυτά τα σημεία γιατί τα θεωρώ καθοριστικά για τη μοίρα του Ναζίμ Χικμέτ. Καταλαβαίνετε λοιπόν γιατί μόλις επέστρεψε στην Τουρκία ρίχτηκε με τα μούτρα σε μία ποιητική δημιουργία που να αποκαλύπτει την αλήθεια στους εργάτες και τους χωρικούς.
   Ο Ναζίμ σε πείσμα όλων θα γίνει ο τρουβαδούρος του σοσιαλισμού. Μπορεί η επανάσταση να έχασε προσωρινά έδαφος σε ορισμένες χώρες, μα αυτό δεν εμποδίζει τον ποιητή να διδάξει την αλήθεια στην ίδια τη χώρα του που ακολουθεί το δρόμο του αστικού καπιταλισμού. Τίποτα δε θα τον εμποδίσει να δώσει ένα υψηλό παράδειγμα ποίησης και αγώνα. Φυσικά ήταν μάταιο να υποθέτει πως η δράση του αυτή μπορούσε να έχει άμεση ωφελιμότητα. Ήταν όμως βέβαιος πως είχε επωμισθεί να εκφράσει με υποδειγματικό τρόπο τα πεπρωμένα της επανάστασης μέσα σ' ένα κόσμο εχθρικό.
                             Έχεις δίκιο
                              Η Δουλτσινέα είναι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου.
                             Μα βέβαια έπρεπε αυτό να το βροντοφωνάξεις
                             κατάμουτρα στους κούφιους μικροεμποράκους.
                             Μα βέβαια έπρεπε απάνω σου να χιμήξουν
                             και να σε τσακίσουν στο ξύλο.
                            Όμως εσύ είσαι ο αήττητος ιππότης της δίψας.
                           ..........................................................................................
                                                                                    (Απόσπασμα από το ποίημα του
                                                                                    Ναζίμ Χικμέτ, ''Δον Κιχώτης'')

   Αισθανόμαστε αμέσως την πρωτοτυπία του Ναζίμ Χικμέτ. Κι αυτό όχι μόνο σε σχέση με τη λαϊκή ή τη λόγια τουρκική παράδοση, αλλά και σε σχέση με την παγκόσμια λογοτεχνία.
  Ο επαναστάτης ποιητής, διαλέγει για ήρωά του την Επανάσταση. Η ποίηση είναι ένα όργανο, ένα εργαλείο αγώνα κι εκείνος που κατασκευάζει αυτό το όργανο είναι ο ποιητής. Δεν νομίζω πως πέφτω έξω λέγοντας πως με τον Ναζίμ Χικμέτ μιλάει η ίδια η Επανάσταση χωρίς κανένα μεσολαβητή. Σ' αυτόν το ''εγώ'' σημαίνει ένας άλλος'' του Ρεμπώ, μεταβάλλεται στο ''εγώ σημαίνει όλοι οι άλλοι''. Μιλώντας, δηλαδή, σε πρώτο πρόσωπο του ενικού ο Ναζίμ μιλάει στον επαναστατικό πληθυντικό. Το ''εγώ'' του από προσωπική αντωνυμία γίνεται απρόσωπη ανθρώπινη μάζα. Είναι η Ασία, η Αφρική, η Ευρώπη, η Αμερική, η ίδια η Επανάσταση.
   ''Είμαι Θεός !'', αναφώνησε ο Χαλάντζ-Μανσούρ πεθαίνοντας κάτω από ένα ολόκληρο σωρό πέτρες. Ο Ναζίμ Χικμέτ θα μπορούσε να φωνάξει στους διώχτες του λαού του : ''Είμαι η Επανάσταση''. ''Η ποίηση για όλο το κόσμο'', που ανάφερε ο Λωτρεαμόν, δεν είναι τάχα η ποίηση του Ναζίμ Χικμέτ ; Δεν είναι τάχα το καινούργιο έπος, η δράση όλων των Επαναστατών του κόσμου ; Στον Ναζίμ, η ποιητική εικόνα δεν είναι απλώς ρεαλιστική, είναι η πραγματικότητα.
   Μέσα στο λίμνασμα και στην ατολμία που μάστιζε το λογοτεχνικό κόσμο της Τουρκίας στα χρόνια γύρω στα 1830, η εμφάνιση του Ναζίμ υπήρξε για μας τους νεότερους, κάτι σαν θαύμα.
  Ψηλόσωμος, γεροδεμένος με δυό γαλανά μάτια πεισματάρικου παιδιού, με μιά τραγιάσκα στο κεφάλι κι ένα τριμμένο σακάκι στον ώμο αλώνιζε την πόλη, απαγγέλλοντας ποιήματα σ' όποιους θέλανε να τον ακούσουνε. Τον ακολουθούσαν πάντα ένα μπουλούκι θαυμαστές και χαφιέδες με πολιτικά.
   Οι μετριότητες αρχίσανε αμέσως να φωνάζουνε πως καταλύει την ποιητική παράδοση. Είναι άραγε η ποίηση του Χικμέτ καταλυτική ; Κάθε μεγάλη ποίηση είναι καταλυτική, μα ετούτη ήταν θαυμαστά τέτοια. Τί το ποι καταλυτικό, φυσικά, από την ομορφιά συνδυασμένη με την αλήθεια ; Ο Ναζίμ ήτανε ωραίος και συνάμα αληθινός, μ' άλλα λόγια, πραγματικά δημόσιος κίνδυνος, αυτή τουλάχιστον ήτανε η γνώμη των αρχών, οι οποίες μόνο την αηδιαστική ομαλότητα θεωρούσανε πατριωτική. Ο Ναζίμ ήτανε η ζωντανή απόδειξη του αντίθετου, κι άρχισε να τους γίνεται ενοχλητικός.
   Όλη η τραγωδία μας προέρχεται από το γεγονός ότι η παρουσία του Ναζίμ ήτανε ακριβώς το αντίθετο από μιά ''καθυστερημένη συνείδηση''. Κι αυτό σ' έναν τόπο υποανάπτυχτο, όπου η εμφάνιση ''προωθημένων συνειδήσεων'' είναι φαινόμενο κάπως σπάνιο. Παρά την πτώση του σουλτάνου και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, ο Ναζίμ εμφανίζεται σε μιά χώρα μισοφεουδαρχική ακόμα, με μιά εργατική τάξη ηρωϊκή αλλά μόλις σχηματισμένη και μιά αγροτιά ξεκληρισμένη απ' τους πολέμους που επιφέρανε την πτώση της αυτοκρατορίας, τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τη νίκη ενάντια στα συμμαχικά στρατεύματα κατοχής. Έστω και ''γερός σαν Τούρκος'', ο αγρότης είχε αποκάμει πια.
   Κι οι διανοούμενοι ; 40.000 απ' αυτούς πέσανε το 1915 στα Δαρδανέλια, 40.000 νεαροί διανοούμενοι ! (...)
  Η συκοφαντία, η καιροσκοπία, η υποδούλωση στους ισχυρούς, η ανάπτυξη της αισχροκέρδειας, εξακολουθούσαν ν' αποτελούνε τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας άρχουσας τάξης. Μετά το 1922 η κούραση μιάς μεγάλης μερίδας παλιών αγωνιστών εξυπηρέτησε τα συμφέροντα εκείνων που ποτέ δεν πάτησαν το ποδαράκι τους στο μέτωπο. Με το Ναζίμ απέναντί τους, δεν υπήρχαν ούτε υπεκφυγές ούτε συμβιβασμοί. Ή ήσουνα ταγμένος με τον αντιουμανισμό, την οπισθοδρόμηση, το θάνατο, ή εναντίον τους. Δεν είναι ότι σου ζητούσε να διαλέξεις, μα η ίδια η παρουσία του δεν άφηνε κανένα περιθώριο συμβιβασμού.
   Ο Ναζίμ δεν συνωμότησε. Ό,τι είχε να πει το βροντοφώναξε, ακόμα και την εποχή που φαντάζονταν πως τον εμποδίζουνε να το φωνάξει. Ποιός φταίει τάχα, αν οι συλλήψεις καταλήξανε σε δραπετεύσεις κι οι διωγμοί στην παρανομία ; Οι φίλοι του, εργάτες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, ποιητές, κάνανε το ίδιο που έκανε κι ο ίδιος ο Ναζίμ. Εκδίδανε δηλαδή διάφορα έντυπα και περιοδικά ή γράφανε ό,τι μπορούσανε, όπου καταφέρνανε να το δημοσιέψουν. Δεν πρόκειται για κατάληψη εξουσίας μα περισσότερο για κατάκτηση συνειδήσεων. Κι όμως ! Όλα εκείνα τα παλληκάρια τα φυλακίσανε, τα βασανίσανε, τα εκπαραθυρώσανε ή τα εξορίσανε. Έχουμε παραδείγματα που μοιάζουνε μ' εκείνα των μαρτύρων του Χριστιανισμού. Κανένας τους δεν προσδοκούσε τίποτα άλλο παρά νάναι συνεπής με το προλεταριάτο ή με την ταξική συνείδησή του, αν θέλετε. Ήταν αληθινοί πατριώτες. Ο Ναζίμ έγινε η σημαία τους.
   Στην Ανατολή, είναι πολύ παλιά ιστορία η διαμάχη ποιητών και αρχόντων. (...) Όσο για τους σύγχρονους, ο κατάλογος είναι πολύ μακρύς. Ο Ναζίμ Χικμέτ κατάγεται από μία γενιά τούρκων ποιητών που τη φωνή της αλήθειας την πλήρωσαν με εξορία, φυλακή ή θάνατο.
  Η συνοικία της ''Υψηλής Πύλης'' δεν είχε πια τίποτα το ''υψηλό'', όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον Ναζίμ.
   Είχε ενσκήψει σαν καταιγίδα σ' εκείνη την συνοικία που μύριζε έντονα τυπογραφικό μελάνι, κεμπάπ και κύματα-κύματα ανάσαινες τη μυρωδιά της κοντινής θάλασσας.
   Απομακρυσμένη πια απ' τους πασάδες της αυτοκρατορίας η Υψηλή Πύλη ήτανε τώρα μία φωλιά με λινοτυπικές μηχανές και κυλινδρικά πιεστήρια που τα είχαν κουβαλήσει κομμάτι κομμάτι στους ώμους τους οι αχθοφόροι ως τα ψηλότερα πατώματα μερικών κτιρίων ακαθόριστου ρυθμού κι αιώνα. Ωστόσο όλη τούτη η συνοικία των μεγάλων εφημερίδων και τυπογραφικών εγκαταστάσεων της Ισταμπούλ δεν χρησίμευε σε πολλά πράγματα. Και σε καμμία περίπτωση, φυσικά, για να μαθεύεται η Αλήθεια.
   Τα πρώτα μου σατυρικά σκίτσα τα δημοσίεψα σε μιά εφημερίδα της αντιπολίτευσης, το ''Γιαρίν'' (''Αύριο''), που την έβγαζε ένας περίεργος τύπος και τη διεύθυνε ένας παλιός σύντροφος του Ναζίμ στη Μόσχα το 1923, ο Ν. Ναζήφ. Αυτός είχε κατορθώσει, χωρίς να δίνει κανένα σαφή πολιτικό προσανατολισμό, να ανεβάσει το τιράζ της εφημερίδας σε 50.000 φύλλα, γεγονός που αποτελούσε ρεκόρ. Ήμουνα τότε δεκαπέντε χρονών. Εκείνη την εποχή (1928) νομίζω πως συνάντησα για πρώτη φορά τον Ναζίμ. Τα κατασκευάσματα μου φαίνεται πως είχανε κάτι το ''μοντέρνο'', όσο μοντέρνος φυσικά μπορεί νάναι ένας δεκαπεντάρης ζωγράφος στην Ισταμπούλ. Ο Ναζίμ ενθουσιάστηκε με τα σχέδιά μου, με χειροτόνησε αμέσως ζωγράφο και επαγγελματία εικονογράφο. Του εικονογράφησα ένα δυό παλαιά βιβλία κι αργότερα δουλέψαμε μαζί σε μιά άσημη εφημερίδα στην οποία ο ίδιος έγραφε χρονογραφήματα με ψευδώνυμο.
   Στην ''ανάβαση'' για την Υψηλή Πύλη που άρχιζε απ' το λιμάνι, διασταυρωνόμουνα ταχτικά με το Ναζίμ και την ομάδα του. Προχωρούσε μ' ένα στυλ που θύμιζε πολύ ''Νίκη της Σαμοθράκης'' και πάντα τον ακολουθούσανε μερικοί τύποι που δεν τον χάνανε ποτέ απ' τα μάτια τους. Τελικοί αυτοί οι τύποι καταλήξανε να μάθουνε απ' έξω τα ποιήματα του Ναζίμ. Από επαγγελματική υποχρέωση ή από ειλικρινή θαυμασμό ; Ίσως κι από τα δυό. Εκείνη ακριβώς την εποχή ακούστηκε από το στόμα του διοικητή της Ασφάλειας μιά φράση που επαναλήφθηκε πολλές φορές από τότε : ''Πρέπει να κρεμαστεί ο Ναζίμ Χικμέτ κι ύστερα όλοι μας να κλάψουμε κάτω απ' την κρεμάλα...''. Κι ένας νεαρός ποιητής απάντησε : ''Αν είναι για να τον κλάψουμε μονάχα, το προτιμότερο είναι να μην το κρεμάσουμε καθόλου...''.
  Να κρεμαστεί ή να μην κρεμαστεί ; Ιδού η απορία ! Σε τέτοιο σημείο είχαμε φτάσει. Ανάμεσα στους φίλους του Ναζίμ ήτανε και κάποιος που έγραφε περίφημα διηγήματα. Τον λέγανε Κεμάλ Αχμέτ και δούλευε διορθωτής. Ήταν κοντός, λίγο καμπούρης, με κάτι κοκκαλιάρικα δάχτυλα κίτρινα απ' το τσιγάρο και δυό χαριτωμένα βατραχίσια μάτια. Ο Κεμάλ Αχμέτ λάτρευε τη ποίηση. Πέθανε φυματικός κι ο Ναζίμ τον έκλαψε. Οι φίλοι του Ναζίμ διακηρύχνανε παντού τις ιδέες τους. Ζητούσανε να μπει ένα τέλος στην εκμετάλλευση των λαϊκών μαζών από την αστική τάξη που αποδείχτηκε ανίκανη να πραγματοποιήσει την αγροτική μεταρρύθμιση και τον εκβιομηχανισμό της χώρας.
   Φυσικά, σήμερα όλοι στην Τουρκία, λένε τα ίδια και μάλιστα τα γράφουν, χωρίς βέβαια να φέρνουν κανένα αποτέλεσμα και χωρίς να διακινδυνεύουν.
   Άλλοτε φυλακισμένος κι άλλοτε ελεύθερος, με χειροκροτήματα ή με γιουχαίσματα, με τους χαφιέδες και τους προβοκάτορες σε κάθε βήμα του, με τη λατρεία των γυναικών και το μίσος των συζύγων, ο Ναζίμ Χικμέτ αλώνιζε τη χώρα. Ήτανε κάτι το απίστευτο ! Συνάμα κατέλυσε τη λόγια οθωμανική ποιητική παράδοση, μεταμόρφωσε το λεξιλόγιο, έπλασε ένα σύστημα εικόνων βασισμένο στο  φουτουρισμό και στη λαϊκή τουρκική ποίηση, ξέθαψε από τη λήθη υπέροχα ποιήματα λησμονημένα και μ' αυτό τον τρόπο άνοιξε στην τουρκική ποίηση το δρόμο της φύσης και του ανθρώπου. Ο Ναζίμ κατόρθωσε, ώστε ν' ακουστεί για πρώτη φορά ύστερα από τόσους αιώνες, η φωνή της τουρκικής ποίησης, σ' όλο το κόσμο. Μόνο, ο Τζελαντίν Ρουμί τον 13ο αιώνα, το κατόρθωσε πριν απ' αυτόν. Τον αναφέρω παρ' όλο που έγραψε σε περσική γλώσσα και η ποιητική του μόνο από ορισμένες πλευρές μπορεί να θεωρηθεί τουρκική. Ο Ναζίμ όμως είναι Τούρκος εκατό τοις εκατό. Ούτε οι στιχοπλάστες του Ντιβανιού ούτε οι καλύτεροι λαϊκοί βάρδοι δεν φτάνουν το ανάστημα του Ναζίμ. Μόνο ο Γιουνούς Εμρέ, εκείνος ο ταπεινός δερβίσης του 13ου αιώνα με τη δύναμη της χωριάτικης γλώσσας του και με την βαθειά νόηση του ανθρώπινου πεπρωμένου, μπορεί να θεωρηθεί ο πραγματικός πρόγονος του Ναζίμ.
  Πριν ακόμα φυλακιστεί ο Ναζίμ είχε καταγγείλει το φασισμό. Από πολύ νωρίς ένιωσε πως η σύγκρουση θα ήτανε αναπόφευκτη. Ο χρόνος κύλησε, και ξαφνικά ξεσπάει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Ο ποιητής πληροφορείται στη φυλακή τις αβάσταχτες ήττες του πρώτου καιρού κι αργότερα με βαθειά συγκίνηση, τις νίκες, το Στάλινγκραντ, την Απελευθέρωση του Παρισιού, το Βερολίνο...Μόνος, κλεισμένος σ' ένα κελλί των φυλακών της Προύσσας. Κόντευε να τρελαθεί.
   Μα σχετικά με την πεζογραφία, σχετικά με το μυθιστόρημα ; θα ρωτήσετε. Έρχομαι στο θέμα...Η τούρκικη πεζογραφία αναπτύχθηκε πολύ αργά, δηλαδή στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ύστερα απ' την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας (1923) βλέπουμε ν' αναπτύσσεται με γοργότητα το μυθιστόρημα κι η νουβέλλα. Αρχίζει να αναπτύσσεται και μιά κοινωνική πεζογραφία και μία παράδοση ψυχολογίας.
   Η καθυστέρηση όμως ήταν τέτοια, κι έπρεπε να καλυφθεί τόσο έδαφος που τις περισσότερες φορές οι προσπάθειες δεν είχαν μεγάλη επιτυχία.
  Ο Ναζίμ μετά την επιστροφή του στην Τουρκία γύρω στα 1930, και στο διάστημα ανάμεσα σε δυό συλλήψεις ασχολήθηκε αρκετά με τον πεζό λόγο. Έγραψε με διάφορα ψευδώνυμα μιά σειρά πολιτικά και φιλολογικά άρθρα. Μα και στα ίδια τα ποιήματά του, χρησιμοποιεί τον πεζό λόγο, μ' ένα τρόπο, θάλεγα, που μοιάζει με τον τρόπο που χρησιμοποιεί στους λαϊκούς μύθους-τραγούδια ή στα δημιουργήματα της λόγιας ποίησης, τα ''Μεσνεβίς''. Τόσο στο ποίημά του : ''Η Τζοκόντα κι ο Σί-Ουά-Ού'' για παράδειγμα ή στην ''Εποποιία του Πολέμου για την Ανεξαρτησία'' βλέπουμε να παρεμβαίνει ο πεζός λόγος για να συνδέσει τους στίχους τόσο σαν ένας μηχανικός σύνδεσμος όσο και σαν σχολίασμα. Τα ''Ανθρώπινα Τοπία'' (1940) είναι μία συλλογή ποιημάτων που έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια με τον πεζό λόγο παρά με τον στίχο.
   Έτσι, στους ''Ρομαντικούς'' ακολουθεί πια τη φόρμα του μυθιστορήματος. Ο Ναζίμ είχε κατά νου από καιρό να γράψει ένα μυθιστόρημα που θα ήταν ένα είδος αυτοβιογραφίας. Σ' αυτό, θα έπλεκε δυό μύθους, δυό παράλληλα δράματα που θα ταυτίζονταν μεταξύ τους. Θα ήταν ένα μυθιστόρημα λυσσασμένου έρωτα, επανάστασης και μία ιστορία απλής λύσσας. Όλα τούτα, με επίκεντρο τον εαυτό του. Για πρώτη φορά το κουβεντιάσαμε στο Παρίσι (1961-1962). Ο Ναζίμ στο Παρίσι ;! Το ''κουρμπέτι'' του Παρισιού του ταίριαζε αρκετά, πάντα προσδοκούσε θαύματα απ' αυτό. Ήδη στο Ορλύ, οι διάφανες πόρτες δε θάνοιγαν τάχα από μόνες τους μπροστά στον ''Ασίκη'' ; Ο Ναζίμ στεκότανε αντίκρυ στο Παρίσι που έλαμπε μέσα στη μολυβένια νύχτα, σαν ένα παιδί που του χάρισαν ένα θαυμαστό παιγνίδι. Μα πάλι φύγαμε απ' το θέμα μας. Επιστρέφοντας απ' τη Φλωρεντία στα τέλη του 1962, ο Ναζίμ έφτασε στο Παρίσι με τα χειρόγραφα στην τσέπη κι ήθελε, όπως συνήθιζε, να μας τα διαβάσει αμέσως. Το μυθιστόρημα είχε τίτλο ''Πού τραβάει τάχα το καράβι με τα εκατό κατάρτια ;''. Του είπαμε πως ο τίτλος είναι κάπως μακρύς. Γύρω απ' το βασικό σκελετό, αναπτύσσονταν στο βιβλίο ένα σωρό κλάδοι, ίσως λείπανε πού και πού τα φύλλα τους. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση σχηματίσαμε ο Γκουζίν κι εγώ. Ο Ναζίμ ξαναπήρε τα χειρόγραφά του και συμπλήρωσε το μυθιστόρημά του στη Μόσχα. Πρόσθεσε πολλές σελίδες και μας το ξαναέστειλε την άνοιξη του 1963...Ναι, λίγο πριν απ' τη μοιραία εκείνη μέρα του 1963... Στο εξώφυλλο, αυτή τη φορά διαβάσαμε τον τίτλο : ''Η ζωή είναι ωραία, φιλαράκο...''. Ο τίτλος ''Οι Ρομαντικοί'' μπήκε στη σοβιετική έκδοση. Άλλοι θα κρίνουν καλύτερα από μένα το μυθιστόρημα του Ναζίμ Χικμέτ. Είμαι όμως σίγουρος πως φέρνει κάτι το καινούργιο μ' αυτό το βιβλίο του.
  ''Οι ενάρετοι καβάλησαν τα αγαθά άτια και χάθηκαν πέρα'', λέει μία τούρκικη ρήση για να εκφράσει τον θάνατο.
   Στις 3 Ιούνη 1963, το πρωί, ο Ναζίμ Χικμέτ καβάλησε το άσπρο άτι του κι έφυγε καλπάζοντας σαν αστραπή πέρα απ' την ''Υψηλή Πύλη''. Ίσως τούτη τη στιγμή να βρίσκεται κάπου κοντά στο Μπολού.
   Σας μίλησα για τα περασμένα, για τον Κεμάλ Αχμέτ, για τους Φίλους που χάθηκαν, αποφεύγοντας έτσι να μιλήσω για τον αβάσταχτο πόνο που μας πιέζει τα στήθη. Ωστε ο Ναζίμ δε ζει πιά ;...Όχι διάβολε, αυτό είναι αδύνατο, να μείνει κλεισμένος μέσα σ' ένα φέρετρο, άσε που κανείς δε ξέρει τί είναι ικανός αυτός ο Ναζίμ να σκαρώσει και με τον ίδιο τον θάνατο !

                                                                                                  ΑΜΠΙΝΤΙΝ ΝΤΙΝΟ
                                                      Σχέδιο του Αμπιντίν Ντινό για τον
                                                        Ναζίμ Χικμέτ

                                                        

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ : ''ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΩΡΗΣ''



 
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΛΗΝΙΚΗ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΑΝΤΡΕΑΣ   ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ
''ΛΟΓΙΑ  ΤΗΣ  ΠΛΩΡΗΣ''
''Κ α κ ο σ η μ α δ ι ά''
   Μας ήβρε το ηλιοβασίλεμα ανάμεσα Σίφνου - Σέρφου, δυόμισυ μίλια από την κόκκινη Χερρόνησο. Ως εκεί βοήθησε ο γρεγολεβάντες και με πρωτοδεύτερα πανιά κατεβήκαμε από τη Μύκονο τον Τρούλο για πέντε ώρες. Ήταν γρήγορη η γολέτα του καπετάν Κρεμύδα και δεν είχε δυσκολία σε καλόν καιρό να πάρη και οχτώ και δέκα μίλια την ώρα. Όμως αποδώ κ' εμπρός δεν έπαιρνε ουδέ τρία στη βόλτα. Γιατί άξαφνα χύθηκε από το βουνό της Μήλου, σα να διάβαινε από απέραντο καλαμιώνα, το πουνεντογάρμπι, κεφάλωσε το γρέγο και μας χώρισε κάτω από την Κίμωλο. Ο καπετάν Κρεμύδας πρόσταξε να κατεβάσουμε τα πανιά. Μα ώστε να το πη, ξεθύμανε ο καιρός και σε λίγο έπηξε η θάλασσα κ' έγινε λιμνοστάσι.
- Όρσε, διάολε ! είπε φαρμακωμένος, μιά φέρνει να μας πνίξη, μιά μαγκάρει...Ταρσανά θα κάνουμε !...
   Ο καπετάν Κρεμύδας ήταν πενηντάρης, κοντόχοντρος, με κεφάλι ολοστρόγγυλο, με πρόσωπο κρεμεζοβαμμένο και μαλλιά κάτασπρα. Τα μάτια του ήταν μικρά, τα φρύδια και τα μουστάκια του βλάγκα. Η φωνή του βραχνή και βαρειά σαν ρέκαμα κυμάτου και η καρδιά του απονήρευτη. Από ναύτης ήταν δουλευτής και οικονόμος. Λίγο-λίγο απόχτησε μερικά λεφτά, πήρε μισακό ένα σαπιοκάϊκο και δούλεψε σερμαγιά εδώ τριγύρω. Έπειτα το σαπιοκάϊκο έγινε όλο δικό του και άνοιξε δουλειές ως την Αττάλεια. Τέλος έχτισε τη γολέτα και άπλωσε τα ταξίδια του πέρα στον Ποταμό.
  Μα τώρα ήταν όλος θυμό. Όταν κατεβαίνουμε από τη Μαύρη Θάλασσα, οι ναύτες, που ήταν συντοπίτες του, φρόντιζαν κάθε ώρα να του θυμίζουν με τρόπο την πατρίδα και τα σπίτια τους.
- Ε, καπετάνιε, και να ήταν κανένας σαββατογεννημένος εδώ μέσα και να έπιανε ένας δυνατός γρεγολεβάντες και να διπλάρωνε η γολέτα μας κάτω από τον Τσικνιά ! έλεγε ο ένας.
- Εκεί που θα ειπής τον Τσικνιά, δε λες καλύτερα της Μύκονος τον Τούρλο ; πρόσθετε άλλος, κοιτάζοντάς τον κατάματα.
   Εκείνος γύριζε αλλού, τάχα πως δεν άκουε, κ' έπιανε κουβέντα με τον Μπαρμπατρίμη το ναύκληρο για τον καιρό. Και όταν τον στενοχωρούσαν με τα λόγια τους και με τις ματιές τους, που ήταν πιο παρακαλεστικές από τα λόγια τους, έσκαε την κόκκινη σκούφια του χάμω και μελανιάζοντας έλεγε :
- Ανάθεμα τον καπετάνιο που τσουρμάει συντοπίτες του ! Να με ιδής στο πίκι κρεμασμένο, Μπαρμπατρίμη, αν βάλω άλλη φορά στη γολέτα μου Μυκονιάτη !...           Οι ναύτες έσκυβαν το κεφάλι και σκορπούσαν κατακόκκινοι από ντροπή, σαν παρθένες άβγαλτες, με λυπητερό χαμόγελο στα χείλη και μ' ένα δάκρυ, ψιλό-ψιλό και άφαντο, στη βρύση των ματιών τους. Κι ο καπετάνιος, πικραμένος, έφευγε σέρνοντας στο κατάστρωμα τα ποδήματά του για να φανή φοβερός και κλειότανε στην κάμαρή του. Γιατί και κείνου η καρδιά λαχτάριζε για τη Μύκονο. Εκεί είχε τη γυναίκα του, την ψιλομελάχροινη Ελεφάντω, μ' ένα παιδί στην κούνια κι άλλο στη κοιλιά. Οι καιροί ενάντιοι μας άργησαν στη Μαύρη Θάλασσα, και αντί να φτάσουμε στη Μαρσίλια, δεν είχαμε ούτε το μισό δρόμο παρμένον. Μα νά που ήταν κάποιος σαββατογεννημένος στη γολέτα κ' έπιασε δυνατός γρεγολεβάντες στα Μπουγάζια κ' ήβραμε τον Καβοντόρο χειμωνιάτικο και δπλάρωσε η ''Βαγγελίστρα'' μας κάτω από τον Τσικνιά. Ο καπετάνιος πρώτος έτρεξε σπίτι του. Μα στο γυρισμό ούτε παιγνίδια ούτε φίλους έφερε. Και στο ταξίδι τώρα, αν και είχε την πλώρη κατά το Γαρμπή, τα μάτια του ήταν στυλωμένα στο Γρέγο κ' έβλεπε πάντα εμπρός του, από τα χιονάτα σπίτια και τις όμορφες εκκλησιές του νησιού, ένα μονάχα σπιτάκι και μέσα τη γυναίκα του, κλιναρωμένη να χαροπαλαίβη ! Την έβλεπε να γυρίζη τα φωτερά μάτια της και ν' αργολέη με αδύνατη φωνή :
- Πού είσαι, Μανωλιέ και μαυροκαπετάνιε !...Πού είσαι, Μανωλιέ και μαυροκαπετάνιε !...
  Και πού να ζητήση, πού να έβρη ησυχία ο Μανωλιός. Δρασκέλαε το κατάστρωμα σαν το λιοντάρι, πότε μίλαε μόνος του δυνατά, πότε χειρονομούσε χωρίς αιτία, πότε τραβούσε τα μαλλιά και χτυπούσε το κεφάλι του στα ξύλα. Και όλο βλαστημούσε την τύχη του και την τέχνη του.
   Στη γολέτα είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Τέσσεροι φλόκοι εμπρός και πέντε πανιά στο πλωριό κατάρτι, τρεις στραλιέρες στη μέση, μπούμα και φλις στο πρυμνιό κατάρτι. Μα το ξύλο έμενε ακίνητο σαν βάρυπνο. Ρίζες έρριξε, νομίζεις, στον πάτο και θα βλαστοβολήση. Αποκαρωμάρα βασίλευε γύρω, από άνθρωπο σε ξύλο, από θάλασσα σε ουρανό. Κουρελιασμένα σύγνεφα καφετιά κρέμονταν εδώ και κει και σταχτοκόκκινη σκόνη καθόταν ανάλαφρα στις στεριές και τη θάλασσα. Πότε και πότε έβγαζαν καμμιά σπηλιάδα, έπαιρναν μ' ένα γλυκομουρμούρισμα, αποκαρωτικό και κείνο. Έπειτα έπεφτε ο άνεμος, τα πανιά κυματούσαν σιγαλινά, τα σχοινιά λάγγευαν και χτυπιόνταν στο κατάστρωμα, ως που έμεναν ακίνητα. Κι ο καπετάν Κρεμύδας φαρμακωμένος συχνοψιθύριζε σφίγγοντας τα δόντια του :
- Όρσε, διάολε ! μιά φέρνει να μας πνίξη, μιά μουγκάρει...Ταρσανά θα κάνουμε !...
- Σώπα, καπετάνιε, και γλήγορα δυναμώνει ο νότος, είπε ο Μπαρμπατρίμης. Για ιδές τι τέμπλα έκανε το Τσιρίγο !

                                    
              Αληθινά κάτω στη νοτιά μαυροκόκκινα σύγνεφα σωριάζονταν τετραπανωτά. Και πίσω βασιλεύοντας ο ήλιος σαίθες ή αιματοβαμμένες σπηλιές, δεμάτια αχτίνες, έλουζε τη γη με φως και χρώματα. Η θάλασσα ασπρογάλαζη, καθρέφτιζε τους ίσκιους των νησιών και αυλακωνόταν από τα ρέματα, σαν πλατύς κάμπος κιμωλίας, ζωσμένος από δρόμους και μονοπάτια. Και τα νησιά, η Μήλος και η Ερμόμηλος που τρέφει τ' αγριόγιδα, πίσω η Σίφνος και η Σέρφος με τα παρδαλά γαϊδούρια της, η Νάξο παραπάνω με τους Βαραββάδες και η Πάρο με τα μάρματα. Η Μόλυβος η καμπουρωτή και η Κίμωλος η σαλαμάντρα, η Σίκινος και η Φολέγανδρος εδώθε και κάτω τα Γερακούνια χωριστά, σαν κοτρώνα κυματοπλανημένη, έπαιρναν ένα χρώμα κ' έδιναν μύρια. Έστεκε το ένα με κάποιο συγνεφάκι στην κορφή, το άλλο με ζουνάρι καταχνιά στη μέση, το δώθε με κροκοβαμμένο μέτωπο, το κείθε καστανοστεφανωμένο, το παρακεί με κάτασπρο χωριουδάκι, σαν απλοχεριά χιονιού που λησμονήθηκε στη λακκούλα του. Και πέρα στη θάλασσα, σε μεταξωτό παραπέτασμα, τα καράβια κοντυλογραμμένα, πήγαιναν οκνά κι ο μαύρος καπνός των βαποριών ψήλωνε κ' έσβυνε σε χρυσόξανθες τουλούπες. Ανάερα πουλάκια πετούσαν κυματιστά κ' έλαμπαν τα χιονάτα στήθη τους, σαν αργυρά φύλλα που άρπαξε ο άνεμος από εργαστήρι χρυσικού. Και κάτω από τα κοντινά μας ακρογιάλια της στεριανής ζωής η βουή έφτανε, γεμάτη χαρές και γέλια. Χώρια από τον καπετάνιο, οι άλλοι απλώναμε την ψυχή να ρουφήξουμε κείνη την παράδεισο, με ζήλεια στα μάτια για κείνους που τη χαίρονται. Και άξαφνα, δεν ξέρω πώς, ένιωσα μιάν ευτυχία γλυκειά και μιά θλίψη γλυκύτερη, που ήθελα να τη φωνάξω, γιατί μ' έπνιγε. Και άρχισα το τραγούδι :
Του ναύτ' η μάννα ζύμωνε του γιού της παξιμάδι !...
-  Σκάσε, βρε ! μη σου σπάσω το δοιάκι στο κεφάλι ! μ' έκοψε ο καπετάνιος.  Ξέχασα το τραγούδι και λούφαξα σε μιά κώχη. Σηκώνω τα μάτια και βλέπω στο πλωριό κατάρτι μιά κ ο υ κ ο υ β ά γ ι α. Τα μαύρα νυχοπόδαρά της γύριζαν δαχτυλίδια στα χείλη της κόφας και στήριζαν ακίνητο το κορμί, σα να ήταν ψεύτικη. Και αληθινά έμοιαζε γαι ψεύτικη. Ήταν η ομορφότερη κουκουβάγια που είδα στη ζωή μου !! Όπως καθόταν συμμαζωμένη, με τα μάτια στυλωμένα πέρα, δεν έκανε την ασχήμια που ταιριάζει στο σόϊ της. Έμοιαζε καλονοικοκυρά, βγαλμένη στην πόρτα να περιμένη τον άντρα της. Μου ήρθε όρεξη να παίξω με το πουλί και άρχισα να το προκάω :
- Ξιξιξί !...Ξιξιξί !...
- Τί κάνεις αυτού, μωρέ ;! μου φωνάζει ο καπετάνιος.
- Μιά κουκουβάγια κάθεται στην κόφα..
- Κουκουβάγια ;!
   Σηκώθηκε από τη θέση του και ήρθε να την ιδή από κοντά. Μα εκείνη, καθώς ψήλωσα το χέρι μου να δείξω..φρού !...έκαμε και πέταξε πέρα..Ο καπετάν Κρεμύδας ακολούθησε για κάμποση ώρα το τρεμουλιαστό πέταμά της κ' έπειτα, σα να μην είχε δύναμη να γυρίση στη θέση του, σωριάστηκε απάνω στο αμπάρι. Έμεινε εκεί με το κεφάλι σκυμμένο. Έπειτα μου λέει :
- Κ α κ ο σ η μ α δ ι ά, μωρέ παιδί, μεγάλη κακοσημαδιά !...Είδες το άτιμο να πάρη τα ζερβά !...Αν πετούσε δεξιά,θα είχαμε καλό ταξίδι μα τώρα κακά σημάδια. Ή σε μας ή στο σπίτι κάτι κακό θε να γένη !...
   Και γω εκείνη την ώρα τα ίδια συλλογιζόμουνα. Η κουκουβάγια λένε πως ήταν αδελφή των οχτώ παιδιών και του Κωσταντή. Η μάννα της
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα την έπλεκε,
στ' άστρι και στον αυγερινό έφτιανε τα σγουρά της.
   Όταν έγινε δώδεκα χρονών, ήρθαν προξενητάδες και τη ζητούσαν νύφη στη Βαβυλώνα. Η μάννα και τα οχτώ τ' αδέρφια της δεν ήθελαν να τη δώσουν τόσο μακριά, δε μπορούσαν να υποφέρουν το χωρισμό της. Μα ο Κωσταντής επίμενε και κάθε μέρα έλεγε της γριάς του :
Δος τηνε, μάννα μ', δος τηνε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα 'κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
νά 'χω και γω παρηγοριά, νά 'χω και γω κονάκι.
   Μα της μάννας η καρδιά δε θέλει ν' ακούση τα λόγια του πραματευτή και σοφά του απαντά :
Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσχημα απελογήθης.
Κι αν μώρθη, γιε μου, θάνατος, κι αν μώρθη, γιε μου, αρρώστεια,
κι αν τύχη πίκρα ή χαρά, ποιός θα μου τηνε φέρη ;
  Εγώ ! απαντάει εκείνος βαστάζοντας όρκο φριχτό. Κ' έτσι κατάφερε να χωρίση την Αρετή από τη φαμελιά της.   Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και οι φόβοι της μάννας αλήθεψαν. Θανατικό έπεσε στη χώρα. Σάρωσε κόσμο και κοσμάκη, σάρωσε και της δόλιας μάννας τα εννιά παιδιά ! Έρημη εκείνη, καταμόναχη, κλαίει και μύρεται στα μνήματα τα οχτώ παιδιών αλλά στο μνήμα του πραματευτή κλωτσά τις πλάκες, βρουχιέται κι αναθεματίζει :           Ασήκω, σήκω, Κωσταντή, την Αρετή μου θέλω ! Το Θεό μού 'βαλες εγγυητή και τους αγίους μαρτύρους, αν τύχη πίκρα ή χαρά να πας να μου τη φέρης ! 
  Η κατάρα των γονέων ακούεται, όπως κ' η ευχή. Σηκώνεται ο Κωσταντής μισολυωμένος από το μνήμα.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρι σαλιβάρι
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει και τηνε φέρνει.
  Η μάννα βλέποντάς την άξαφνα δεν μπορεί να πιστέψη τα μάτια της. Και όταν τέλος την αναγνωρίζη και μαθαίνη τον ανέλπιστο γυρισμό της, σωριάζεται νεκρή. Η Αρετή, απελπισμένη, ρίχνεται στο Θεό, παρακαλεί και λέει Του :
Θεέ μου και κάνε με πουλί, κάνε με νυχτοπούλι,
να περπατώ στις ερημιές, να κλαίω τους αδελφούς μου !
  Έτσι έγινε η κουκουβάγια η πεντάμορφη ! Άλλαξε το σόϊ, δεν άλλαξε όμως και την ψυχή. Ο ξεκληρισμός την ακολουθεί ακόμη και, όπου καθήση φέρνει και κει τη νέκρα και την ερημιά. Αφού τώρα ήρθε κ' έκατσε στο καράβι μας, βέβαια γαι καλό δεν ήταν. Μα για να παρηγορήσω τον καπετάνιο, έκαμα τον αδιάφορο.
- Μπα, δε βαρυέσαι που πιστεύεις, καπετάνιε ! του λέω. Ο Θεός καλός, όλα καλά.
   Εκείνος δεν είπε τίποτα, κούνησε θλιβερά το κεφάλι και κατέβηκε στην κάμαρή του.
- Πάει ν' ανάψη κι άλλο κερί, ψιθύρισε ο Μπαρμπατρίμης. Οι μετάνοιες και τα κεριά δεν έπαψαν αφόντας φύγαμε από τη Μύκονο. Μα δεν ήταν τώρα η πρώτη κακοσημαδιά που έτυχε του καπετάν Κρεμύδα. Πριν ακόμα ξεκινήση από το σπίτι, όλα τα σημάδια του ήρθαν ανάποδα. Ζήτησε να βάλη μισθωτό καπετάνιο στη γολέτα και δεν ήβρε κανένα. Όταν είδε πως παίρνει βοηθητικός καιρός και αποφάσισε να φύγη, βρέθηκε Τρίτη, ανάβαλε. Κινάει την Τετράδη να κατέβη στο γιαλό και πρώτο πράμα που αντίκρυσε ήταν μιά γίδα. Τί να κάμη ; Γυρίζει πίσω. Τέλος τη Πέφτη, αφού βγήκαν οι συγγενείς του να ψάξουν τους δρόμους κ' οι γυναίκες τράβηξαν εμπρός να διώξουν κάθε κακό συναπάντημα, κατόρθωσε να φτάση στη γολέτα.
   Ωστόσο η κουκουβάγια δεν είχε σκοπό να ξεκολλήση από το καράβι !! Ήρθε πάλι και κάθησε στο κατάρτι. Ήταν γυρισμένη στον καπετάνιο και στύλωσε τα μάτια της καταπάνω του. Μόλις την είδα, φρόντισα με χειρονομίες να την προγκήξω. Μα χίλια κι αν έκανα, δεν ξεκολλούσε ο πειρασμός. Έβλεπε τις χειρονομίες μου μιά στιγμή κ' έπειτα γύριζε αλλού το κεφάλι με περιφρόνηση, σα να μου έλεγε Μωρέ, άϊ χάσου !... Τέλος ο καπετάνιος την είδε.  - Πίσω μου, σατανά ! είπε κάνοντας το σταυρό του.     Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε κατάματα. Μα και κείνη κατάματα τον κοίταζε, λες και ήθελε να τον αβασκάνη. Στο τέλος τα κατάφερε. Ο καπετάνιος κιτρίνισε σαν το μερί. Ύστερα μονομιάς έγινε αράπης, ανέβηκε το αίμα να τον πνίξη. Κοίταξε το πουλί και δεν έπαυε να μουρμουρίζη σαν αδικοτυρρανισμένη ψυχή :
- Φτού ! σε ξορκίζω με τον απήγανο, πειρασμέ ! Τί θες, μωρέ, από μένα, άθεε ;!...Φεύγα αποπάνω μου και μη με κολάζης. Άσε με, φαμελίτη άνθρωπο, να βγάλω το ψωμί μου !...
  Μα εκείνη δεν καταλάβαινε από τέτοια. Κάθε τόσο χαμηλοπλάγιαζε το κεφάλι ζερβόδεξα, σα ν' αυτιαζόταν μαντέματα, που έφερνε από μακριά ο αιματοβαμμένος αιθέρας. Έπειτα το ψήλωνε απότομα με τα μάτια κάπου γυαλιστά, σα να είχε αφαιρεθή από τα κοσμικά του για να ξηγήση τα μαντέματα. Και άξαφνα γύριζε στον καπετάνιο, σα να έλεγε : Κοίταξε καλά...αν θελήσω, αλλίμονο σε σένα και στο σπίτι σου !!...
  Έσκυβε έπειτα, έχωνε τη μύτη στα στήθη της, σήκωνε τα λιανοπούπουλα του προσώπου σαν αγκιστρωτά λεπίδια, γούρλωνε τα μάτια, θερίο μανιασμένο ξέσχιζε τα κρέατά του για να ξεθυμάνη. Ο μαυροκαπετάνιος, βλέποντάς την έτσι, χαμήλωνε τα μάτια κ' έφευγε να μην την θυμώση περισσότερο. Μα αφού βημάτιζε λίγο, στεκότανε απότομα κάτω από το πινό και σταυρώνοντας τα χέρια σήκωνε το κεφάλι και της έλεγε :
- Μωρή, φεύγα ! πήγαινε στο καλό ! πήγαινε στην ευχή του Θεού και των γονέωνέ μου ! Άσε με να πάω στο δρόμο μου και μη με κολάζης....Φεύγα, μωρή άτιμη, σκύλα, σιχαμένη, βρωμιάρα !...Πήγαινε στο καλό, πήγαινε στο διάολο !...
  Και η φωνή του από μαλακή και παρακελιστική ανέβαινε και ξέσπαε βρισάρα, σαν το κύμα που πιάνεται παιγνιδιάρικο στο ένα ακρογιάλι και καταντά στο αντικρυνό τρομερός κοσμοχαλαστής. Αλλά το πουλί, σα να χαιρόταν με την παραφορά του, άνοιγε το στόμα και χαυνιζόταν πλατιά με χαμόγελα και περιφρόνηση. Και κείνος, βλέποντάς το έτσι, όλο άναβε, βλαστημούσε κ' έβριζε και χειρονομούσε και δάγκωνε τα δάχτυλά του.
- Μωρέ, φέρε μου την τσάγκρα ! φώναξε άξαφνα. Φέρε μου την τσάγκρα να του πιω το αίμα !!...
  Κίνησα να κάμω το θέλημά του. Αλλά δεν είχε υπομονή. Έφτασε πρώτος στην κάμαρη, άρπαξε το σκουροντούφεκο και από τη σκάλα την άναψε στο πουλί. Ένας ξερός χτύπος ακούστηκε, μα τίποτ' άλλο. Ο κόκορας έπεσε, αλλά δεν έπιασε το καψούλι ! Παγώσαμε. Κακοσημαδιά στην κακοσημαδιά ! Καλά το είπε ο καπετάν Κρεμύδας : Ή στο καράβι ή στο σπίτι μεγάλο κακό θα γένη !!...   Στο ξερό χτύπο η κουκουβάγια πέταξε. Αλλά δεν πέταξε μακριά να φύγη, να χαθή από μπρός μας. Χαμοπετούσε περίγυρα σχίζοντας τον αέρα με τα ψαλιδωτά φτερά της, καθότανε στο ξάρτι κ' έρριχνε ξαφνικά μιά στριγγιά φωνή που πάγωνε το αίμα :  - Κουκουβάου !...Κουκουβάου - βάου !...  Ο ήλιος ήταν βασιλεμένος και δεν έβλεπες στη δύση παρά σύγνεφα αιματοβαμμένα και κατακόκκινο αθέρα σαν αντιλάμπισμα μεγάλης πυρκαγιάς. Πέρα στο Τσιρίγο ο νότος έχτιζε τέμπλο, σωριάζοντας σύγνεφα θεοσκότεινα στη βάση, στη μέση ανοιχτότερα, στην κορφή καταγάλαζα. Κι απάνω στα κυματιστά χείλη, στους πύργους και στις πολεμίστρες, έχυσε πλατύ χρυσογάϊτανο κι άλλο αποπάνω αργυρό και ψηλά για φλάμπουρα σήκωσε τον Αποσπερίτη. Και πίσω αποκεί σαίτευε σπηλιάδα σε σπηλιάδα τον άνεμο, καρτερώντας τη στιγμή να χυθή συφάμελος ν' αναποδογυρίση τον κόσμο. Ο Μπαρμπατρίμης, που ακολουθούσε συλλογισμένος το χτίσιμο του τέμπλου, είπε του καπετάνιου :
- Καπετάν Κρεμύδα, θα μας βγάλη αέρα ο νότος. Λέω να πάρουμε κάτω λίγα πανιά.
-Μπά ! καλοκαιρινός είναι, άσ' το κι ας πάει !...
   Ο καπετάνιος ήταν αγαθός άνθρωπος. Μακριά όμως να μην τον θυμώσης. Τον θύμωσες ; Ίδιος βοριάς γίνεται. Τρέχα να μπης στο λιμνοστάσι, γιατί φίδι που σ' έφαγε !!
- Αν δεν σου πιω το αίμα, να μη με ειπούν καπετάν Κρεμύδα !! είπε σκάζοντας χάμω το σκούφο του.
  Άλλαξε το καψούλι, έφτιασε την αβιζώτη.
- Κυβέρνα καλά, Μπαρμπατρίμη, είπε, ίσ' απάνου στ' άτιμο ! Τήρα καλά να μην το χάσης από τα μάτια σου !
- Λέω, καπετάνιε, να μαϊνάρουμε λίγα πανιά. Θα βγάλη αέρα ο νότος..
- Μωρέ, δός του να παίρνη, γεροξεκουτιάρη ! Κυβέρνα καλά κι απάνω του σου λέω !!...
   Ο Μπαρμπατρίμης μουρμουρίζοντας έκατσε στο τιμόνι και χούφτωσε το δοιάκι. Ο αέρας όλο και δυνάμωνε. Οι σπηλιάδες έρχονταν συχνότερες και τα πανιά άρχισαν να γεμίζουν, τα ξάρτια και οι μακαράδες να τριζοβολούν. Ο γέρος έδινε τώρα τα προστάγματα γοργά, οι ναύτες έτρεχαν από σκότα σε σκότα, η γολέτα λίχνιζε το νερό. Μα καπετάνιος και ναύτες δεν είχαν το νου στο ξύλο παρά στην κουκουβάγια, που δεν έπαυε να κλωθογυρίζη πετώντας πάντα ζερβόδεξα.
   Στην αρχή βλέπαμε παράξενο το θέλημα του καπετάνιου. Έξω από το Μπαρμπατρίμη οι άλλοι είμαστε δίβουλοι. Μα ένας με τον άλλον ξεχαστήκαμε, ακολουθώντας το πέταμα του πουλιού. Σε κείνο ή σε μας έπρεπε να ξεσπάση η κακοσημαδιά..Αν το σκότωνε, σωνόμαστε και μεις και το καράβι και τα σπίτια μας. Γιατί ποιός ξέρει, αν ήταν για τον καπετάνιο η κουκουβάγια κι όχι για κανέναν άλλον ;! Αληθινά εκείνος ήταν ο καραβοκύρης, εκείνος στο σπίτι του άφησε άρρωστο, μα ποιός ήταν βέβαιος ; Ο καπετάνιος μπόλιασε σε όλους τη μανία του και, αν μας έβλεπες, θα πίστευες πως φάγαμε όλοι τρελλομανίταρα και κανείς δεν είχε τα λογικά του.
- Νά το, βάρ' του !...φώναζε ένας με τον άλλο, κινώντας χέρια και πόδια.
  Και κείνος με το ντουφέκι στο χέρι, το πρόσωπο αναμμένο, έτρεχε κοιτάζοντας περίγυρα με γουρλωμένα μάτια, λες κ' έρχονταν να πατήσουν κουρσάροι το πλεούμενο.       Το πουλί ήξερε πολλά παιγνίδια. Δεν πετούσε τόσο μακριά να το χάνουν τα μάτια μας. Μα ούτε και κοντά να το φτάνη η τσάγκρα. Φανερωνόταν δεξιά μας και η γολέτα έτρεχε απάνω του. Εκείνο πετούσε κατάμπροστα στην πλώρη, κρατώντας πάντα το ίδιο μάκρος. Έφτανε έτσι κάτω στη Μήλο ή απάνω από τα Γερακούνια ή κατά την Ερμόμηλο. Τότε, για να φυλαχτή από τις δόλιες ξέρες, πόδισε η γολέτα. Εμείς βλαστημούσαμε που θα χάναμε το πουλί. Εκείνο φαινότανε πίσω στο πίκι, να στυλώνη τα κρασάτα μάτια του κατά τον καπετάνιο. Και μόλις εκείνος ξέμωνε το ντουφέκι, έχυνε τη φωνή του βρισιά και περιγέλασμα και πετούσε κλωθογυρίζοντας μ' ένα πέταμα τρεμουλιαστό και βαρύ και άταχτο σαν μεθυσμένο, και η γολέτα πλιό μεθυσμένη έτρεχε καταπάνω του με τα πανιά γεμάτα. Ο καπετάνιος με την τσάγκρα στο χέρι. Και μεις όλοι με τα μάτια γουρλωμένα, τα πρόσωπα κατακόκκινα, χειρονομώντας και παραμιλώντας, που αν μας έβλεπες, βέβαια θα πίστευες πως φάγαμε όλοι τρελλομανίταρα και κανείς δεν ήταν στα λογικά του !!...
   Τώρα το φεγγάρι ψήλωνε ολοστρόγγυλο από το βουνό της Νάξου. Τα μακρυνά νησιά και περιγιάλια, σκοτεινιασμένα, νόμιζες πως έπλεκαν στο θαμπό αθέρα κ' έδιναν να μαντεύης παρά να ξεχωρίζης τα σχήματά τους. Τα κοντινά, η Κίμωλος και η Μόλυβος, η Μήλος και η Ερμόμηλος και τα Γερακούνια, ξεχώριζαν τυλιγμένα σε ασπρογάλαζη καταχνιά. Έδειχναν σχισμάδες και σπηλιές σκοτεινόμαυρες, τ' ακρωτήρια και τις ραχούλες φωτεινότερες, τις πλαγιές τους ήμερες, στρωτές, δίχως λιθάρια και χάλαρα. Το πουλί μας έρριξε κάτω από την Ερμόμηλο και βλέπαμε φώτα στο Κάστρο της Μήλου και δυό φωτιές μεγάλες να χύνωνται ποτάμια πύρινα και να φτάνουν στο καράβι, που έλεγες τώρα θ' ανάψη και κείνο. Από το αντίθετο πλευρό κατέβαινε του φεγγαριού η λαμπάδα κ' έγλυφε με γλώσσες αργυρές το κατραμαλειμμένο σκαφίδι μας.
   Ο αέρας όλο και δυνάμωνε, σφύριζε μέσα στ' άρμενα κ' έβγαζε χίλιων λογιών φωνές. Ο Μπαρμπατρίμης συλλογισμένος αυτιαζότανε το σφύριγμα και, την ώρα που ο καπετάνιος τον πλησίαζε, του ξανάειπε ανήσυχος :
- Καπετάν Κρεμύδα, ο νότος δυναμώνει....Να μαϊνάρουμε, λέω, λίγα πανιά...
- Κάμε ό,τι θες, απάντησε εκείνος..
   Ακούμπησε αγκομαχώντας στην κουπαστή και παράτησε την τσάγκρα. Μα την ίδια στιγμή ακούστηκε η φωνή της κουκουβάγιας απάνω από το κεφάλι του.
- Κουκουβάου !...Κουκουβάου-βάου !!...
  Το αναθεματισμένο ! τόση ώρα ήταν χωμένο στο ξάρτι και μεις χαμπάρι δεν είχμαμε. Τινάχτηκε ορθός, άδραξε την τσάγκρα και αγριοφώναξε :
- Στο τιμόνι, Μπαρμπατρίμη !! στο τιμόνι κι απάνω του !!
  Αφήσαμε όλοι τα πανιά και πήρε καθένας τη θέση του. Ο Μπαρμπατρίμης γύρισε τη γολέτα από την Ερμόμηλο κατά τα Γερακούνια. Το μέρος έχει ρέματα κ' εύκολα μπορεί να σε ξεπέση. ''Ερμόμηλο ξεπέσης, Γερακούνια καταντάς'', έλεγαν οι παλιοί. Μα ο γέροντας είχε στιβαρό και πιδέξιο χέρι. Όταν χούφτωσε το τιμόνι, λαχτάρα τό 'πιανε. Δεν είχαμε φόβο κι αρχίσαμε πάλι τον τρελλό αγώνα.
   Μα το πουλί το πλάνο δεν είχε σκοπό να πάψη το παιγνίδι του. Μαύρο σαν χούφτα χώμα, πετούσε αργά-αργά, λες και φρόντιζε να μη χαθή από τα μάτια μας. Πότε στριφογύριζε στη γολέτα, πότε διάβαινε σαίτα ανάμεσ' από τα πανιά και χώνευε στις στραλιέρες και καβαλίκευε τον τρίγγο και περνούσε κάτω από τα κουρτελατσίνια και καθότανε στον έξω φλόκο. Άξαφνα με  φωνές και φτεροκοπήματα πηδούσε πάλι μέσα, κατέβαινε στο φλις, ροβολούσε στη μπούμα. Και αποκεί, ρίχνοντας άλλη φωνή, ξανάρχιζε το παράξενο κλωθογύρισμά του.
- Πίσω μου, διάολε !!..έλεγε ο μαυροκαπετάνιος.
- Μωρέ, το κεφάλι μου κόβω πως δεν είναι πουλί αυτός ο πειρασμός, είπε μιά στιγμή ο Μπαρμπατρίμης. Πιάσε, λέω, την τσάγκρα με το ζαρβί να μη σου την πάρη, καπετάνιε ! Δεν ακούς μιά ώρα τώρα το σκυλί πώς γρινιάζει ;!   Αληθινά ο Πιστός ο σκύλος μας, πεσμένος στην πλώρη, με την ουρά κρυμμένη στα σκέλια, το κεφάλι ριγμένο στα μπροστινά του, ανοιγοσφαλούσε τα μάτια και γρίνιαζε. Αρχίσαμε τα σταυροκοπήματα. Άλλος φιλούσε το φυλαχτό του, άλλος έπαιρνε στη τσέπη του κερί του Επιτάφιου κι άλλος μουρμούριζε τα τροπάρια. Ο καπετάνιος, καθώς είδε το σκυλί, σταυροκοπήθηκε, έπιασε με το ζερβί χέρι το σκαντάλι.
   Τέλος, ήρθε μιά στιγμή που είπαμε πως τέλειωσαν τα βάσανα !! Η κουκουβάγια άρχισε ν' αργοπετά, να χαμηλώνη και άξαφνα βρόντησε χάμου στο κατάστρωμα.
- Βάρα της !! φωνάξαμε ομόφωνοι..
  Ώσπου να ξαμώση ο καπετάνιος, χάθηκε από μπρός μας ! Εκείνος άρχιζε να μας βρίζη, που δε μιλήσαμε σύγκαιρα. Μα την ίδια στιγμή βλέπω τον Μπαρμπατρίμη να παραιτή το δοιάκι και αρκουδίζοντας να τον πλησιάζη και με χειρονομίες να δείχνη στο σχοινί της μεσανής στραλιέρας.
- Βάρ' της !!..
  Μπάμ !!! αντήχησε και καπνός με σκάγια και στουπιά έπεσε στα πανιά, σα να τα έδερνε αδρύ χαλάζι. Με την ντουφεκιά ένας άλλος χτύπος συγκρατητός ακούστηκε, όπως όταν γκρεμίζεται δέντρο συγκλαδοκορμόρριζο. Πέσαμε όλοι μπρούμητα.
  Ο διάβολος έκαμε το σκοπό του !! Μιά στιγμή που παράτησε ο γέρος το τιμόνι, μας άρπαξε το ρέμα, μας έσπρωξε απάνω στα Γερακούνια και η γολέτα άνοιξε σαν καρύδι.. Και από τη θαμπή ερημιά του νησιού ανέβηκε για τελευταία φορά πιο άγρια κ' αιματοπήχτρα η φωνή της κουκουβάγιας :
- Κουκουβάου !...Κουκουβάου-βάου !....
- Αχ, μ' έχασες, πειρασμέ !...στέναξε ο καπετάνιος τραβώντας τα μαλλιά του.
   Μα ο Μπαρμπατρίμης έτρεξε και του βούλωσε το στόμα..
- Φτύσ' στον κόρφο σου, καπετάνιε, φτύσ' στον κόρφο σου και μη βαργομάς το Θεό !...Νά που ξεδιάλυνε η κακοσημαδιά. Κάλλιο στο καράβι παρά στο σπίτι σου !!...
   Ο Καπετάν Κρεμύδας γύρισε και τον κοίταξε άφωνος. Θυμήθηκε το σπίτι του, τη γυναίκα του κλιναρωμένη να χαροπαλαίβη, να γυρίζη εδώ και κει τα φωτερά μάτια της και κάτω τα παιδιά να σέρνωνται και να κλαίνε μονάχα κ' έρημα. Και πέφτοντας με αναφυλλητά στην αγκαλιά του Μπαρμπατρίμη :
- Ναι, είπε με φωνή μισοσβησμένη, λες και φοβότανε να την ακούση κι ο ίδιος. Δόξα νά 'χη ο Θεός ! Κάλλιο στο καράβι παρά στο σπίτι μου !
******
*****************
******************************
 
 
      


 
 
 
 
 
 
 
 

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

ΠΑΡΑΨΥΧΟΛΟΓΙΑ : Ο ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ...



Παραψυχολογία
                                  Ο Ύπνος και
                               τα Όνειρά μας...

   Ο ύπνος με το συνακόλουθό του : το όνειρο έπαιξαν έναν ανυπολόγιστα μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της παιδείας (του ''πολιτισμού'') μας. Οι ανθρωπολόγοι αγαπούν να διατυπώνουν υποθέσεις ''εκ του αδυνάτου''. Εάν ο άνθρωπος - λένε - δεν αποκτούσε την όρθια στάση του σώματός του, ώστε να ελευθερώσει τα χέρια του, ή εάν το κρανίο του είχε αρχικά μία άλλη κατασκευή, τέτοια που να μην επιτρέπει την αύξηση της εγκεφαλικής ουσίας στην έκταση και στο ρυθμό που μεγάλωσε αυτό το όργανο, ή εάν, με τις ελευθερίες που πήρε, δεν κατόρθωνε να κάνει τόσο χαλαρό το ζυγό της Φύσης (τα ένστικτα) για τον τράχηλό του - θα ήταν και ο ίδιος και ο δρόμος του ο ιστορικός εντελώς διαφορετικοί από ό,τι είναι σήμερα. Κατά το ίδιο σχήμα μπορούμε κι εμείς να πούμε ότι εάν ο άνθρωπος είχε προικιστεί με άλλο τρόπο ή ανακαλύψει άλλη μέθοδο να συντηρεί τις  δυνάμεις του και να τις ανανεώνει (ή να λιγοστεύει την αναπότρεπτη φθορά που φέρνει η συνεχής ανάλωσή τους) και όχι τον ύπνο, ή εάν παραδομένος στον ύπνο δεν ονειρευόταν - άλλη θα ήταν η δομή του εσωτερικού του κόσμου και άλλα τα πνευματικά του θησαυρίσματα..
    Ο λόγος είναι ευνόητος. Καθώς αναστέλλει ορισμένες αντιδράσεις απέναντι στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, ακόμη και βασικές λειτουργίες του οργανισμού, ο ύπνος δίνει στον άνθρωπο την πρόγευση του θανάτου, της οριστικής διακοπής της ζωής. (Στις μυθολογίες πολλών λαών ο ύπνος παρουσιάζεται σαν άλλο πρόσωπο ή αδελφός του θανάτου). Και τα οράματα του ονείρου, τόσο όμοια αλλά και τόσο διαφορετικά από τις εντυπώσεις της καθημερινής πραγματικότητας, κατά το περιεχόμενο και ιδίως κατά τον ειρμό που τα συντάσσει, του υπέβαλαν από πολύ νωρίς την ανεκτίμητη για την πνευματική του εξέλιξη υπόθεση ότι ο ορατός κόσμος γύρω του είναι όχι ολόκληρο αλλά μέρος μόνο του σύμπαντος και δεν πρέπει με κανένα τρόπο να ταυτίζεται μαζί του - αφού μάλιστα η άλλη πλευρά του σύμπαντος, αυτή που δεν φωτίζεται την ημέρα, αλλά περιμένει τη νύχτα για ν' αποκαλυφθεί (ως ένα μικρό πάλι βαθμό), έχει τη δική της υφή και κίνηση, νόμους δικούς της, δική της ''αλήθεια''.
   Αν καλοσκεφτούμε, θα παραδεχτούμε - νομίζω - ότι από τις δύο αυτές συγκλονιστικές ''εμπειρίες'' άντλησαν και εξακολουθούν να αντλούν τις ιδέες και τα σύμβολά τους ο μύθος και ο λόγος, η θρησκεία και η τέχνη, η φιλοσοφία και η επιστήμη, με μία λέξη : το ''πνεύμα'' του ανθρώπου.
   Θα άξιζε να γίνει κάποτε (εάν δεν έχει γίνει κιόλας χωρίς να το γνωρίζω) μία συστηματική εξερεύνηση στα πνευματικά αρχεία της ανθρωπότητας, για να απογραφεί η οφειλή της παιδείας μας στα δύο βιοψυχολογικά φαινόμενα που ονόμασα, τον ύπνο και το όνειρο. Παραδόσεις και κείμενα, ανώνυμα και επώνυμα, αρχαίων και νέων λαών, από όλα τα γεωργαφικά πλάτη της γης, μαρτυρούν με τρόπο αναμφισβήτητο πόσο τα φαινόμενα αυτά επηρέασαν βαθιά τα αισθήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων σε όλη τη διαδρομή της ιστορίας, από την εποχή των σπηλαίων ως τη δική μας, την εποχή των διαστημικών οχημάτων.
   Θα αναφέρω δύο μόνο, αλλά πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα. Μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις για την προέλευση της ιδέας της ''ψυχής'' (η λέξη, ισχυρίζονται οι οπαδοί της, προήλθε με αναγραμματισμό από την ινδοευρωπαϊκή spuk=φάντασμα) είναι εκείνη που υποστηρίζει ότι από τις ονειρικές παραστάσεις απομακρυσμένων ή πεθαμένων προσώπων οδηγήθηκε ο άνθρωπος να πιστέψει ότι ο θάνατος δεν εξαφανίζει την υπόστασή του. Απλώς την αποχωρίζει από το υλικό και επομένως φθαρτό σκήνωμά της και τη μετατρέπει σε ''φάντασμα'', αόρατο την ημέρα, που επισκέπτεται όμως τη νύχτα τους ζωντανούς, για να τους ζητήσει μία εκδούλευση, να τους μεταδώσει ένα μήνυμα, να τους παρασταθεί ή να τους εκδικηθεί κ.λ.π. Αυτό το πανομοιότυπό μας, το καμωμένο από άλλη στόφα, είναι η ''ψυχή'' που κατοικεί μέσα μας όσο ζούμε και ύστερα φεύγει μακριά, αλλά ξαναγυρίζει να μας συναντήσει στον ύπνο, όταν μας καταδιώκει ή όταν επικαλούμαστε την βοήθειά της.
  Εκτός απ' αυτήν και μία άλλη ιδέα που αξιώθηκε να έχει περίλαμπρη σταδιοδρομία μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, γεννήθηκε από τις εμπειρίες του ύπνου : η ιδέα ότι ο κόσμος των αισθήσεων, ο ορατός και απτός, είναι απατηλός, ή τουλάχιστον αβέβαιος, και γι' αυτό ο ''σοφός'' δεν πρέπει να τον εμπιστεύεται, να παρασύρεται από την γοητεία του ή να υποκύπτει στους πειρασμούς του. Αν ο απλοϊκός, ο ''αμύητος'', άνθρωπος δέχεται σαν αληθινά τα όσα βλέπει, είναι γιατί παθαίνει ό,τι κι εκείνος που ονειρεύεται : ''γελιέται'' και νομίζει ότι ζει σ' ένα κόσμο πραγματικό, ενώ αυτός ή αυτό που βλέπει είναι απλούστατα γέννημα της φαντασίας του. Η θεωρία αυτή έχει εμφανιστεί με πολλές και ποικίλες μορφές στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας. Ας θυμηθούμε ένδοξες έννοιες, όπως τη maya του Ινδουϊσμού, το ''σπήλαιο'' της Πολιτείας του Πλάτωνα, τα ''φαινόμενα'' του Kant, ακόμη και τον ''μακρόκοσμο'' της Φυσικής του καιρού μας - όλες είναι δικά της ευγενή προϊόντα. Ένας Κινέζος, ο Τσουάγκ Τσού, έχει δώσει κλασική διατύπωση στο κατεξοχήν μεταφυσικό αυτό θέμα : Εδώ και εικοσιτέσσερις αιώνες, σημειώνει ο Άγγλος βιογράφος του Herbert Allen Giles (1889), ο Τσουάγκ Τσού ονειρεύτηκε πως ήταν μία πεταλούδα που ''πηγαινοερχόταν στον αέρα και δεν ήξερε τίποτα για τον Τσουάγκ Τσού'', και όταν ξύπνησε δεν ήξερε αν ήταν ένας άνθρωπος που είχε ονειρευτεί πως ήταν μία πεταλούδα, ή μήπως ήταν μία πεταλούδα που τώρα ονειρευόταν πως ήταν άνθρωπος...Με άλλα λόγια ο ύπνος είναι όπως ο θάνατος : ένα σύνορο που χωρίζει δύο κόσμους, διαφορετικούς από πολλές απόψεις (λογικός, υποταγμένος σε νόμους, σαφής ο ένας - μαγικός, ακανόνιστος, θολός ο άλλος), αλλά εξίσου αβέβαιους για όποιον αγαπάει να μη στέκεται σε ό,τι φαίνεται αλλά αναζητά αποδείξεις αδιάσειστες.
Ποιός από τους δύο να είναι τάχα ο ''αληθινός'' ; Η απορία αυτή βασάνισε και βασανίζει όχι τους αφελείς μόνο, αλλά και πολλούς στοχαστικούς ανθρώπους προικισμένους με μεγάλη ευαισθησία απέναντι στα μεταφυσικά θέματα. Δραματικά διατυπωμένη τη βρίσκουμε σ' ένα απόσπασμα του Ευριπίδη :
    ''Τίς δ' οίδεν ει το ζην μεν εστί κατθανείν, το κατθανείν δε ζην'' (Ποιός ξέρει αν η ζωή είναι (στη πραγματικότητα) θάνατος, και ο θάνατος ζωή ;)
   Άλλη παραλλαγή της απορίας : αυτά που αντιλαμβανόμαστε ξύπνιοι είναι τα αληθινά ή εκείνα που βλέπουμε στα όνειρά μας ; Και για τα μεν και για τα δε είμαστε, όταν τα ζούμε, εξίσου βέβαιοι ή τουλάχιστον εξίσου αβέβαιοι..
  Ας αφήσουμε όμως τους χώρους της Μεταφυσικής και ας προσγειωθούμε στο έδαφος της Ψυχολογίας.
  Σε κανέναν από τους προηγούμενους αιώνες δεν ασχολήθηκε η επιστήμη με την ανάλυση και την εξήγηση του ονείρου τόσο εντατικά και με τόσο θετικά αποτελέσματα, όσο στον αιώνα μας. Η κίνηση εγκαινιάζεται από το πολύκροτο βιβλίο που δημοσίευσε ακριβώς το 1900 για τη σημασία του ονείρου ο πατέρας της ψυχανάλυσης Sigmund Freud. Η ερμηνεία του είναι γνωστή : στον ύπνο αποδεσμεύεται το ταλαιπωρημένο από τα τραύματά του υποσυνείδητο και αναζητεί λύση των προβλημάτων του στη συμβολική γλώσσα των ονειρικών εικόνων. Οι λύσεις που βρίσκει (ή δοκιμάζει) είναι βέβαια απατηλές, υποκατάστατα της πραγματικής, αλλ' αυτήν δεν τολμά να την επιχειρήσει ο άνθρωπος κατά το χρόνο της εγρήγορσης, γιατί αντιτίθεται σε αυστηρές ηθικές επιταγές ή σε αδυσώπητες κοινωνικές συμβάσεις, επομένως θα του στοιχίσει μία υπέρογκη ''δαπάνη'' που δεν αισθάνεται τον εαυτό του ικανό να την καταβάλει. Οπωσδήποτε ανακουφίζεται με την προσωρινή έστω ικανοποίηση που παίρνουν στο όνειρο οι ενστιγματικές ορμές του.
  Με την εξήγηση που έδωσε, ο Freud σκόπεψε σωστά, το λάθος του είναι ότι παράβλεψε τη μεγάλη ποικιλία των ονείρων (στη σύνθεση του περιεχομένου και στη ψυχολογική τους σκοπιμότητα) και πίστεψε ότι όλων το μυστήριο μπορεί να το ανοίξει με το ίδιο κλειδί. Οι άμεσοι μαθητές και συνεργάτες του (ο Jung λ.χ. και ο Alder) επισήμαναν άλλες κατηγορίες ονείρων που εκφράζουν είτε άλλου είδους ανομολόγητες επιθυμίες του ατομικού, είτε πανάρχαιες ''ψηλαφήσεις στο λαβύρινθο των ορμέμφυτων τάσεων'' του συλλογικού ασυνείδητου. Οπωσδήποτε η ψυχαναλυτική θέση έχει ισχυρά στηρίγματα και όσοι (από αυταρέσκεια ή ηθικολογία) την αποκρούουν δεν ξέρουν ή ξεχνούν ότι σαφή ίχνη της βρίσκονται σε παλαιά κείμενα υψηλού ήθους και κύρους αναμφισβήτητου. Ο περίεργος αναγνώστης ας κοιτάξει όσα γράφει ο Πλάτων στο 9ο βιβλίο της ''Πολιτείας'' (571 a-d) για τα άσεμνα και αποτρόπαια όνειρα και δεν θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει στα παραδείγματα του αρχαίου φιλοσόφου τα ''συμπλέγματα'' και τις τυπικές έννοιες της φροϋδικής συμβολικής. Όσο για την κατηγορία των λεγόμενων ''ονείρων του υποσυνείδητου σχεδιασμού'' (που τα μελετάει κυρίως ο Adler) θα τον παραπέμψω στην Αγία Γραφή, στο κεφάλαιο 37 της ''Γένεσης'' (στίχ. 5-10), να διαβάσει τα όνειρα του Ιωσήφ και την καθαρά ψυχαναλυτική εξήγηση που δίνουν σ' αυτά οι αδελδοί και ο πατέρας του. ''Ονειρεύτηκα'', τους λέει ο μικρός αδελφός, ''ότι μαζεύαμε τα στάχια στη μέση του χωραφιού και τα κάναμε δεμάτια, και νά ! ορθώθηκε το δικό μου δεμάτι, ενώ τα δικά σας γονάτισαν να το προσκυνήσουν'' και αυτοί αγανακτισμένοι του απαντούν :''μη βασιλεύων βασιλεύσεις εφ' ημάς ή κυριεύων κυριεύσας ημών ;''. Το δεύτερο όνειρο το αφηγήθηκε μπροστά στο πατέρα του : ''Είδα'',λέει, ''τον ήλιο, το φεγγάρι και έντεκα αστέρια (τόσοι ήταν οι αδελφοί του) να με προσκυνούν''. Και ο πατέρας απορημένος και οργισμένος του απαντά : ''Τί το ενύπνιον τούτο ο ενυπνιάσθης ; άρα γε ελθόντες ελευσόμεθα εγώ τε και η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου προσκυνήσαι σοι επί την γην ;'' - Από μικρός ο φιλόδοξος Εβραίος ετοιζότανε ν' ανεβεί ψηλά. Και καθώς ξέρουμε, το πέτυχε...όπως ακριβώς το είχε προσχεδιάσει στα όνειρά του..
   Ο ύπνος μας αποκόβει από τους ομοίους μας (ακόμη και από κείνους που ζουν μαζί μας κάτω από την ίδια στέγη) και μας απομονώνει, μας βυθίζει στον εαυτό μας. Αυτό είναι από ψυχολογική άποψη το χαρακτηριστικό, το καίριο γνώρισμά του. Καθώς πέφτει σε αδράνεια (όχι απόλυτη) το σώμα και κλείνουν τα παράθυρα των αισθήσεων προς τον εξωτερικό κόσμο (και πάλι όχι εντελώς), αποκομμένη και από τα ερεθίσματα της καθημερινής ζωής και τις πιεστικές ανάγκες της, η συνείδηση αποσύρεται στις δικές της έγνοιες και ανησυχίες, στα οικεία πάθη, στα προβλήματά της που δεν μπορεί ή δεν θέλει να τα λύσει την ημέρα, ή που τ' άφησε μισολυμένα από ατυχία ή έλλειψη θάρρους και αποφασιστικότητας. Πολλές φορές δεν παίρνει στα σοβαρά το νυχτερινό της έργο, αφήνεται στην αυτόματη ροή των εικόνων που διατηρούνται από τη μνήμη, επιτρέπει στη φαντασία να τις συνδυάσει ολόκληρες ή ακρωτηριασμένες σε παράξενες συνθέσεις και ''παίζει'' με τα σκαριφήματά της. Τότε τα ενύπνια οράματα παρουσιάζουν άλλοτε μία διασκεδαστική ασυναρτησία, άλλοτε μία φρικιαστική, θηριώδη απανθρωπιά, και ο κοιμισμένος τα παρακολουθεί πότε ιλαρός και γελώντας, πότε έντρομος και μορφάζοντας, με μία απερίγραπτη συγκίνηση που τον ξυπνάει απότομα και εξακολουθεί να τον κατέχει ακόμη και μετά την εγρήγορση - κάποτε χωρίς να θυμάται καν τί ακριβώς τον αναστάτωσε (''εφιάλτες''). Όλα αυτά φαίνονται και σε μας, όταν τα αφηγείται, και στον ίδιο, όταν τα αναπολεί, αυθαίρετα, αλλόκοτα και ακατανόητα. Εάν όμως γνωρίζαμε κατά βάθος και λεπτομερώς τί κρύβεται μέσα στις υπόγειες στοές του ψυχικού του εδάφους (εάν κι ο ίδιος ήξερε, ήταν σε θέση να εξερευνήσει τις σκοτεινές κρύπτες της συνείδησής του) ίσως θα μπορούσαμε να δώσουμε μία εξήγηση στα όνειρά του. Γιατί οι φαντασιώσεις του ύπνου έχουν τον ειρμό και το νόημά τους, τη δική τους ''λογική'' που δεν την ξέρουμε, επειδή δεν γνωρίζουμε τη ''συμβολική'', τη ''γλώσσα'' τους.
   Η Ψυχιατρική έχει προσέξει και υπογραμμίσει τις εκπληκτικές ομοιότητες που υπάρχουν (από την άποψη που εξετάζουμε εδώ το φαινόμενο) μεταξύ ύπνου και ορισμένων μορφών παραφροσύνης. Ο άνθρωπος που ''έχασε'' ή έχει ''ταραγμένες'' τις φρένες του, είναι κι αυτός σαν τον κοιμισμένο αποκομμένος από τη ''κοινή ζωή'' και προσηλωμένος αμετακίνητα στη ''δική του ζωή''. Ζει βυθισμένος στον εσωτερικό του κόσμο και στα δικά του προβλήματα.
Εμάς τους άλλους, την κοινωνία, τους ομοίους του όχι μόνο τους αισθάνεται πέρα μακριά, δεν τους ''βλέπει''. Ανάμεσα σ' αυτούς και στον εαυτό του έχει υψώσει ένα ψηλό και αδιαπέραστο τείχος, εκεί έχει καταφύγει (όπως σ' ένα κρησφύγετο ο κατατροπωμένος στη μάχη που έχασε) και ζει ονειρεμένος - με τις φαντασιώσεις, τις φροντίδες και τους φόβους, το παραλήρημά του. Πώς να τον καταλάβουμε αν δεν πετύχουμε να μαντέψουμε τη ''συμβολική'' των οραμάτων, των κινήσεων, των λόγων του ; Έχει γκρεμίσει τις γέφυρες που θα μπορούσαν να ενώσουν το οχυρό του με τη δική μας ''αγορά'', και επικοινωνία μεταξύ μας δεν υπάρχει. Μήπως μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τον κοιμισμένο που παραδέρνει στην αγωνία ενός εφιάλτη ;! Για να τον γλυτώσουμε από το μαρτύριο ένας τρόπος υπάρχει : να τον ξυπνήσουμε ! Έτσι θα ήταν δυνατόν να γιατρέψουμε και τον παράφρονα : να προσπαθήσουμε να τον επαναφέρουμε από την ''ιδίαν φρόνησιν'' στον ''συνόν (κοινόν) λόγον'' (οι όροι είναι του αρχαίου Ηράκλειτου), να μιλήσει τη γλώσσα της κοινότητας και να επιχειρήσει να λύσει τις δυσκολίες που τον νίκησαν και τον απομόνωσαν, όπως τις λύνουμε εμείς οι άλλοι θνητοί : σπάζοντας τα δεσμά που μας πληγώνουν ή υποφέροντας με εγκαρτέρηση της πληγές μας. Αλλά αυτό δεν γίνεται εύκολα, ή δεν γίνεται καθόλου, στις βαριές περιπτώσεις. Και ο ''αλαφροίσκιωτος'' ζει μόνος, ή κοντά μας αλλά πάλι μόνος, παραδομένος στις φαντασιώσεις του, ονειρευόμενος με μάτια ανοιχτά - όπως άλλωστε και ο ονειροπαρμένος ποιητής, όταν κατέχεται από τον οίστρο της δημιουργίας, κι αυτός ενεργεί σαν υπνοβάτης, απομονωμένος, χαμένος στο δικό του κόσμο..
    Δεν είναι άραγε βλασφημία να παραλληλίζουμε (μέσα σ' αυτό το σχήμα) τους άρρωστους και τους υγιείς ; Νομίζω όχι, αφού τουλάχιστον ξέρουμε ότι τα σύνορα μεταξύ υγείας και νόσου είναι ακαθόριστα και αβέβαια, και αφού ένας διάσημος ψυχολόγος και γιατρός, ο Pierre Janet, μας έμαθε ότι ο παράφρων είναι απλώς η γελοιογραφία του ανθρώπου που έχει σώας τας φρένας..

''Η Βούληση είναι δύναμη θαυμάσια και ακατανόητη''
Descartes

''Είναι προτιμότερο ν' αφήσουμε αναπάντητα μερικά ερωτήματα παρά να παραβιάσουμε τους κανόνες για την αναζήτηση της αλήθειας''
Jean Hamburger

''Και τώρα τί θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους ;
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις..''
Κ. Καβάφης

                                                            ***********************
                                                 ***********************************