Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΠΥΓΜΗΣ


Προσωπικό
Κοινωνιολογικό
Δοκίμιο                            ''Το Δίκιο
                                     της
                          Ανθρώπινης Πυγμής''

   Έχουν άραγε, κατά έναν αδυσώπητο νόμο, καταδικαστεί οι μικροί και οι αδύνατοι - είτε άτομα είναι είτε ολόκληροι λαοί - να υποτάσσονται στους μεγάλους και στους δυνατούς, και όταν δυσανασχετούν ή εξεγείρονται γι' αυτή τη μεταχείριση να εξοντώνονται απ' αυτούς αλύπητα ; Ότι η ιστορία του ανθρώπου βεβαιώνει το πράγμα (ακόμη και με τις σπάνιες εξαιρέσεις του κανόνα) δύσκολα μπορεί κάποιος να το αρνηθεί. Είναι όμως όχι μόνο ιστορικό γεγονός, αλλά και φυσικού νόμου επιταγή ο άοπλος και ο αφελής να γίνεται μπαίγνιο, δούλος και βορά του αρματωμένου και του πανούργου ;
    Σαν θεωρία ηθική και πολιτική φιλοσοφία η γνώμη αυτή είναι πανάρχαιη. Τη βρίσκουμε άριστα διατυπωμένη στα χρόνια των Ελλήνων σοφιστών. Ο Πλάτων μέσα στο ''Γοργία'' βάζει ένα μαθητή τους, τον Καλλικλή, να την υποστηρίζει αδιάλλακτα απέναντι στο Σωκράτη του διαλόγου, που δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι σε τελική ανάλυση την ευτυχία του ανθρώπου την θρέφει και την ασφαλίζει η υπεροχή - έστω και με τη βία. ''Η ίδια η Φύση'' λέει ο Καλλικλής ''δηλώνει, νομίζω, καθαρά ότι δίκαιο είναι να έχει ο καλύτερος (στη σωματική διάπλαση) περισσότερα από τον χειρότερο και ο δυνατότερος περισσότερα από τον αδυνατότερο. Αυτό γίνεται φανερό σε πολλές περιπτώσεις, και στων άλλων ζώων τις σχέσεις και στων ανθρώπων, καθώς και στις σχέσεις ολόκληρων πόλεων και γενών. Έτσι έχει κριθεί το δίκαιο, ο καλύτερος να εξουσιάζει τον χειρότερο και να έχει περισσότερα απ' αυτόν'' (483d). Η βία λοιπόν είναι ''νόμος της φύσης'', ''το της φύσεως δίκαιον''.
    Όπως μας είναι γνωστό, αυτό κατά τον Θουκιδίδη υποστήριξαν και οι Αθηναίοι στον περίφημο διάλογό τους με τους Μηλίους : ''Και μεις γνωρίζομε και σεις ότι κατά τον ανθρώπινο νόμο τα δίκαια κρίνονται μόνο από ίσους, ενώ τα δυνατά τα πράττουν οι ισχυροί και τα παραδέχονται οι ασθενείς''. ''Και οι Θεοί, όπως πιστεύουν οι άνθρωποι, και αναμφισβήτητα οι άνθρωποι αναγκάζονται πάντοτε από φυσικήν ορμή να εξουσιάζουν εκείνους από τους οποίους υπερτερούν'' (Ε89, 105).
   Τώρα πώς συμβαίνει αρχαίες και νέες νομοθεσίες να καταδικάζουν την αυθαιρεσία και την πλεονεξία των ισχυρών σε βάρος των ασθενών - αυτό, λέει ο Καλλικλής του Πλατωνικού διαλόγου (προλαβαίνοντας κατά 24 αιώνες τον Nietzsche) δεν είναι καθόλου δύσκολο να το εξηγήσουμε : ''Τους νόμους του θέτουν οι αδύνατοι άνθρωποι και το πλήθος. Κατά τα δικά τους λοιπόν μέτρα και σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον νομοθετούν, επαινούν όταν επαινούν και ψέγουν όταν ψέγουν, διακηρύσσοντας, για να εκφοβίσουν όσους έχουν τη ρώμη και την ικανότητα να πλεονεκτούν, ώστε να μην αρπάζουν τα περισσότερα, ότι είναι άσχημο και άδικο πράγμα η πλεονεξία, και αδικία η απαίτηση να έχει κανείς πιο πολλά από τους άλλους'' (483 b,c).
    Με τις ελληνικές ρίζες του το ''δίκαιο της ανθρώπινης πυγμής'' σταδιοδρόμησε λαμπρά στο θεωρητικό πεδίο, όπως άλλωστε είχε στο πρακτικό ευδοκιμήσει μυριάδες χρόνια πριν από την φιλοσοφική του γραφή, και εξακολουθεί, αλλοίμονο, να ακμάζει. Με την Αναγέννηση όμως ανανεώθηκε κι αυτό (παρά την αντίδραση των ''ανθρωπιστών'' που έδωσαν εντελώς άλλο περιεχόμενο στο ''φυσικό δίκαιο''), δυνάμωσε με νέες έννοιες και όρους και τον περασμένο αιώνα ολοκληρώθηκε με μία υπόθεση που γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα : την υπόθεση της ''πάλης για την ζωή'' του Darwin. Σύμφωνα μ' αυτήν, ο άνθρωπος, όπως όλα τα άλλα ζώα, είναι αναγκασμένος να παλέψει για να ζήσει. Να παλέψει όχι μόνο με τα θηρία, αλλά και με τους ομοίους του. Στην πάλη για τη ζωή νικάει κι επιζεί ο πιο δυνατός, νικιέται και αφανίζεται ο πιο αδύνατος. Γιατί έτσι μόνο γίνεται η ''φυσική επιλογή'' που σκοπό έχει να δώσει στον κόσμο πλάσματα τελειότερα, πιο προσαρμοσμένα στο περιβάλλον τους, ικανότερα να σπρώξουν το ρεύμα της ζωής προς τύπους πιο ''επιτυχημένους''.
     Δεν πρέπει λοιπόν να πληγώνεται η ευαισθησία μας ούτε και να εξεγείρεται η ηθική μας συνείδηση - υποστηρίζουν οι θεωρητικοί του ''δικαίου της πυγμής'' - όταν διαπιστώνουμε ότι μέσα στο ζωϊκό βασίλειο μόνικο καθεστώς είναι ο ''ο πόλεμος όλων εναντίον όλων'' (κατά την επιγραμματική φράση του Thomas Hobbes). Νόμιμο είναι το φαινόμενο αυτό, αφού υπηρετεί τους σκοπούς της Δημιουργίας : την πρόοδο. ''Πόλεμος πατήρ πάντων'' και των κακών, και των καλών - κατά τη ρήση του σκοτεινού Εφέσιου φιλόσοφου. Ο δρόμος προς το καλό περνάει από το κακό - κηρύττουν ακόμα και μερικοί χριστιανοί φιλόσοφοι...
   Η δύναμη αλλά και η αδυναμία της θεωρίας του ''δικαίου της πυγμής'' είναι το επιχείρημά της ότι η βία που επιβάλλει τον ισχυρό να εξοντώνει τον αδύνατο δεν είναι μόνο γεγονός, αλλά και αξία. Και βέβαιη αξία, επειδή και το γεγονός είναι αναμφισβήτητο. Αν οι οπαδοί της μας έλεγαν απλώς :
- Τα πράγματα είναι αυτά που είναι : θηρίο και ο άνθρωπος ζει, όπως και τα άλλα θηρία, με τα δόντια του. Μην προσπαθήσετε να τον αλλάξετε, ματαιοπονείτε. Με τη Φύση δε τα βάζει κανείς, εκείνη θα πει πάντοτε την τελευταία λέξη,
μπορεί να μη μας έπειθαν, αλλά ίσως θα μας έβρισκαν πρόθυμους να σκύψουμε μελαγχολικά το κεφάλι και να σωπάσουμε. Μας λένε όμως κάτι περισσότερο, ότι :
- Αυτό που γίνεται, να επιβάλλει δηλαδή ο άνθρωπος με τη γροθιά τη θέληση και το συμφέρον του, αξίζει και πρέπει να γίνεται, γιατί έτσι μόνο θα προοδέψει και αυτός και ο κόσμος,
και αυτό ακριβώς γεννάει μέσα μας πολλές και σοβαρές αμφιβολίες. ΄Οχι ανησυχίες ηθικές, αλλά αμφιβολίες θεωρητικές. Τις πρώτες θα μπορούσαν να τις παραβλέψουν, τις δεύτερες όμως είναι υποχρεωμένοι να τις εξετάσουν. Ας αναφέρουμε εδώ τις σπουδαιτότερες.
   Από αυτό που ''γίνεται'', και μάλιστα από αυτό που γίνεται ως τώρα'', δεν είναι λογικά επιτρεπτό να συμπεράνεις με βεβαιότητα ότι αυτό ''θα γίνεται και στο μέλλον'', και πολύ λιγότερο ότι αυτό ''αξίζει και πρέπει να γίνεται''. Αν ο άνθρωπος φέρθηκε ως τώρα με αγριότητα και απερισκεψία όπως όλα τα θηρία, και όταν καταλαβαίνει ότι έχει την υπεροχή, λύνει τις διαφορές του με τη βία, το γεγονός αυτό δεν σου δίνει το λογικό δικαίωμα να περιμένεις ότι θα επαναλαμβάνεται επ' άπειρον, και πολύ λιγότερο να υποστηρίζεις ότι πρέπει να επαναλαμβάνεται. Γιατί τίποτα δεν εμποδίζει να αλλάξει αύριο και στο σημείο αυτό η ροή της ιστορίας (φαινόμενο όχι τόσο σπάνιο όσο νομίζετε) είτε από την συνδρομή διαφόρων απρόβλεπτων περιστάσεων, είτε με τη πρωτοβουλία του ίδιου του ανθρώπου, που έχει τις καταβολές του λογικού, μπορεί κάποτε να λογικευτεί και ν' αποφασίσει να αξιοποιεί με άλλους συμφερώτερους και ευπρεπέστερους τρόπους την περίσσεια των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων, όχι με τον εξευτελισμό και την σφαγή των συνανθρώπων του. Και αν όμως αποκλείσω και τα δυό αυτά ενδεχόμενα, πάλι θα δυσκολευτώ να πεισθώ ότι το φυσικό καθεστώς μπορεί να αποτελέσει δεοντολογικό κανόνα. Το κύρηγμα ''κατά φύσιν ζειν'' ή ''επιστροφή στη Φύση'' δεν είναι αποτελεσματικό, ούτε πάντα φρόνιμο. Όχι μόνο γιατί ο άνθρωπος με την κοινωνική οργάνωση και την πνευματική του εξέλιξη απομακρύνθηκε οριστικά πια κι αμετάκκλητα από τη ''φυσική κατάσταση'' και δεν εξαρτάται από την θέλησή του να ξαναγυρίσει σ' αυτήν, αλλά και για έναν άλλο λόγο, σπουδαιότερο ακόμη. Το ''φυσικό'' δεν είναι κατ' ανάγκη και ''αξιόπρακτο''. Οι πολιτισμένοι άνθρωποι έμαθαν (με τον ιδρώτα και το αίμα τους) να μη ταυτίζουν τις δύο έννοιες ούτε κατά το πλάτος ούτε κατά το βάθος τους. Τα ''αξιόπρακτα'', όπως λέμε στη γλώσσα της φιλοσοφίας, υπερβαίνουν τα ''φυσικά''. Βρίσκονται σε άλλο επίπεδο, προσδιορίζονται με άλλου είδους γνωρίσματα, μετριούνται με άλλα μέτρα. Επομένως δεν συναντώνται πάντοτε με τα ''φυσικά'', ούτε συμπίπτουν μ' αυτά.
  Γι' αυτό η συνείδησή μας σκανδαλίζεται όταν ο αντίδικος αναιρεί ή σαρκάζει την προσήλωσή μας σε μία αξία, π.χ. στον ηθικό κανόνα ''ει αναγκαίον είη αδικείσθαι ή αδικείν, ελοίμην αν αδικείσθαι ή αδικείν'' με το επιχείρημα ότι αυτό δεν είναι ''φυσικό''. Την αμφισβήτηση την αισθανόμαστε σαν προσβολή στην ''ανθρωπιά'' μας. Βέβαια δεν είναι ''φυσικό'', την ώρα που αναγκάζομαι ή να αδικήσω ή να αδικηθώ, εγώ να προτιμήσω να αδικηθώ παρά να αδικήσω, είμαι όμως υπερήφανος σαν άνθρωπος, τιμώ την ''ανθρωπιά'' στο πρόσωπό μου, όταν υπερβαίνω την φυσική ίσως τάση να βλάψω τον όμοιό μου για ν' αποφύγω τη βιαιότητά του και δέχομαι τα πλήγματα χωρίς να τ' ανταποδίδω. Αν υποχωρήσω στις παρορμήσεις του ενστίκτου και επιτεθώ, το ''ζώο'' μέσα μου θα νικήσει, εγώ όμως σαν άνθρωπος με φρόνημα ηθικό θα νικηθώ. Και αυτή τη νίκη του ''φυσικού'', που με ταπεινώνει, δεν τη θέλω.
   Το πρόβλημα όμως παρουσιάζει και μία άλλη όψη. Έχει άραγε από τη Φύση δοθεί (με τη μορφή του ενστίκτου) στα δυνατά ζώα το προνόμιο να εξοντώνουν τα αδύνατα ; ''Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό'' λέει θυμοσοφικά και με πίκρα ο λαός. Τί λέει όμως και η Επιστήμη ; βεβαιώνει κι αυτή αυτό το σκληρό νόμο ;
   Το θέμα το ανακίνησαν, τα τελευταία χρόνια, με τα πειράματα και τα δημοσιεύματά του ένας Αυστριακός ζωολόγος, ο Konrad Lorenz, και με τα βιβλία του ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Robert Ardrey. Και οι δυό υποστηρίζουν ότι η μαχητική διάθεση και τάση είναι σε όλα τα υψηλότερα στη βιολογική κλίμακα βρισκόμενα ζώα ένα ένστικτο (το ένστικτο της ''επιθετικότητας''), δηλαδή μία φυσική παρόρμηση, που ζητά και βρίσκει διέξοδο σε ρήξεις και σε βιαιότητες διάφορων βαθμών αγριότητας, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο αιματηρές. Η ''επιθετικότητα'' εννοείται εδώ με περιορισμένη σημασία, δεν είναι η μάχη που δίνουν τα ζώα είτε με τη λεία τους, όταν πεινούν, είτε με τους εχθρούς τους που τα επιβουλεύονται, για να αμυνθούν, αλλά ο πόλεμος μεταξύ ατόμων ομοειδών (που ανήκουν δηλαδή στο ίδιο ζωολογικό είδος) που ''επιθυμούν το ίδιο πράγμα'' και γι' αυτό συγκρούονται. Ο κυριότερος λόγος αυτών των συγκρούσεων είναι η επέκταση της ''ζωτικής περιοχής'' σε βάρος των αποκτημένων δικαιωμάτων ή της επιθυμίας ενός άλλου. Μία δική του ''περιοχή'', ένας χώρος αρκετός για να συντηρείται και να ανατρέφει τα νεογέννητα, που περιλαμβάνει όμως και τους θηλυκούς εταίρους για την αναπαραγωγή του είδους, είναι για το ζευγάρι ή το κοπάδι απόλυτα αναγκαία, κι αυτό για να την αποκτήσει, να την επεκτείνει ή να την προστατέψει από τη βουλιμία των αντίζηλων, μάχεται σκληρά..
   Η ίδια αυτόματη, ενστιγματική ορμή, που παρατηρείται στα περισσότερα άλλα ανώτερα σπονδυλωτά, υπάρχει και στον άνθρωπο - λένε οι επιστήμονες που αναφέραμε. Ο πόλεμος λοιπόν έχει τις ρίζες του σε μία φυσική καταβολή και γι' αυτό λυμαίνεται την ανθρωπότητα. Που σαν περισσότερο από τα θηρία ανεπτυγμένη στη διάνοια, με πλουσιότερη φαντασία και ποικίλες ορέξεις προικισμένη, έχει πολλαπλασιάσει και τους λόγους και τους τρόπους, με τους οποίους εξωτερικεύει και ικανοποιεί το ένστικτο της επιθετικότητας.
  Έχει ωστόσο σε πολλά είδη σημειωθεί από τους ζωολόγους ένα εκπληκτικό, απροσδόκητο φαινόμενο που δείχνει τη σοφία της Πρόνοιας και δίνει την ελπίδα ότι οι καταστροφές που προκαλεί με τις εκρηκτικές εκδηλώσεις του το ένστικτο της επιθετικότητας, μπορούν να περιοριστούν ή και να προληφθούν. Πολλά ζώα, ιδίως θηλαστικά, από τα επιθετικότερα αισθάνονται (σαν απόκτημα της ''φυσικής επιλογής'' που αποβλέπει στη διαιώνιση και προσπαθεί να αποτρέψει τον αφανισμό του είδους) μία εσωτερική, ενστιγματική κι αυτή, αναχαίτιση απέναντι στο φόνο του ομοιειδή ανταγωνιστή τους και όταν τελικά επιβληθούν, δεν προχωρούν ως το αποφασιστικό, το θανατηφόρο χτύπημα. Περιορίζονται στην ταπείνωση του αντιπάλου, στην εικονική παράσταση της υπεροχής τους. Έχουν μάλιστα με τον καιρό διαμορφωθεί και τυποποιηθεί, χωριστά για κάθε είδος, τρόποι συμπεριφοράς που συμβολίζουν την ήττα του νικημένου. Σ' αυτούς καταφεύγει για να σωθεί το ζώο που ατύχησε στη μάχη, και ο νικητής δέχεται την ''ομολογία'', ικανοποιείται από την αναγνώριση του θριάμβου του και δεν σκοτώνει.
   Ας πούμε μερικά παραδείγματα χαρακτηριστικά.
  Ο λύκος ο νικημένος στην πάλη με κάποιον δυνατότερό του, για να γλυτώσει στρέφει πίσω το κεφάλι του προσφέροντας ακάλυπτο το λαιμό του στα δόντια του νικητή. Αυτός εννοεί αμέσως τη σημασία του συμβόλου, δέχεται την άνευ όρων παράδοση του αντίπαλου και τον αφήνει να ζήσει.
  Πολλά από τα γνώριμά μας νυχωτά τετράποδα (κριάρια, τράγοι, ελάφια) αν ήθελαν πραγματικά να σκοτώνουν τον ανταγωνιστή τους στη μάχη, θα έκαναν την επίθεση με τις δυνατές τους οπλές (όπως συνηθίζουν όταν ρίχνονται απάνω στη λεία τους). Έχουν όμως καθιερώσει έναν άλλο τρόπο για να δείξουν την υπεροχή τους. Συμπλέκονται με τα κέρατα, τον σπρώχνουν πέρα και, όταν εκείνος υποχωρήσει ή ανατραπεί, τον εγκαταλείπουν ικανοποιημένα.
   Με τον ίδιο συμβολικό πανηγυρισμό γιορτάζει τη νίκη του τραγουδώντας υπερήφανα ο πετεινός που ταπείνωσε τον αντίπαλό του στη συμπλοκή.
   Και ο άνθρωπος έχει κατά τη διαδρομή της ιστορίας του θεσμοθετήσει μερικούς τυπικούς για το είδος του τρόπους συμβολικής ικανοποίησης του ενστίκτου της επιθετικότητας (αθλητισμός, χοροί, παιγνίδια). Όχι όμως στην έκταση και στην ένταση που θα μπορούσαν να έχουν σαν αποτέλεσμα την αποφυγή των αιματηρών ρήξεων. Γι' αυτό ανήκει στην κατηγορία των ζώων που εξακολουθούν, κατά τις εκρήξεις της μαχητικής ορμής, να εξοντώνουν τους συνανθώπους τους.
   Είναι όμως βέβαιο ότι η επιθετικότητα αποτελεί μία φυσική καταβολή, ένστικτο ισχυρό και αναλλοίωτο, με αποφασιστική για τη μοίρα των έμβιων υπάρξεων σημασία ;
  Την υπόθεση αυτή (πολύ παλιότερη από τις εργασίες του Lorenz, εδώ λ.χ. και σαράντα χρόνια ο Ελβετός ψυχολόγος Pierre Bovet έγραψε ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο για το ''μαχητικό ένστικτο'') με σκεπτικισμό και πολλές επιφυλάξεις τη δέχονται διαπρεπείς ζωολόγοι και ανθρωπολόγοι του καιρού μας. Δεν τους πείθουν - λένε - τα πειράματα και οι παρατηρήσεις του Lorenz, γιατί έγιναν σε περιορισμένο αριθμό ειδών, βιολογικά άλλωστε πολύ απομακρυσμένων από τον άνθρωπο (τα πειραματόζωα του Αυστριακού ζωολόγου ήταν χήνες και ψάρια) και σε ζώα αιχμάλωτα υπό όρους δυσμενείς και αφύσικους. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι δυσχέρειες της ζωής προκαλούν εκνευρισμό και πράξεις βίας, που δίνουν την εντύπωση ότι μ' αυτό το τρόπο ενεργεί ένας έμφυτος μέσα στο ζώο μηχανισμός. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στα κατοικίδια ζώα που έχουν εκφυλιστεί από το τεχνητό περιβάλλον, όπου υποχρεώθηκαν και αυτά κι οι πρόγονοί τους να ζήσουν. Αλλιώς όμως αισθάνονται και συμπεριφέρονται τα ομοειδή τους στην άγρια φυσική κατάσταση, μέσα στο φυσικό ''οικολογικό'' στοιχείο τους.
      Τις κρίσεις αυτές διατυπώνει, μαζί με άλλους φυσιοδίφες η Αμερικανή ζωολόγος Sally Carrighar που πέρασε τριάντα χρόνια της ζωής της στη ζούγκλα (της Αλάσκας) για να μελετήσει τα ''θηρία'' μέσα στον πραγματικό κόσμο τους. Έχω υπόψη μου το άρθρο της με τον χαρακτηριστικό τίτλο ''Ο πόλεμος δεν βρίσκεται μέσα στα γονίδιά μας'' (αναδημοσιεύτηκε από το New York Times Magazine στο περιοδικό ''Dialogue'', 1970, τεύχος 2). ''Ο Lorenz'' γράφει η Carrighar ''λέει ότι τα πιο επιθετικά πλάσματα σχηματίζουν πάντοτε μόνιμα ζευγάρια, λοιπόν οι κάστορες έχουν τον ίδιο σύντροφο σ' όλη τους τη ζωή. Και με όλο που τα κοφτερά τους δόντια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν πάρα πολύ αποτελεσματικά όπλα, ποτέ δεν έπεσε στην αντίληψή μου περίπτωση που να τα μεταχειρίστηκαν έτσι εναντίον των ομοειδών τους. Μέσα στα έξυπνα χτισμένα σπίτια τους, πίσω από φράγματα και διχτυωτά κανάλια που οι ίδιοι τά 'χουν κατασκευάσει, ζουν σε αξιοσημείωτη αρμονία ο ένας με τον άλλο, και με τους μοσκοπόντικους, για τους οποίους ετοιμάζουν λιμνούλες, αν και τα ζώα αυτά είναι καλόδεχτα μέσα στα καστορόσπιτά του - όπως τα κουνάβια υποδέχονται και γίνονται φίλοι με λύκους κι αλεπούδες''. Και παρακάτω : ''Πολλά θηλαστικά, ιδίως τα είδη που συμβιούν σε ομάδες, ποτέ δεν ανέπτυξαν τυπικούς τρόπους συμπεριφοράς για να προλαβαίνουν το θάνατο ενός ομοειδή τους, γιατί δεν τους χρειάζονται. Απλούστατα, δεν πολεμούν, εκτός αν προσβληθούν από κανένα αρπακτικό. Οι άμεσοι πρόγονοί μας, οι πίθηκοι, φαίνεται ότι έφτασαν στον κολοφώνα της μή επιθετικότητας, αφού δεν μάχονται ούτε σαν άτομα ούτε σαν γένη. Ο Lorenz πιστεύει ότι δεν επιτίθενται στα ομοειδή τους επειδή δεν έχουν τόσο αποτελεσματικά όπλα όπως τα δόντια των λύκων και τα πέλματα των λιονταριών. Δεν θα μπορούσε όμως ο βραχίονας ενός ώριμου αρσενικού γορίλλα να είναι τόσο δυνατός όσο το πέλμα ενός λιονταριού ;'' Και το επιστέγασμα : ''Όπως υπογραμμίζει ο Lorenz, η επιθετικότητα μπορεί να διδαχτεί. Επομένως και δυναμώνει όταν ασκείται και ατροφεί όταν δεν ασκείται''.

   Δεν είναι λοιπόν καθόλου βέβαιο ότι η επιθετικότητα που φτάνει ως τη σφαγή των ομοίων, έχει τη ρίζα της σε μία φυσική καταβολή. Η Φύση φαίνεται ότι εδώ δεν έχει νομοθετήσει, δεν έχει εκφράσει τη βούλησή της με τρόπο σαφή και οριστικό. Και αν σε ορισμένα στάδια εξέλιξης των ειδών της ανέχεται τη βία της καταστροφής, σε άλλα ενθαρρύνει τα πλάσματά της να σεβαστούν τη δημιουργία της. Οξυδερκέστερη στις παρατηρήσεις της και προσεκτικότερη στις αναλύσεις της, η νεώτερη βιολογική επιστήμη αναθεώρησε παλιότερες, πολύ δογματικές στο κεφάλαιο αυτό, αντιλήψεις για την ''αναισθησία'', την ''έλλειψη πρόνοιας'' που λέγεται ότι κυριαρχεί στο σύμπαν της Ζωής. Ο Darwin έγραψε στη φίλη του Asa Gray : ''Μου φαίνεται ότι υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη αθλιότητα στον κόσμο. Δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι ένας αγαθοεργός και παντοδύναμος Θεός θα είχε με δικό του σχέδιο δημιουργήσει τις ιχνευμονίδες με τη ρητή πρόθεση να τρέφονται μέσα στο ζωντανό σώμα της κάμπιας, ή ότι η μία γάτα θα έπρεπε να παίζει με τον ποντικό''. Σκανδάλιζε τον μεγάλο φυσιοδίφη το ''παράλογο'' φαινόμενο : τα παράσιτα να φθείρουν τα όντα από τα οποία ζουν, ακόμα και να τα  σκοτώνουν, όπως π.χ. οι νοσογόνοι ιοί τα όργανά μας. Αλλά ένας σύγχρονος βιολόγος, ο καθηγητής Bentley Glass, διατύπωσε τη βαθυστόχαστη υπόθεση ότι τα παράσιτα του τύπου αυτού βρίσκονται ακόμη στην αρχή του δρόμου που θα τα φέρει μία μέρα (σύμφωνα με το νόμο της ''φυσικής επιλογής'') στη θέση των άλλων, των πιο προχωρημένων στην εξέλιξη, που έχουν προσαρμοστεί καλύτερα στο περιβάλλον και, αντί να σκοτώνουν, ζουν συνεργαζόμενα αρμονικά με τους οργανισμούς που τα τρέφουν (''Science and ethical values'', 1965, σελ. 30)- ο ένας σύνοικος προσφέρει στον άλλο ποικίλες υπηρεσίες : από την καθαριότητα ως τις βιοχημικές ζυμώσεις.
   Συγκεφαλαιώνοντας τα παραπάνω θα έλεγα ότι το πολυθρύλητο ''δίκαιο της πυγμής'' ούτε ηθικό είναι, αλλ' ούτε και φυσικό προνόμιο. Σύμφωνα με όλες τις πιθανότητες η βία και το προϊόν της ο πόλεμος γεννιέται όχι από κάποια φυσική επιλογή, αλλά από μία έξη που αποκτήθηκε με τη συνδρομή ειδικών όρων κατά την πορεία της ζωής από ατελέστερα σε τελειότερα, πιο ''επιτυχημένα'' πλάσματα, και μονιμοποιήθηκε με την άσκηση. ''Νόμω'' λοιπόν υπάρχει στο κόσμο, όχι ''φύσει'' - καθώς θα έλεγαν οι αρχαίο σοφοί. Και στο ανθρώπινο σύμπαν συντηρείται και από άλλους παράγοντες (το πάθος, την αγροικία, την ιδιοτέλεια κ.α.), αλλά και από την αδιαφώτιστη Κοινή Γνώμη που υποστηρίζει ότι ο πόλεμος είναι βέβαια μία κατάρα, που πρέπει όμως να την υποφέρουμε, γιατί είμαστε από την ίδια τη Φύση πλασμένοι να λύνουμε τις διαφορές μας με την αιματοχυσία, όπου ο δυνατός θα εξοντώνει τον αδύνατο. Άσκοπο, νομίζω, δεν είναι να τονιστεί άλλη μία φορά ότι αυτό που συχνά κάνουμε, να φορτώνουμε στη ''Φύση'' την αγριότητα και τη χυδαιτότητά μας, δεν είναι καθόλου έντιμη πράξη.
   Και για να τελειώνουμε όπως αρχίσαμε, θα υπενθυμίσω τον έξοχο μύθο του Πρωταγόρα στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα. Κατά τη μοιρασιά των δώρων - λέει ο αρχαίος σοφιστής - που έκανε ο Επιμυθέας στα πλάσματα της Δημιουργίας, ο άνθρωπος ξεχάστηκε και αδικήθηκε. Έτρεξε τότε ο αδελφός του ο Προμυθέας, έκλεψε τις τέχνες από το θεϊκό εργαστήρι και τις χάρισε στους ανθρώπους, για να σωθούν με όπλα από τα άλλα ρωμαλέα ζώα. Πάλι όμως τα θηρία τους δεκάτιζαν, γιατί πόλεις δεν υπήρχαν και ζούσαν διασκορπισμένοι. ''Προσπάθησαν λοιπόν να συγκεντρωθούν πολλοί μαζι και να εξασφαλίσουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις. Όταν όμως μαζεύονταν, αδικούσε ο ένας τον άλλον, γιατί δεν είχαν την πολιτική τέχνη, ώστε πάλι σκορπίζονταν εδώ κι εκεί και καταστρέφονταν. Τότε ο Ζευς, επειδή φοβήθηκε για το γένος μας μήπως εξαφανιστεί εντελώς, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δικαιοσύνη, για να υπάρξει αρμονία στις πόλεις και δεσμοί που δημιουργούν τη φιλία'' (322, b,c).
  Όπως οι πρώτοι άνθρωποι του μύθου, έτσι και οι σημερινοί λαοί ζουν διασκορπισμένοι απάνω στον πλανήτη μας και κινδυνεύουν να καταστραφούν, όχι από τα θηρία πια, αλλά επειδή ακόμα δεν ανακάλυψαν την πολιτική τέχνη που θα τους ενώσει σε μία ''οικουμενόπολη'' (όπως πολύ ωραία την ονόμασε ο Κωσταντίνος Δοξιάδης), για να ζήσουν εκεί αρμονικά λύνοντας με το Λόγο και όχι με το ''δίκαιο της πυγμής'' τις διαφορές τους. Για να το επιτύχουν αυτό άλλος τρόπος δεν υπάρχει παρά - όπως λέει ο μύθος - να αξιοποιήσουν τα δώρα του Θεού : την αιδώ και την δικαιοσύνη, όχι αυτή τη φορά σε τοπική, αλλά σε παγκόσμια κλίμακα. Κάποτε θα το κατορθώσουν - ύστερ' από δεκάδες ή και εκατοντάδες αιώνων (δεν είναι πολλοί για την Ιστορία του Κόσμου...).
   Και τότε, κοιτάζοντας πίσω, στα χρόνια και στα ήθη τα δικά μας, θα μιλούν για μας με ιλαρότητα και θα μας ειρωνεύονται που με όλη την εξυπνάδα μας δεν είχαμε καταλάβει ότι το μυαλό είναι πιο δυνατό από τη γροθιά...

                    **************
         **************************
************************************
************************************