Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

..ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΛΑΣΙΚΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ...

Α   Ν   Τ   Ο   Ν       Τ   Σ   Ε   Χ   Ω   Φ
''Η  Γ Κ Α Λ Τ Σ Ο Ν Κ Α''
Έτος 1ης έκδοσης : 2012


Ένας ευπατρίδης περπατά
στη σκοτεινή πλευρά του ερωτισμού

                                    ΚΛΑΣΙΚΟ ΕΡΩΤΟΓΡΑΦΗΜΑ


Ο ερωτισμός μας στέλνει στη μοναξιά
ΖΩΡΖ ΜΠΑΤΑΪΓ

 Θα φανεί παράξενο, ίσως, ο μετρ του διηγήματος, ο μύστης του θεατρικού λόγου, ο άνθρωπος που άλλαξε την πορεία του θεάτρου και σημάδεψε ανεξίτηλα τη ρωσική αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία, να έχει ασχοληθεί με την πορνογραφία.
  Ο Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ, όμως, προσωπικότητα έντονη και πολυδιάστατη, διατήρησε καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του την παιγνιώδη εκείνη διάθεση που έχουν όλοι εκείνοι που αφιερώνουν τη ζωή τους στα μεγάλα και στα σημαντικά. Άνθρωπος ευαίσθητος, έπλασε τους ήρωες των θεατρικών έργων και την διηγημάτων του με ιδιαίτερη τρυφερότητα και αγάπη. Αφουγκραζόταν τις αγωνίες και τα πάθη του ανθρώπου και ανέδειξε χαμηλόφωνα το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής, έτσι όπως αυτή πάλευε με τα ανταριασμένα κύματα της βιοτής, του έρωτα και της μεταφυσικής αγωνίας του θανάτου.
   Ο Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ κατέκτησε τη δική του θέση στον Όλυμπο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και έγινε μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, ξεφεύγοντας από τα στενά όρια της εθνικής λογοτεχνίας της αχανούς ιδιαίτερης πατρίδας του. Από την πρώτη στιγμή τα έργα του απευθύνονταν σ' ένα ευρύτερο ακροατήριο.

Η ''ΓΚΑΛΤΣΟΝΚΑ'' (υποκοριστικό του γυναικείου ονόματος Γκαλίνα, Γκάλια)
ΚΑΙ Ο ΤΣΕΧΟΦ
    Το διήγημα ''Η Γκαλτσόνκα'' μέχρι σήμερα προκαλεί μεγάλες διαμάχες μεταξύ των συμπατριωτών του μεγάλου ρώσου συγγραφέα. Μία μεγάλη μερίδα θεωρεί ότι δεν ανήκει στη γραφίδα του Τσέχοφ, πιστεύει ότι είναι ένα έργο ανώνυμου δημιουργού που το έγραψε ''στο ύφος του Τσέχοφ'', προκειμένου να πετύχει μεγαλύτερη διείσδυση στον ευρύτερο κύκλο των αναγνωστών. Η άλλη πλευρά παραθέτει πλήθος επιχειρημάτων υπέρ της άποψης ότι ανήκει στον Τσέχοφ, και το θεωρεί ως ένα μικρό αριστούργημα του μεγάλου δραματουργού.
   Το εν λόγω διήγημα δεν περιλαμβάνεται στα Άπαντα του Α.Π.Τσέχοφ, που εκδόθηκαν από τη Σοβιετική Ακαδημία Επιστημών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Ούτως ή άλλως, θα μπορούσε να περιμένει κανείς κάτι τέτοιο, αφού το περιεχόμενό του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική του τότε κραταιού ΚΚΣΕ.
  Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη συλλογή Ρωσική ερωτική πρόζα πριν από μερικά χρόνια και, όπως ήταν φυσικό, τάραξε τα νερά της σεμνότυφης μετασοβιετικής Ρωσίας. Η διαμάχη συνεχίζεται μέχρι σήμερα με εκατέρωθεν βολές για την αυθεντικότητα ή μη του κειμένου.
   Όπως και να έχουν τα πράγματα, όμως, η Γκαλτσόνκα είναι ένα μικρό ερωτογράφημα γραμμένο με ευαισθησία, εξυπνάδα και τόλμη. Χαρακτηριστικά, άλλωστε, που προσιδιάζουν στο χαρακτήρα του Τσέχοφ. Κι ας μη ξεχνάμε ότι όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί ενέδωσαν κάποτε στον ''πειρασμό της πορνογραφίας'', αποδεικνύοντας πως η μεγάλη λογοτεχνία δεν γνωρίζει σύνορα μεταξύ των ειδών, των σχολών, των χωρών και των λαών.

   Από τη ζωή του Τσέχοφ

  Ο Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1860 στο Ταγκανρόγκ και πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1904 στο Μπαντενβάϊλερ της νότιας Γερμανίας.
   Ο πατέρας του, Πάβελ Γεγκόρεβιτς, ήταν μία εξαιρετικά γοητευτική προσωπικότητα. Έμπορος στο επάγγελμα, δεν επιδείκνυε ιδιαίτερο ζήλο για το επάγγελμά του, προτιμώντας την παρακολούθηση των εκκλησιαστικών λειτουργιών, το τραγούδι, αλλά και τα προσωπικά του ενδιαφέροντα. Προσωπικότητα πατριαρχική, οργάνωσε την οικογένειά του με πρότυπα αυστηρά, όπου και οι ξυλοδαρμοί ως τιμωρίες δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο.
   Η μητέρα του, Γεβγένια Γιάκοβλεβνα Μορόζοβα, ήταν μία θαυμάσια νοικοκυρά, η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στη φροντίδα του συζύγου και των παιδιών της. Παρόλο που αγαπούσε πολύ το θέατρο, σπανίως είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις. Σε νεαρή ηλικία οι γονείς της την έστειλαν εσωτερική στο οικοτροφείο νεανίδων του Ταγκανρόγκ για να μάθε καλούς τρόπους. Η Γεβγένια Μορόζοβα επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση των χαρακτήρων των παιδιών της, διδάσκοντάς τους την αγάπη για τον πλησίον, την ευαισθησία, την αγάπη για τη φύση. Ο ίδιος ο Τσέχοφ στη συνέχεια έλεγε ότι ''το ταλέντο το πήραμε από τον πατέρα μας, ενώ την ψυχή μας από τη μητέρα μας''.
  Οι Τσέχοφ το 1876 μετακόμισαν στη Μόσχα, αφού οι εμπορικές δραστηριότητες του αρχηγού της οικογένειας στη γενέθλια πόλη είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο και έπρεπε να ξεφύγει από τους πιστωτές του. Ακολουθούν τρία χρόνια έσχατης ένδειας για την οικογένεια. Τα παιδιά όμως συνέχισαν τις σπουδές τους, ενώ ο Άντον παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα και παραμένει στο Ταγκανρόγκ για να τελειώσει το Γυμνάσιο. Στη Μόσχα έρχεται το 1879, για να ξεκινήσει τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας, μαθητής των διάσημων, την εποχή εκείνη, καθηγητών Ν.Σκλιφοσόφσκι και Γ.Ζαχάριν.
  Το 1880, στο τεύχος Νο 9 του περιοδικού ''Τζίτζικας'', δημοσιεύεται το πρώτο του έργο. Είναι η έναρξη της λογοτεχνικής δραστηριότητας του Α.Π.Τσέχοφ. Στη συνέχεια αρχίζει να συνεργάζεται με τα περιοδικά Θεατής, Ξυπνητήρι, Φως και Σκιές, Θραύσματα. Προτιμά τη μικρή λογοτεχνική φόρμα, το διήγημα, τις χιουμοριστικές σκηνές, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Αντόσα Τσεχοντέ ή ''Άνθρωπος χωρίς σπλήνα''. Το 1884 κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του, μία συλλογή θεατρικών διηγημάτων με τίτλο ''Παραμύθια της Μελπομένης''.
  Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του ο Τσέχοφ κάνει το αγροτικό του στο Βοσκρεσέσκε, στην κλινική του γνωστού γιατρού Π.Α.Αρχάγγελσκι. Είναι η εποχή που γράφει τα διηγήματα ''Ο φυγάς'' και ''Το χειρουργείο''. Στη συνέχεια εργάζεται στο Ζβενιγκορόντ, ασκώντας για ένα διάστημα καθήκοντα επικεφαλής του νοσοκομείου. Τότε είναι που συλλαμβάνει τις ιδέες για τα διηγήματα ''Το πτώμα'', ''Η σειρήνα'', κ.α.
  Την άνοιξη του 1885 ο Τσέχοφ εγκαθίσταται στο αγρόκτημα Μπάμπκινο, κοντά στο Βοσκρεσέσκε, σε σπίτι φίλων του, και μένει εκεί για ένα μικρό διάστημα. Το φυσικό περιβάλλον, σε συζητήσεις περί μουσικής, τέχνης και λογοτεχνίας, αλλά και η φιλία του με τον ζωγράφο Λεβιτάν, επηρέασαν καθοριστικά τον νεαρό Τσέχοφ, πράγμα που φάνηκε στη συνέχεια μέσα από τα έργα του.
   Επιστρέφοντας στη Μόσχα το 1886, ο Τσέχοφ λαμβάνει μία επιστολή από τον διάσημο κριτικό Ντ. Β. Γκριγκορόβιτς και αποφασίζει να πάει στην Πετρούπολη προκειμένου να του εκφράσει αυτοπροσώπως τις ευχαριστίες και το σεβασμό του. Αναπάντεχα για τον ίδιο, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πετρούπολη τον προσκαλεί ο Α.Σ.Σουβόριν, εκδότης της εφημερίδας ''Νέα Εποχή''.
  Είναι η εποχή που κυκλοφορούν οι συλλογές του ''Διασκεδαστικά διηγήματα'' (1886) και ''Αθώες Ομιλίες'' (1887). Ο Τσέχοφ γίνεται τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας, όπου για πρώτη φορά αρχίζει να υπογράφει τα έργα του με το πραγματικό του όνομα.
 Το 1887 ανεβαίνει ο ''Ιβάνοφ'', στο Θέατρο Κορς, αγαπημένο θέατρο του μοσχοβίτικου κοινού. Ο Φ. Α. Κορς έτρεφε μεγάλη αγάπη για το θέατρο. Ο ίδιος ήταν συγγραφέας και μεταφραστής θεατρικών έργων. Το θέατρο που ο ίδιος ίδρυσε ήταν, κατά τη διάρκεια των δέκα ετών της ύπαρξής του, το καταφύγιο μεγάλων ηθοποιών της εποχής, όπως ο Β.Ν.Νταβίντοφ, η Γκλάμα-Μεστσέρσκαγια, η Ριμπτσίνσκαγια, η Μαρτίνοβα, η Κόσεβα, η Κρασόφσκαγια. Οι ηθοποιοί αυτοί αποτελούσαν έναν από τους σπάνιους εκείνους και ευτυχείς θιάσους, τις παραστάσεις των οποίων παρακολούθησαν περισσότεροι από μισό εκατομμύριο θεατές, ενώ το σύνολο των θεατρικών έργων που έπαιξαν επί σκηνής ξεπέρασε τα πεντακόσια. Η μεγάλη συνεισφορά και καινοτομία του Κορς, όμως, ήταν ότι με τις πρωϊνές παραστάσεις του θεάτρου του έφερε κοντά στη κλασική δραματουργία τη νεολαία της εποχής.
   Η πρεμιέρα του ''Ιβάνοφ'' έγινε στις 19 Νοεμβρίου. Η υποδοχή του κοινού ήταν αναπάντεχη. Κάποιοι χειροκροτούσαν θερμά, άλλοι χτυπούσαν τα πόδια τους στο πάτωμα, ενώ στον εξώστη κάποιοι ήρθαν στα χέρια. Γενικά, όμως, η παράσταση γνώρισε επιτυχία, έστω και αμφιλεγόμενη. Η κριτική εντόπισε τον Τσέχοφ, ανέλυσε τα έργα του και τα πρότεινε στο κοινό ως καινοτόμες και ενδιαφέρουσες ιδέες. Είναι η εποχή που σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη της δραματουργικής δραστηριότητας του Α. Π. Τσέχοφ.
   Η παράσταση του ''Ιβάνοφ'' μεταφέρεται στην Πετρούπολη, όπου
παρουσιάζεται στο κοινό, αφού προηγουμένως ο Τσέχοφ έχει κάνει κάποιες διορθώσεις.
  Το 1888, η οικογένεια των Τσέχοφ εγκαθίσταται στο Λουκά, κοντά στο Σουμ, στο Κυβερνείο του Χάρκοφ, στο αγρόκτημα των Λιντβαρέβι, όπου μένει όλη την άνοιξη και το καλοκαίρι. Ο ίδιος ο Τσέχοφ ένιωθε μεγάλη ανάγκη να γνωρίσει νέους τόπους, νέους ανθρώπους, νέα θέματα για τα έργα του, αλλά, κυρίως, έπρεπε να βρει μία τοποθεσία όπου θα ένιωθε καλύτερα από το βήχα που τον ταλαιπωρούσε όλο και πιο πολύ. Στο εξοχικό εκείνο σπίτι, ο Τσέχοφ δέχεται τις επισκέψεις των φίλων του λογοτεχνών Πλέστσεφ, Μπαράντσεφ, αλλά και του εκδότη Σουβόριν, με τον οποίο τον συνδέει μία μεγάλη και αληθινή φιλία, που κράτησε πολλά χρόνια. Η οικογένεια των Τσέχοφ θα περάσει άλλο ένα καλοκαίρι στο Λουκά, το οποίο όμως θα σημαδευτεί από το θάνατο του Νικολάϊ, αδελφού του συγγραφέα. Το γεγονός αυτό θα επηρεάσει πολύ τον Τσέχοφ, ο οποίος όμως, ενώ ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό, καταλήγει στην Οδησσό. Την εποχή εκείνη, στην Οδησσό βρισκόταν σε περιοδεία το Θέατρο Μάλι, και ο Τσέχοφ γνωρίζει τη νεαρή ηθοποιό Πάνοβα, με την οποία στη συνέχεια θέλουν να τον παντρέψουν, δίχως όμως να ευοδωθεί αυτό το σχέδιο. Μετά την Οδησσό, ο Τσέχοφ πηγαίνει στη Γιάλτα, όπου παθαίνει κατάθλιψη. Εκεί γνωρίζει τις αδελφές Σαβρόφ, με μία εκ των οποίων, τη Γελένα Μιχαήλοβνα, συγγραφέα, στη συνέχεια αλληλογραφεί, ενδιαφέρεται για την έκδοση των έργων της και τη συμβουλεύει για διάφορα επαγγελματικά ζητήματα.
 Επιστρέφοντας στη Μόσχα, ο  Τσέχοφ επιδίδεται με φρενήρεις ρυθμούς σε λογοτεχνικές δραστηριότητες. Λίγο αργότερα, από τη γραφίδα του συγγραφέα βγαίνουν τα έργα ''Μία πληκτική ιστορία'' και ''Το στοιχειό του δάσους''.
  Η θεατρική παράσταση του έργου ''Το στοιχειό του δάσους'' δεν γνώρισε επιτυχία. Ο Τσέχοφ το απέσυρε από το ρεπερτόριό του, το επεξεργάστηκε για άλλη μία φορά και το τιτλοφόρησε ''Ο Θείος Βάνιας''. Την ίδια περίοδο γράφει τις νουβέλες ''Η στέπα'', ''Η αρκούδα'', ''Το τραγούδι των κύκνων'' και περισσότερα από εκατό διηγήματα. Και όλα αυτά σε μία περίοδο που στο σπίτι όπου έμενε τον επισκέπτονταν πολλοί φίλοι και γνωστοί. Στον δεύτερο όροφο του σπιτιού υπήρχαν πάντα νέοι άνθρωποι, κάποιοι έπαιζαν διαρκώς στο πιάνο, ενώ ακούγονταν συζητήσεις, τη στιγμή που στον πρώτο όροφο ο Τσέχοφ έγραφε καθισμένος στο γραφείο του. Στο σπίτι αυτό, ο Τσέχοφ γνώρισε τη Λίκα Μιζινόβα, την ''Πανέμορφη Λίκα'', όπως την αποκαλούσε, η οποία στη συνέχεια έγινε η αγαπημένη όλης της οικογένειας. Το σπίτι του Τσέχοφ ήταν το φιλόξενο καταφύγιο για πολλούς διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ των οποίων ήταν ο Πιστρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, ο Β.Ν. Νταβίντοφ, ο εκδότης Λέϊκιν, ο συγγραφέας Νικολάϊ Λεσκόφ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι την τέταρτη συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο ''Πληκτικοί άνθρωποι'', ο Τσέχοφ την αφιέρωσε στον Τσαϊκόσφσκι. Το 1888, με απόφαση της Ακαδημίας Επιστημών ο συγγραφέας βραβεύεται με το βραβείο Πούσκιν για τη συλλογή διηγημάτων του ''Στο Λυκόφως''. Ο ίδιος ο Τσέχοφ, όμως, παρά την ολοένα αυξανόμενη δημοτικότητά του και τις μεγάλες λογοτεχνικές επιτυχίες, δεν ήταν ευχαριστημένος με τον εαυτό του, καθώς δεν επεδίωκε τη φήμη, αλλά τη δημιουργική εργασία.
Το 1890 ο Τσέχοφ ταξιδεύει στη Σιβηρία και στη συνέχεια στη νήσο Σαχαλίνη, προκειμένου να δει από κοντά τον τόπο εξορίας των καταδικασμένων σε βαριές ποινές. Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι στη Σιβηρία τις καταγράφει στις επιφυλλίδες με γενικό τίτλο ''Στη Σιβηρία''.
   H περιήγηση του Τσέχοφ καταλήγει στη Σαχαλίνη. Εκεί ο συγγραφέας έκανε απογραφή του πληθυσμού, χρησιμοποιώντας εκατό χιλιάδες περίπου απογραφικά δελτία. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να συλλέξει έναν τεράστιο αριθμό στοιχείων σχετικά με την εργασία, την καθημερινή ζωή των κρατουμένων και των αυτοχθόνων κατοίκων, για τις διοικήσεις των φυλακών και των στρατοπέδων, για τις περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας. Επισκέφθηκε τις φυλακές, μελέτησε λεπτομερώς τις συνθήκες υγιεινής, συναντήθηκε και συνομίλησε με πολλούς ανθρώπους. Αμέσως μετά την επιστροφή του από τη Σαχαλίνη, ο Τσέχοφ έγραψε το βιβλίο ''Η νήσος Σαχαλίνη'', έργο που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στη ρωσική κοινωνία της εποχής εκείνης. Το βιβλίο αυτό στάθηκε η αφορμή ώστε η πολιτική ηγεσία να στρέψει την προσοχή της προς το νησί και τους κατοίκους του. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η Γενική Διεύθυνση Φυλακών αναγκάστηκαν να στείλουν επίσημες αποστολές, για να μελετήσουν από κοντά τις καταγγελίες του Τσέχοφ. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Τσέχοφ γράφει και εκδίδει τα έργα ''Στη Σιβηρία'' και ''Η νήσος Σαχαλίνη'', αλλά και τα ''Στην εξορία'', ''Η αφήγηση ενός αγνώστου'', ''Η δολοφονία'', κ.α.
  Έπειτα από ένα τέτοιο ταξίδι, η ζωή στη Μόσχα φαίνεται πολύ πληκτική στον Τσέχοφ, ο οποίος πηγαίνει στην Πετρούπολη για να συναντήσει τον Σουβόριν. Από κοινού αποφασίζουν να ταξιδέψουν στη Δυτική Ευρώπη, κι έτσι επισκέπτονται τη Βιέννη, την Μπολόνια, τη Ρώμη, τη Νεάπολη, όπου ο συγγραφέας ανέβηκε στον Βεζούβιο. Στη συνέχεια επισκέπτονται τη Νίκαια και το Μόντε Κάρλο, όπου χάνει 900 φράγκα στο καζίνο, και ακολουθεί το Παρίσι.
  Επιστρέφοντας στη Ρωσία, ο Τσέχοφ πηγαίνει στο Αλεξίν, όπου ο μικρότερος αδελφός του, ο Μιχαήλ, είχε νοικιάσει ένα εξοχικό στις όχθες του ποταμού Οκά. Δεν μένει όμως εκεί για πολύ, και μετακομίζουν ξανά στο αγρόκτημα Μπογκίμοβο, το οποίο ανήκει στον κτηματία Ε.Ντ.Μπιλί-Κολοσόφσκι. Το σπίτι ήταν πανέμορφο, με μεγάλα δωμάτια, εκπληκτικό κήπο, γεμάτο φλαμουριές και ρυάκια. Το περιβάλλον αρέσει στον συγγραφέα, ο οποίος ξυπνούσε στις τέσσερις το πρωί, έπινε καφέ και άρχιζε να γράφει καθισμένος όχι στο γραφείο του, αλλά μπροστά στο περβάζι. Είναι η περίοδος που γράφει τη ''Μονομαχία'' και ταξινομεί τις σημειώσεις του από τη Σαχαλίνη. Ο συγγραφέας εργαζόταν μέχρι τις έντεκα και μετά έκανε βόλτα στο δάσος για να μαζέψει μανιτάρια, ή πήγαινε για ψάρεμα. Στη μία το μεσημέρι η οικογένεια γευμάτιζε και στις τρεις ο Τσέχοφ άρχιζε και πάλι να γράφει, μέχρι αργά το απόγευμα. Δεχόταν, σχεδόν καθημερινά, τις επισκέψεις του ζωολόγου Βάγκνερ, ο οποίος ήταν ουσιαστικά το πρότυπο του φον Κόρεν, ήρωα της ''Μονομαχίας''.
 Το 1891-92 ήταν η χρονιά της ξηρασίας στη μέση ζώνη της Ρωσίας και της περιοχής του Βόλγα, γεγονός που προκάλεσε μεγάλο λιμό στους πληθυσμούς των περιοχών αυτών. Ο Τσέχοφ πρωτοστατεί στην οργάνωση εράνου για τους λιμοκτονούντες των περιοχών των Κυβερνείων του Βορόνεζ και του Νίζνι Νόβγκοροντ, ενώ ο ίδιος ταξίδεψε στις εν λόγω περιοχές δύο φορές. Έντονη ήταν η ανησυχία του συγγραφέα για την κατάσταση που επικρατούσε στις αγροτικές αυτές περιοχές, ενώ δυσανασχετούσε για τα μη αντικειμενικά άρθρα και τις ανταποκρίσεις που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες. Είναι η εποχή που γράφει το διήγημα ''Η σύζυγος''.
   Το 1892 ο Τσέχοφ αγοράζει ένα αγρόκτημα στο Μελίχοβο, εκπληρώνοντας έτσι ένα παλιό του όνειρο να γίνει ιδιοκτήτης γης. Το αγρόκτημα ήταν στο χωριό Μελίχοβο, της περιοχής Σερπουχόφσκι του Κυβερνείου της Μόσχας, κι επειδή ήταν από καιρό εγκαταλελειμμένο, ο Τσέχοφ το αγόρασε σε σχετικά φτηνή τιμή. Τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, ολόκληρη η οικογένεια του Τσέχοφ μετακομίζει στο Μελίχοβο. Το πρώτο διάστημα μένει μαζί τους και ο μικρότερος αδελφός του συγγραφέα, ο Μιχαήλ. Αμέσως μετά την εγκατάσταση της οικογένειας αρχίζουν οι εργασίες αναστήλωσης του σπιτιού και του περιβάλλοντος χώρου. Ο Τσέχοφ, ενθουσιασμένος, επιβλέπει προσωπικά τις εργασίες, γεγονός που μαρτυρά το πόσο του άρεσε η νέα του ζωή.
  Η περίοδος της ζωής του Τσέχοφ στο Μελίχοβο ήταν μία περίοδος έντονης συγγραφικής δραστηριότητας αλλά και εξάσκησης του ιατρικού του επαγγέλματος - η κοινωνική του δράση και προσφορά παρέμεινε αμείωτη. Κατά τη διάρκεια της επιδημίας χολέρας που ξέσπασε στη περιοχή, ο Τσέχοφ αναλαμβάνει καθήκοντα αγροτικού γιατρού, προσπαθώντας να καλύψει τις ανάγκες περίθαλψης 25 χωριών της περιοχής.
  Με δικά του έξοδα ιδρύει ιατρείο και το εφοδιάζει με φάρμακα και άλλο υγειονομικό υλικό. Στην περιοχή γύρω από το Μελίχοβο, με δικά του και πάλι έξοδα, ιδρύει τρία σχολεία για τα παιδιά των χωρικών, χρηματοδοτεί την οικοδόμηση ενός καμπαναριού και ενός πυροσβεστικού σταθμού, συμμετέχει στην κατασκευή της δημοσιάς που συνδέει την περιοχή με το Λοπάσνιε, και στέλνει αναρίθμητα γραπτά αιτήματα για τη δημιουργία σιδηροδρομικού σταθμού, έτσι ώστε να κάνουν στάση τα τρένα και να αναζωογονηθεί η τοπική οικονομία, ενώ λίγο αργότερα - με δικές του πάλι ενέργειες - ιδρύονται ταχυδρομείο και τηλεγραφικός σταθμός. Πέραν όλων αυτών, με δική του πρωτοβουλία φυτεύονται χιλιάδες δέντρα στη γύρω περιοχή.
   Εκεί, στο Μελίχοβο, ο Τσέχοφ συλλαμβάνει την ιδέα να δημιουργήσει μία βιβλιοθήκη στο γενέθλιο Ταγκανρόγκ. Ο ίδιος κάνει την πρώτη δωρεά, αποτελούμενη από δύο χιλιάδες βιβλία από την προσωπική του βιβλιοθήκη, μεταξύ των οποίων υπήρχαν αρκετές πρώτες εκδόσεις με αυτοβιογραφίες μουσειακής αξίας, ενώ παράλληλα φροντίζει να δημιουργήσει και την πρώτη συλλογή πορτρέτων που θα κοσμούν τους τοίχους της βιβλιοθήκης. Μέχρι το τέλος της ζωής του, θα συνεχίσει κατά διαστήματα να κάνει μεγάλες δωρεές στη βιβλιοθήκη που ίδρυσε.
  Παρά το γεγονός ότι το αγρόκτημα των Τσέχοφ ήταν μακριά, αφού από τον σιδηροδρομικό σταθμό ο επισκέπτης έπρεπε να διανύσει 12 βέρστια με τα πόδια, είναι συχνές οι επισκέψεις γνωστών και φίλων, μεταξύ των οποίων ήταν συγγραφείς, ηθοποιοί, τραγουδιστές, ζωγράφοι, επιστήμονες.
  Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν θέλει να ακολουθήσει έναν τρόπο ζωής απομονωμένο από την κοινωνία, γι' αυτό και συχνά ταξιδεύει στη Μόσχα, όπου συναντιέται με άλλους διανοούμενους της εποχής, παρακολουθεί θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες, επισκέπτεται περιοδικά και εφημερίδες, συμμετέχει σε λογοτεχνικές βραδιές, σε εκδηλώσεις, σε επίσημα δείπνα. Κάθε επίσκεψη του Τσέχοφ στη Μόσχα θεωρείται μεγάλο γεγονός. Το 1895 ο Τσέχοφ επισκέφθηκε τη Γιάσναγια Πολιάνα προκειμένου να συναντηθεί με τον Λέοντα Τολστόϊ, ο οποίος τον είχε προσκαλέσει πριν από πολύ καιρό. Είναι η αρχή της γνωριμίας τους, η οποία θα κρατήσει μέχρι το θάνατο του συγγραφέα. Στο μεσοδιάστημα, συναντήθηκαν πολλές φορές στην Κριμαία.
   Παρά τη συνεχή ύπαρξη δεκάδων επισκεπτών στο Μελίχοβο, ο Τσέχοβ το διάστημα αυτό γράφει πυρετωδώς. Το 1894 χτίζει ένα μικρό σπιτάκι, το οποίο αν και αρχικά το προόριζε για τους επισκέπτες του, σύντομα μετατράπηκε σε γραφείο ησυχαστήριο. Στο μικρό αυτό σπιτάκι, ο Τσέχοφ έγραψε το ''Γλάρο'', η επίσημη πρεμιέρα του οποίου έγινε στο Θέατρο Αλεξαντρίνσκι, δίχως ιδιαίτερη επιτυχία. Το γεγονός αυτό τον πείραξε πολύ, αλλά η νέα παράσταση του Γλάρου στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, το 1898, με τη μεγάλη του επιτυχία, τον αποζημίωσε.
  Το 1897 ο Τσέχοφ αρρώστησε βαριά από φυματίωση και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο. Η, έτσι κι αλλιώς, εξασθενισμένη υγεία του είχε υποσκαφθεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στη Σαχαλίνη, γεγονός που υποχρεώνει τον συγγραφέα να ακολουθήσει τη συμβουλή΄των γιατρών του και να μετακομίσει σε νότια κλίματα. Το 1897-98 ο Τσέχοφ μετακομίζει στη Νίκαια και στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου αναπτύσσει φιλική σχέση με τον γνωστό γλύπτη Μ.Μ.Αντοκόλσκι. Είναι η περίοδος όπου ο Τσέχοφ πείθει τον Αντοκόλσκι να φτιάξει το άγαλμα του Μεγάλου Πέτρου για τη γενέθλια πόλη του, το Ταγκανρόγκ.
   Τον Μάιο του 1898 ο Τσέχοφ επιστρέφει στη Ρωσία και κατευθύνεται στο Μελίχοβο, όπου παρέμεινε μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, και στη συνέχεια πηγαίνει στη Γιάλτα. Εκεί αγοράζει ένα αγρόκτημα σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από την ακτογραμμή, στο χωριό Αούκτα. Λίγες εβδομάδες αργότερα πεθαίνει ο πατέρας του. Με τα χρήματα που έλαβε από τον γνωστό εκδότη Μαρξ ως συγγραφικά δικαιώματα για τα έργα του αρχίζει να χτίζει ένα σπίτι, σε σχέδιο του αρχιτέκτονα Σαπάλοφ. Ο ίδιος ο Τσέχοφ επιμελήθηκε τον κήπο του, φυτεύοντας δέντρα και θάμνους.
Ο χειμώνας του 1899, όμως, στην Κριμαία ήταν δύσκολος, με χιονοπτώσεις και χιονοθύελλες. Ο συγγραφέας νοσταλγούσε τη Μόσχα, όπου εκείνη τη περίοδο παίζονταν τα έργα του και είχε έντονη λογοτεχνική ζωή. Την άνοιξη πηγαίνει στη Μόσχα και στη συνέχεια στο Μελίχοβο. Στα τέλη Αυγούστου επιστρέφει στην Κριμαία, αφού προηγουμένως πούλησε το αγρόκτημα στο Μελίχοβο, θέλοντας να εγκατασταθεί μόνιμα στη Γιάλτα. Είναι μία περίοδος της ζωής του που χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνική δραστηριότητα, αφού, ως μόνιμος κάτοικος της περιοχής πλέον, εκλέγεται μέλος της Επιτροπής Χορηγών του Γυμνασίου Θηλέων, ενώ παράλληλα διαθέτει 500 ρούβλια για την οικοδόμηση σχολείου στη Μουχολακτά και φροντίζει για την ίδρυση του πρώτου βιολογικού εργαστηρίου στην περιοχή. Στη Γιάλτα, παρόλο που υπέφερε από κρίσεις φυματίωσης, αφιερώνει πολύ χρόνο στη φροντίδα των ασθενών που καταφθάνουν στην περιοχή. Ήταν η εποχή κατά την οποία η Γιάλτα θεωρούνταν ιδανικός τόπος θεραπείας και αποκατάστασης των φυματικών. Οι ασθενείς καταφτάνουν κατά δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, και μάλιστα δίχως να έχουν χρήματα, έχοντας ακούσει τις φήμες για την αγαθοεργή δράση του Τσέχοφ, ο οποίος φροντίζει για την εγκατάσταση και τη διαβίωσή τους. Ξεχωριστή και αξιομνημόνευτη παραμένει η δράση του Τσέχοφ για τη φροντίδα ασθενών εβραϊκής καταγωγής, οι οποίοι την εποχή εκείνη δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης στο πλαίσιο της αντισημιτικής πολιτικής του τσαρικού καθεστώτος.
    Στο μεταίχμιο δύο αιώνων, του 19ου και του 20ου, ο Τσέχοφ θεωρείται πλέον αναγνωρισμένος θεατρικός συγγραφέας, τα έργα του προκαλούν έντονες λογοτεχνικές διαμάχες και, κατά συνέπεια, μεγάλος θόρυβος γινόταν γύρω από το όνομά του, αλλά και την κοινωνική δραστηριότητα που ανέπτυσσε. Είναι η εποχή όπου ο συγγραφέας θέτει ενώπιον των αναγνωστών των έργων του ζητήματα συνείδησης και ευθύνης. ''Ο λογοτέχνης δεν είναι ζαχαροπλάστης, δεν είναι αισθητικός, ούτε διασκεδαστής. Είναι άνθρωπος υπεύθυνος, ο οποίος λογοδοτεί ενώπιον της συνείδησής του, ο οποίος εργάζεται κατά συνείδηση για την εκπλήρωση του χρέους του''. Αυτό είναι το πιστεύω του Τσέχοφ σαν συγγραφέα. Το 1900 ο Τσέχοφ εκλέγεται επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Πετρούπολης. Το 1902, όμως, ο ίδιος παραιτείται όταν διαφώνησε με την απόφαση της Ακαδημίας να διαγράψει τον Μαξίμ Γκόρκι από τις τάξεις της για πολιτικούς λόγους.
 Την άνοιξη του 1900 στην Κριμαία βρίσκεται σε περιοδεία το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Ο Τσέχοφ ταξιδεύει στη Σεβαστούπολη, όπου ειδικά γι' αυτόν ο θίασος δίνει παράσταση με το έργο ''Ο Θείος Βάνιας''. Στη συνέχεια ο θίασος πηγαίνει στη Γιάλτα, όπου στο σπίτι του συγγραφέα αρχίζουν να συχνάζουν ο συγγραφέας Μιχαήλ Μπούνιν, ο Μαξίμ Γκόρκι, ο Κουπρίν, Καθημερινά επισκεπτόταν το σπίτι του Τσέχοφ όλος ο θίασος  του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Τον Ιούλιο εκείνου του καλοκαιριού η πρωταγωνίστρια του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας Όλγκα Λεονάρντοβνα Κνίπερ, την οποία ο Τσέχοφ είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια των προβών το 1898 και με την οποία είχε στη συνέχεια αλληλογραφία, τον επισκέπτεται στο σπίτι του στη Γιάλτα. Ζουν μαζί όλο τον Ιούλιο, περίοδος κατά την οποία σφυρηλατήθηκε όλη η μετέπειτα κοινή ζωή τους.
   Το χειμώνα του 1900-01 ο Τσέχοφ πηγαίνει στη Νίκαια της Γαλλίας προκειμένου να φροντίσει την υγεία του, στη συνέχεια πηγαίνει στην Ιταλία, ενώ τον Φεβρουάριο επιστρέφει στη Γιάλτα. Στις 25 Μαίου της ίδιας χρονιάς παντρεύεται την Όλγκα Κνίπερ και αμέσως μετά το γάμο τους πηγαίνουν στο Κυβερνείο της Ουφά. Η υγεία του Τσέχοφ είναι επιβαρυμένη, παρ' όλα αυτά συνεχίζει να γράφει, να συναντά ανθρώπους, να βοηθάει όσους είχαν ανάγκη. Την ίδια χρονιά γράφει ένα από τα καλύτερα θεατρικά του έργα, τις ''Τρεις αδελφές''.
   Τη χρονιά εκείνη ο Τσέχοφ ζει βασικά στη Γιάλτα, ενώ η σύζυγός του στη Μόσχα. Υποφέρουν ο ένας μακριά από τον άλλον, αλλά αλληλογραφούν τακτικά. Η αλληλογραφία αυτή είναι μία συγκλονιστική μαρτυρία των αισθημάτων που έτρεφαν. Μέσα από τις επιστολές τους οι επόμενες γενιές έμαθαν τις λεπτομέρειες της ιστορίας του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, που σημάδεψε τη θεατρική ιστορία της Ρωσίας στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά και κατά τη διάρκεια του 20ου.
    Το 1904 ανεβαίνει ένα ακόμα έργο του Τσέχοφ, ο ''Βυσσινόκηπος''. Η Όλγκα Κνίπερ παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι το τελευταίο έργο του μεγάλου αυτού συγγραφέα και δραματουργού. Η φυματίωση έχει εξασθενίσει τρομερά τον Τσέχοφ, ο οποίος εγκαταλείπει τη Γιάλτα και πηγαίνει σε ένα θέρετρο της νότιας Γερμανίας, όπου, παρά τις φροντίδες των γιατρών, ο συγγραφέας στις  δύο η ώρα τη νύχτα της 15ης Ιουλίου ένιωσε πολύ άσχημα. Στον γιατρό που έφτασε λίγη ώρα αργότερα είπε : ''Πεθαίνω'', Στη συνέχεια ζήτησε να του φέρουν ένα ποτήρι σαμπάνια, το οποίο ήπιε αργά, ξάπλωσε στο αριστερό του πλευρό κι ύστερα από λίγο ξεψύχησε.
  Η Ρωσία μόλις είχε χάσει έναν μεγάλο δημιουργό, έναν παγκόσμιο συγγραφέα, έναν οικουμενικό δραματουργό, έναν ευαίσθητο άνθρωπο.-

                                 ********************



                                                                             

                                                                           


                                                                                 


               

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

..ΟΙ ΚΑΡΔΙΕΣ ΣΗΜΑΔΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ...

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
Του Αρχιμ.Θεόκλητου Φεφε
Εκδόσεις ''Σήμαντρο''

''ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ...ΛΑΘΟΣ''

   Το καράβι καμαρωτό σκίζει το γαλάζιο χιτώνα του Σαρωνικού. Ο αφρός ολόχαρος πηδάει, λες, για να πλάσει γύρω του λευκό τιμητικό στεφάνι. Στην πρώτη θέση οι επιβάτες στριμωγμένοι φοβερά - καλοκαιριάτικο Σαββατοκύριακο είναι - διασκεδάζουν την αγανάκτησή τους, για την ακαταστασία των ακτοπλοϊκών γραμμών, αφήνοντας τη ματιά να χαρεί το παιγνιδιάρικο κύμα.
   Η κυρία Χρύσα διάβαζε. Δεν σπαταλούσε χρόνο ούτε στον αέρινο θαλάσσιο αφρό ούτε στην καταφορά ενάντια στον πλοιοκτήτη. Η ώρα του ταξιδιού είναι ένα κομμάτι πολύτιμο της ζωής μας. Και πρέπει να το δέσουμε με την ύπαρξή μας.
  Περνούσαν στ' ανοιχτά της Αίγινας. Οι απαλές γραμμές των βουνών πρόβαλαν. Η κυρία Χρύσα σήκωσε το κεφάλι να χαρεί το τοπίο. Το βλέμμα της γρήγορα ξαναγύρισε στο βιβλίο. Όμως σ' αυτό τον σύντομο οπτικό περίπατο συνάντησε κάποιον που έκανε την ίδια δουλειά. Κύτταξε για λίγο τον συνταξιδιώτη. Διάβαζε. Το εξώφυλλο του βιβλίου του σαν κάτι να της είπε για το περιεχόμενο και για τα ενδιαφέροντα του αναγνώστη.
  Μπήκε στο πειρασμό να ρωτήσει τί διάβαζε. Και τον ρώτησε.
  Αυθόρμητα η συζήτηση άνοιξε και τα βιβλία έκλεισαν. Κουβέντιασαν θέματα σοβαρά, σαν να γνωρίζονταν από παλιά. Κάποτε έφτασαν κι οι δυό ευλαβικοί, μα διψασμένοι μπροστά στο μεγάλο θέμα : ο Θεός. Ο κύριος, που καθόταν απέναντι απ' την κυρία Χρύσα, είχε κάτι να πει πάνω στο αιώνιο πρόβλημα. Κάτι απ' αυτά, που διάβασε. Κάτι απ' αυτά που άκουσε. Η κυρία Χρύσα όμως δεν είχε να εισφέρει στη συζήτηση θεωρίες. Είχε να καταθέσει ένα κομμάτι της πείρας της, ένα κομμάτι της καρδιάς της. Αυτή τον είδε το Θεό, έζησε την παρουσία Του και την πρόνοιά Του.
   Άρχισε να διηγείται το περιστατικό, ποιός ξέρει για ποσοστή φορά. Μιλούσε όμως με τόσο ενθουσιασμό και με τόση συγκίνηση, που λες και το ζούσε τούτη την ώρα. Αφού και κείνοι, που κάθονταν δίπλα της και που μέχρι κείνη την ώρα δεν φαίνονταν να δείχνουν ενδιαφέρον για τη συζήτηση, έπαψαν να χαζεύουν με νωχέλεια και στήλωσαν το βλέμμα πάνω της.
- Ήμουνα βαριά άρρωστη, είπε η κ. Χρύσα. Πέρασα μέρες πόνου στο νοσοκομείο. Μα δεν ήταν το σώμα μου μόνο, που πονούσε. Κι η καρδιά μου ήταν βαρειά τραυματισμένη. Ένοιωθα το σπίτι μου ραγισμένο. Το οικοδόμημα της οικογένειας να κλονίζεται. Κάτι μέσα μου μού έλεγε πως έφταιγα κι εγώ. Πως είμαι ένοχη. Η μελαγχολία με πίεζε. Η αγωνία μού έσπαγε τα νεύρα. Μία μέρα ξέσπασα. Ύψωσα τα μάτια στον ουρανό και φώναξα μ' όση δύναμη είχα. Δεν ήταν προσευχή εκείνη. Κατηγορητήριο ήταν δριμύ, που το τόξευα στο Θεό. Του μίλησα με αγανάκτηση. Τον κατηγόρησα, πως αυτός είναι η αιτία του πόνου μου.
   Πέρασε καιρός. Γύρισα σπίτι μου. Το σώμα μου δεν υπόφερε πια. Μα η καρδιά μου ζούσε στην ίδια κόλαση. Μολυβένιος ο εσωτερικός ουρανός. Πυκνή η βροχή της μελαγχολίας πότιζε ως τα κατάβαθα την ύπαρξή μου.
  Μία μέρα χρειάστηκε να τηλεφωνήσω. Έπιασα στο χέρι το ακουστικό. Γύρισα τον αριθμό. Παρακαλώ, Υπουργείον Εξωτερικών ;
- Όχι, εδώ Ινστιτούτο Ψυχικής Παρακολούθησης.
  Έκανα μία γκριμάτσα. Με κάποιο αυτοματισμό πήγα να κλείσω το τηλέφωνο. Στα χείλη μου έφτασαν οι λέξεις : με συγχωρείτε...λάθος. Την τελευταία στιγμή τις κράτησα. Η σκέψη μου δούλεψε με ταχύτητα βολίδας. Κέντησε την περιέργεια. Κι η περιέργεια έφερε στο στόμα μου την ερώτηση : - Παρακαλώ, τί είναι αυτό το Ινστιτούτο ;
  Ο άγνωστος συνομιλητής μου μού έδωσε μία σύντομη εξήγηση. Τον ευχαρίστησα. Η συνδιάλεξη τέλειωσε.
  Σε λίγο βρισκόμουνα, απρόσκλητη επισκέπτρια, στους χώρους του Ινσιτούτου. Κουβέντιασα με τον υπεύθυνο. Ζήτησα την επιστημονική του συμβουλή. Μου την έδωσε. Και, ταυτόχρονα, μου άνοιξε δρόμους. Για να νοιώσω τον εαυτό μου. Να λύσω το δράμα της ψυχής μου.
   Και τον βρήκα το Θεό. Τον συνάντησα μέσα στο εξομολογητήριο. Στον ιερό αυτό χώρο, που ποτέ στη ζωή μου δεν τον είχα επισκεφτεί. Εκεί ο Θεός μού χάρισε την ανακούφιση. Το ξαλάφρωμα της καρδιάς.
   Εδώ διέκοψε λίγο η κυρία Χρύσα. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Και μετά, με φωνή που θυμίζει το χτύπο του πομπού τηλεγραφημάτων, πρόσθεσε :
- Πέστε μου, σας παρακαλώ, τυχαίο ήταν αυτό το λάθος, που έκανα στον αριθμό του τηλεφώνου ή μία θεία παρέμβαση στην πορεία της ζωής μου ; Εγώ πιστεύω πως η Πρόνοια του Θεού φανερώθηκε. Πως τα δάχτυλα του Θεού έπιασαν τα δάχτυλά μου, καθώς γύριζαν τον αριθμό του τηλεφώνου, για να με κατευθύνουν, όπως ακριβώς ένας στοργικός πατέρας βάζει στο χέρι του τα απαλά χεράκια του παιδιού του και το καθοδηγεί στα πρώτα του βήματα.
    Ο συνομιλητής της κυρίας Χρύσας συμφώνησε. Οι γύρω ακροατές αν και κάπως σκεπτικιστές, αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν και να προσυπογράψουν τη διαπίστωση.
  Την ώρα εκείνη το καράβι σφύριξε. Σαν να είπε κι αυτό ένα ''ναι'' στο ερώτημα της ευτυχισμένης κ. Χρύσας..














''ΣΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ...''
   Έκλεισε τα μάτια ο κ. Γιάννης Κ. Τραβήχτηκε απ' το γνώριμο διάκοσμο του δωματίου, για να ζήσει, έστω για λίγο, με τις γλυκές αναμνήσεις.
  Πόσο όμορφο να ξεδιπλώνεις μπροστά σου το παρελθόν, ν' αναστρέφεσαι με πρόσωπα, να ξαναγελάς για τις παλιές χαρές, να χύνεις ένα επιμνημόσυνο δάκρυ στις βαλσαμωμένες πίκρες !
  Ο κ. Γιάννης το ένοιωθε τούτη τη στιγμή σαν ανάγκη. Κάτι μέσα του τού έλεγε πως ο ήλιος της ζωής του γέρνει στη δύση. Δεν τον τρομάζει αυτό. Δεκατρία χρόνια τώρα στο κρεβάτι συμφιλιώθηκε με τη σκέψη του θανάτου. Το τέρμα του έγινε προσδοκία, πόθος, λύτρωση. Ύστερα απ' το ηλιοβασίλεμα οραματίζεται ολόχαρη ανατολή.
  Τώρα το βλέπει πολύ κοντά το λυτρωτικό τέρμα. Και γυρίζει πίσω να δει, ίσως για τελευταία φορά, το κομμάτι του δρόμου που διάβηκε και που το γέμισε με το νεανικό αμέριμνο γέλιο ή με των τελευταίων χρόνων του το σπαρταριστό κλάμα.
   Όλα περνούν μπροστά του με γρηγοράδα. Το πατρικό σπίτι, τα παιδικά χρόνια, το σχολειό, τα εφηβικά πετάγματα, ο γάμος του, η θερμή κυψέλη της οικογένειας, η σύζυγος, τα παιδιά. Σ' αυτό το κομμάτι της ζωής του, το πιο μεγάλο, μένει και πιο πολύ. Οι συγκινήσεις, που του δημιουργεί η κάθε σελίδα, είναι ισχυρές και δεν μπορεί εύκολα ν' απαγκιστρωθεί, για να γυρίσει το φύλλο.
   Πόσο καμάρι ένοιωθε όταν στο σπίτι έβλεπε να τιτιβίζουν χαρούμενα οι τρεις του κόρες ! Σκαλοπάτια το ανάστημα. Συμπλήρωμα όμως η μία στην άλλη στη νοικοκυροσύνη και στα ψυχικά ταλέντα. Έδιναν ιδιαίτερο τόνο στην οικογένεια. Τη γέμιζαν με το παιδικό τραγούδι, με τη δουλειά, με τη χαρά.
  Αλήθεια...εκείνα τα χρόνια ! Τί ευλογία ! Δεν ήταν μόνο τα τρία του παιδιά, που γυρόφερναν στο σπίτι. ''Η θύρα αυτού παντί ελθόντι ανέωκτο'' (Ιώβ, λα' 32). Δεν του είχε στερήσει ο Θεός τα αγαθά. Μα μπορούσε κι αυτός, τούτη την ώρα τη μεγάλη, να βάλει το χέρι στην καρδιά και να πει ότι από κανένα δεν τα στέρησε. Ένα ένα άρχισαν να ξανατυπώνονται στη σκέψη ονόματα, να παρελαύνουν απ' τα κλειστά μισοσβησμένα μάτια φυσιογνωμίες. Ορφανά παιδιά, που αξιώθηκε να τα θρέψει και να ξαναβάλει στα χείλη τους το γέλιο της ξενοιασιάς. Γυναίκες χήρες, που ο χάρος, πριν μαυρίσει του κεφαλιού τους το μαντήλι, τους είχε μαυρίσει τη καρδιά. Λεβεντόκορμα παλληκάρια, που στη δυναμική εποχή βρέθηκαν χωρίς δουλειά. Νέες κοπέλες, που, πριν σκεπαστούν με τα στέφανα, ζητούσαν τη σκέπη ενός προστάτη.
 Όσα πρόσωπα, τόσες και ιστορίες. Η καθεμιά με την ιδιοτυπία της, με τις εναλλαγές, με τα ξέφωτα, με τις αντάρες. Τώρα το βλέπει κι η καρδιά του σκιρτάει. Είναι τόσες πολλές οι ιστορίες στις οποίες αξιώθηκε κι αυτός να σημειώσει με τη δική του πέννα, με την πέννα της αγάπης, μία σελίδα ή, έστω, μία μόνο φράση.
  Μετά η σκέψη πετάει. Τον φέρνει σ' εκείνο το αλησμόνητο φθινοπωρινό απόγευμα, που τον τροφοδότησε με μία ισχυρή δόση συγκίνησης.
  Είχε κινήσει για περίπατο. Κάτι μέσα του τον έσπρωξε - ούτε κι αυτός μπόρεσε να καταλάβει τί - να πάρει το δρόμο κατά τις φυλακές. Σαν έφτασε απ' έξω, ξαφνιάστηκε. Μπροστά του βρέθηκε η Αργυρώ, η αγαθή και καλόκαρδη γειτόνισσα της μάνας του.
-Πώς από δω, κυρά Αργυρώ ; θυμάται που τη ρώτησε.
-Βάσανα, κύρ- Γιάννη μου, βάσανα ατελείωτα. Πιάσαν το γιό μου τον Κώστα, επειδή χρώσταγε στην Εφορία και τον έκλεισαν στη φυλακή. Πού να τα βρει ο έρμος να τα πλερώσει ; Το μαγαζί δεν βγάζει. Είναι ανάποδοι, είναι δύσκολοι οι καιροί.
  Τα είπε με πόνο τα λόγια η μάνα και λύθηκε σε λυγμό.
  Ο Γιάννης τον ένοιωσε τον πόνο, τον πήρε δικό του. Μπήκε ο ίδιος στη φυλακή, μίλησε με το διευθυντή, πλήρωσε για τον Κώστα της Αργυρώς και για τέσσερες άλλους. Κι ύστερα από λίγο τους είδε, με γελαστό πρόσωπο, με το μπογαλάκι κάτω απ' τη μασχάλη, να περνούν τα σίδερα, ν' αφήνουν πίσω τους σκοπούς και να χυμούν στον ελεύθερο δρόμο. Κείνη την ώρα έζησε ο ίδιος τη χαρά της λευτεριάς. Έκλαψε, καθώς είδε τη μάνα ν' αγκαλιάζει και φιλάει το παλληκάρι της.
  Μετά ήρθε η αρρώστια. Τον άρπαξε με δύναμη και τον πέταξε στο στρώμα. Κάθε μέρα του έκλεβε ένα κομμάτι απ' την αντοχή, του έκαιγε τα σωθικά, του έλειωνε το κορμί, του άπλωνε κιτρινάδα στο πρόσωπο.
  Σκληρή η αρρώστια. Έφερε στο σπίτι μαζί με τον πόνο και τη φτώχεια. Δεκατρία χρόνια γιατροί, φάρμακα, δίαιτες και τα παρόμοια.
  Κι όμως κανένας δε βρέθηκε απ' τους τόσους που ευεργέτησε να του χτυπήσει τη πόρτα, να μπει στο δωμάτιο του πόνου του, να σταθεί στο πλευρό του και να του πει, έστω, ένα απλό ''ευχαριστώ''. Ούτε ο γιός της Αργυρώς..
    Αλλά και τί με τούτο ; Έχει το Θεό κοντά του, να του γεμίζει με γλυκειά ειρήνη και παρηγοριά κι ελπίδα όλες τις ώρες της ταλαιπωρημένης ζωής του. Αισθάνεται τη στοργική Του παρουσία μέσα στη θλίψη του. Ακούει παρήγορη τη φωνή της συνείδησης  να του λέει ότι έκανε πέρα ως πέρα το καθήκον της αγάπης. Και κοντά του τα παιδιά του...
  Αργά, σιγανά, τους έδωσε την ευχή του...
 Είχε κάνει το χρέος του. Μπορούσε τώρα να γείρει στο προσκέφαλο του τελευταίου ''σπιτιού'' του, για ν' αναπαυτεί απ' τους τόσους κόπους του. ''Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες, ναι, λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών, τα δε έργα αυτών ακολουθεί μετ' αυτών'' (Αποκ. ιδ' 13).