Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ [ΜΕΝΤΗΣ] ΜΠΟΣΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ (1918 - 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1995)...Μ Π Ο Σ Τ...

ΣΚΙΤΣΟΓΡΑΦΟΣ...ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΟΣ...
ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ...
ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ...ΖΩΓΡΑΦΟΣ..

Χ Ρ Υ Σ Α Ν Θ Ο Σ   (ΜΕΝΤΗΣ)
Μ Π Ο Σ Τ Α Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ
(1918 - 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1995)



    Μ       Π      Ο      Σ       Τ                                     

    Ο Χρύσανθος (Μέντης) Μποσταντζόγλου (1918 - 13 Δεκεμβρίου 1995), γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο ΜΠΟΣΤ ήταν σκιτσογράφος και γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ζωγράφος. Γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε το 1995. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρία Μποσταντζόγλου, το γένος Παπαγιαννακοπούλου. Οι δύο γιοί του Κώστας και Γιάννης είναι σήμερα διακεκριμένοι στον χώρο της γραφιστικής και της υποκριτικής αντίστοιχα. Το έργο του περιλαμβάνει πολιτικές γελοιογραφίες και χρονογραφήματα, εικονογραφήσεις βιβλίων και περιοδικών, δέκα θεατρικά έργα και πολλές ζωγραφικές συνθέσεις. Για ένα διάστημα δούλεψε στη διαφήμιση όπου οι έντυπες καταχωρίσεις του για τη RENAULT (Ντοφίν εστί Φιλοσοφείν), Flow Coat / Dupont (βάφειν ζι γκουντ πιλοτ ? ) ακόμα και οι πιλότοι της Λουφτβάφε βάφουν με βαφές Φλόυ Κοτ.), άφησαν κυριολεκτικά εποχή με την τόλμη και τη διαφορετικότητά τους.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

  Από το 1920 έως το 1926 έζησε με την οικογένειά του στη Ρουμανία και στη συνέχεια στην Αθήνα. Μαθητής Γυμνασίου άρχισε τα σκίτσα και απέκτησε το ψευδώνυμο Μέντης. Το 1939 εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία όμως παράτησε μετά από έξι μήνες. Κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής έγινε μέλος του ΕΑΜ (1942) και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση.

   Η καριέρα του ως σκιτσογράφου ξεκίνησε με εικονογραφήσεις περιοδικών και παιδικών βιβλίων. Το πρώτο προσωπικό του βιβλίο εκδόθηκε με δικά του έξοδα το 1945 και είχε τίτλο ''Ο Άγιος Φανούριος. Βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων Κλασσικών...Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι''. Το 1952 έπιασε δουλειά στην εφημερίδα Καθημερινή, την οποία τότε διηύθηνε η Ελένη Βλάχου, στην οποία αρχικά εργαζόταν ως ταμίας και βιβλιοθηκάριος. Το 1955 αρχίζει να εργάζεται στο περιοδικό Εικόνες ως εικονογράφος και χαρτογράφος. Στη συνέχεια απασχολείται ως σκιτσογράφος στο περιοδικό Ταχυδρόμος.
  Το 1959 παρουσίασε στη στήλη του, η οποία είχε τίτλο ''Το μποστάνι του Μποστ'', τους τρεις πλέον γνωστούς ήρωές του : Μαμά - Ελλάς, Πειναλέων και Ανεργίτσα. Τέλος στη συνεργασία του με την Ελένη Βλάχου δόθηκε λόγω του κειμένου ''Το επάγγελμα της μητρός μου'' (1961), για το οποίο κατηγορήθηκε ότι είχε ξεφύγει από τα όρια της ευπρέπειας. Από το 1960 έως το 1966 είχε τακτικό εβδομαδιαίο σκίτσο στην εφημερίδα Ελευθερία, ενώ από το 1963 έως το 1966 καθημερινό πολιτικό χρονογράφημα και κυριακάτικο σκίτσο στην εφημερίδα Αυγή. Το 1966 άνοιξε το δικό του κατάστημα δώρων με την επωνυμία ''Λαϊκαί Εικόναι''. Διακόσμησε πάνω από 27.000 είδη δώρων, με σκίτσα και ζωγραφιές, καθώς και ανορθόγραφες επιγραφές, στιχάκια και αφιερώσεις. Το 1973 δημοσίευσε αντιδικτατορικά σκίτσα και κείμενα στα περιοδικά Αντί και Ταχυδρόμος, συνεργασία που συνεχίστηκε και για τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Προδικτατορικά συνεργάστηκε επίσης με τις εφημερίδες Ομάδα, Μακεδονία, Ανεξάρτητος Τύπος, Εμπρός και Μεσημβρινή και με τα περιοδικά Δρόμοι της Ειρήνης και Θεατής. Λόγω των πολιτικών γελοιογραφιών του υπέστη διώξεις και δέχτηκε επανειλημμένα μηνύσεις..

  Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά, αφιερώθηκε στη ζωγραφική και το θέατρο. Τα σατιρικά θεατρικά του έργα είναι γραμμένα σε δεκαπεντασύλλαβο. Κατά διαστήματα ασχολήθηκε και πάλι με το σκίτσο και την πολιτική γελοιογραφία. Μετά την μεταπολίτευση συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό Ταχυδρόμος, τον Θούριο. το Men' s Look και τις εφημερίδες Πρωϊνή και Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και Ριζοσπάστης. Πραγματοποίησε επίσης 16 προσωπικές εκθέσεις.

  Πέθανε στις 13 Δεκεμβρίου του 1995.


Χαρακτηριστικά του έργου του

  Ο Μποστ θεωρείται ότι κατάφερε να δημιουργήσει ένα εντελώς προσωπικό και αναγνωρίσιμο σατιρικό ύφος ως σκιτσογράφος, κειμενογράφος, θεατρικός συγγραφέας, αλλά και ζωγράφος. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η γλώσσα του και τα επίτηδες ανορθόγραφα κείμενα. Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, γελοιοποιώντας την καθαρεύουσα πίστευε ότι ίσως μπορέσει να βοηθήσει στην ταχύτερη καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Προκειμένου να σατιρίσει την καθαρεύουσα, ανακάτευε λόγιες εκφράσεις με λαϊκές  και έγραφε εντελώς ανορθόγραφα, διεκτραγωδώντας τον ημιμαθή Έλληνα, που προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει την καθαρεύουσα, καθώς εκείνη την εποχή η δημοτική θεωρούνταν ''ύποπτη'', κατά δήλωση του ίδιου του Μποστ. Συχνά με την παραφθορά των λέξεων ή την ανορθόγραφη απόδοση του ήχου της δημιουργούσε εσκεμμένα συνειρμούς, με άλλες έννοιες, τις οποίες διακωμωδεί. Επίσης, συχνά, χρησιμοποιούσε μεταφορικές εκφράσεις με την κυριολεκτική τους έννοια.


 Η σάτιρά του στοχεύει κυρίως τον μικροαστό Έλληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την ημιμάθεια και τον νεοπλουτισμό, την ξενομανία, τις έντονες ταξικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, καθώς και την Ελληνική πολιτική ζωή. Ο Μποστ σατιρίζει ιδιαίτερα την εξάρτηση της Ελλάδας από τον ξένο παράγοντα, την εθνικοφροσύνη των δεξιών κομμάτων και το θεσμό της Βασιλείας, ωστόσο σε πολλά κείμενα διακωμωδεί και την παράταξη της Αριστεράς, στην οποία ανήκε. Σε πολλά από τα κείμενά του γράφει σε πρώτο πρόσωπο ως αφηγητής, ο οποίος διηγείται κάποια εμπειρία του και σχολιάζει δήθεν με αφέλεια τα γεγονότα.

   Οι τρεις πλέον χαρακτηριστικοί ήρωες των γελοιογραφιών του και προσωπικά του δημιουργήματα είναι η Μαμά Ελλάς με τα παιδιά της, τον Πειναλέοντα και την Ανεργίτσα. Η Μαμά Ελλάς παρουσιάζεται αρχαιοπρεπής, αλλά φτωχοντυμένη και εξαθλιωμένη, το ίδιο και τα δύο μικρά της παιδιά, που σχολιάζουν την επικαιρότητα με ανορθόγραφα γραμμένους στίχους.

   Ένα από τα χαρακτηριστικά όλου του φάσματος του έργου του (σκίτσα, κείμενα, ζωγραφικά και θεατρικά έργα) ήταν ο συμφυρμός διαφόρων φάσεων της Ελληνικής Ιστορίας, καθώς στο έργο του συνυπάρχουν ήρωες της Αρχαιότητας, του Βυζαντίου, του 1871, του έπους του 1940 με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ωνάση.

  Ως ζωγράφος ήταν αυτοδίδακτος και τα έργα του ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένα από το ναίφ ύφος της λαϊκής ζωγραφικής και κυρίως τον Θεόφιλο, αλλά και τις φιγούρες του Θεάτρου Σκιών, με στοιχεία υπερρεαλισμού. Τα ζωγραφικά του έργα παρουσιάζουν ήρωες της Αρχαιότητας και της Επανάστασης του 1821 και ιστορικά ζευγάρια.

  Στα θεατρικά του έργα χρησιμοποιούσε δεκαπεντασύλλαβο στίχο στο προσωπικό του ύφος συμφυρμού πομπωδών καθαρευουσιάνικων εκφράσεων, με ξένες και λαϊκές εκφράσεις, ενώ συχνά εμφάνιζε ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα να αναφέρονται σε σύγχρονες καταστάσεις.

   Σε περιόδους χιουμοριστικών αναζητήσεων ο Μποστ έγραψε και στίχους για τρία ελαφρολαϊκά τραγούδια, που έγιναν επιτυχίες στις αρχές της δεκαετίας του '60. Αυτά είναι ''Οι Νεκροθάφτες'' (μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, ερμηνεία Γιώργου Ζωγράφου) και τα ''Η Νήσος των Αζορών'' και ''Ρομβία'' (μουσική Μίκη Θεοδωράκη, ερμηνεία Γρηγόρη Μπιθικώτση).
   Έφτιαξε το εξώφυλλο του δίσκου ''Το θαλασσινό τριφύλλι'' σε μουσική Λίνου Κόκοτου και στίχους Οδυσσέα Ελύτη και κυκλοφόρησε το 1972.

Κατάλογος λευκωμάτων και βιβλίων του Μποστ

** Σκίτσα του Μποστ (1959)
** Το λέφκομά μου (1960)
** Σκίτσα κι κείμενα (Πρώτη επιλογή Δεκέμβριος 1961)
** Σκίτσα και κείμενα (Δεύτερη επιλογή Απρίλιος 1972)
** Αλληλογραφία με τον Κόστα (Χρονογραφήματα από την ''Αυγή'', Θεμέλιο, 1964)
** Το Ημερολόγιο μιάς χήρας. Δοκίμιον δια έργον ''δύο εφχάριστων ωρών'' 1972
** 18 Αντικείμενα ή Υπέρ Δικτατορείας Λόγος (1975)
** Σκίτσα 73-74 (1974)
** Καλειδοσκόπιο (Gutenberg, 1975)
** Σταυροφορίες (Γράμματα, 1992)
** Ο Άγιος Φανούριος, Βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών..Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι (1945)
** Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (1953)
** Φαύστα (θεατρικό, 1962)
** Μήδεια (θεατρικό, 1993)
** Δον Κιχώτης (θεατρικό)
** Όμορφη Πόλη (θεατρικό)
** Μαρία Πενταγιώτισσα (θεατρικό, 1982)
** 40 χρόνια Μποστ (θεατρικό)
** ''Οι εκλογές του Μποστ'' (θεατρική επιθεώρηση, 1973)
** Ρωμαίος και Ιουλιέτα (θεατρικό)





Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

'' ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΙΔΙΑ, ΠΟΥ ΣΚΛΗΡΑ ΠΟΛΕΜΑΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ..ΣΤΗ ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ, ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΟΛΕΣ ΝΑ 'ΡΘΕΤΕ ΞΑΝΑ...'' Σ Ο Φ Ι Α Β Ε Μ Π Ω

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ
ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ, ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΤΟΥ 1940

Σ  Ο  Φ  Ι  Α  Σ     Β  Ε  Μ  Π  Ω




Κορυφαία Ελληνίδα τραγουδίστρια και ηθοποιός, δυναμική, ακούραστη, με πείσμα με φιλοδοξίες και όνειρα, μία ντίβα που λατρεύτηκε, μία γυναίκα που μίλησε στις καρδιές με την φωνή της, που αγάπησε παράφορα, αγαπήθηκε, διώχθηκε, τιμήθηκε και αναπαύτηκε με δόξα και τιμή.
   Κυρίες και κύριοι, η ''ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ '' Σ Ο Φ Ι Α  Β Ε Μ Π Ω.

 Το ημερολόγιο έδειχνε 10 Φεβρουαρίου 1910. Η ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΩ, γεννιέται στην Καλλίπολη της Θράκης. Ο πατέρας της Θανάσης, εργάζεται ως καπνεργάτης και κοπιάζει να μεγαλώσει τα παιδιά του, την Σοφία, την Αλίκη, τον Τζώρτζη και τον Αντρέα, μετά την μετανάστευσή τους στην Πόλη. Το 1914 στα πλαίσια της ανταλλαγής πληθυσμών με την Τουρκία, επί Κυβερνήσεως Ε. Βενιζέλου, η οικογένεια έρχεται στο Βόλο.
   Τα χρόνια δύσκολα, φτώχεια και πείνα. Η Σοφία μεγαλώνοντας λίγο, ψάχνει για δουλειά. Ξεκινάει να εργάζεται ως ταμίας σε γνωστό κατάστημα της περιοχής και επειδή της αρέσει η μουσική, αγοράζει μία κιθάρα και μαθαίνει να παίζει τις πρώτες νότες. Έτσι κάπως ξεκινάει η ιστορία της ζωής της.

  Το μεγάλο της ταλέντο, ανακάλυψε ένας ιμπρεσάριος, ο Κωνσταντίνος Τσίμπας, όταν την άκουσε να τραγουδά στην πλώρη του πλοίου Α/Π ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ, με το οποίο η Σοφία ταξίδευε από τον Βόλο προς την Θεσσαλονίκη, για να συναντήσει τον αδελφό της Τζώρτζη.
   Η πρώτη της εμφάνιση έγινε στο κοσμικό κέντρο της συμπρωτεύουσας ΑΣΤΟΡΙΑ. Ο κόσμος την αποθεώνει κάθε βράδυ και η φήμη της ταξιδεύει μέχρι την Αθήνα. Με τη σύμφωνη γνώμη των γονιών της, η Βέμπω, αποδέχεται την πρόταση μεγαλοεπιχειρηματία να κατεβεί στην πρωτεύουσα. Ήταν 10 Οκτωβρίου του 1933.

   Όλα είναι έτοιμα για να την υποδεχτεί το αθηναϊκό κοινό. Ντυμένη τσιγγάνα, η Βέμπω εμφανιζόταν με την κιθάρα της και ερμήνευε το ''Μία γυναίκα πέρασε''. Στην πρεμιέρα μάλιστα, όπως αναφέρεται  στην βιογραφία της, μόλις ολοκλήρωσε το πρόγραμμά της υποκλίθηκε και χάθηκε μέσα στα παρασκήνια. Στο ενθουσιασμένο κοινό, που την χειροκροτούσε, επίμονα εκείνο το βράδυ, εμφανίσθηκε 4 φορές !!! Στις πρώτες θέσεις κάθονταν ο Ορέστης Μακρής, ο Φώτης Αργυρόπουλος και η Μαρίκα Νέζερ.

   Υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο, ύψους 10.000 δραχμών ! Το καλλιτεχνικό όνομα Βέμπω, της δόθηκε από τον Πώλ Νορ.
  Η δισκογραφική εταιρεία Κολούμπια, αρνήθηκε να ηχογραφήσει τραγούδια της, επειδή η φωνή της δεν είχε το ''στυλ'' της εποχής. Δέχτηκε όμως η εταιρεία ΠΑΡΛΟΦΟΝ και μετά την επιτυχία του δίσκου της ''Μη ζητάς φιλιά'' , η Κολούμπια προσέγγισε την Βέμπω, με συμβόλαιο μεγάλης περιόδου.
   Η πρώτη της κινηματογραφική δουλειά, έγινε στην Αίγυπτο το 1937. Προσκεκλημένη να τραγουδήσει στο ''ΓΚΡΑΝ ΤΡΙΑΝΟΝ'' ως σούπερ Ελληνίδα ντίβα της εποχής, δέχεται την πρόταση ενός μεγάλου κινηματογραφικού παραγωγού του Τόγκο Μιζράχι, να γίνει η μούσα του στην νέα του ταινία που ετοίμαζε με τίτλο ''Η προσφυγοπούλα''.
   Ακολούθησαν γυρίσματα για λογαριασμό αμερικανικής εταιρείας που ήθελε την Ελληνίδα σταρ, οπωσδήποτε στα πλάνα του. Με θέα την Ακρόπολη και τον Εθνικό κήπο, η Σοφία Βέμπω έγραφε ιστορία !

  Αργότερα, θα παίξει και θα τραγουδήσει, στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη ''Στέλλα''. Υποδύεται την Μαρία που έχει τον ''Παράδεισο'' κι εμφανίζεται εκεί η Στέλλα.
   Την 28η Οκτωβρίου 1940 ο εκφωνητής του ραδιοφωνικού προγράμματος του Ζαππείου, Κώστας Σταυρόπουλος, διακόπτει ξαφνικά το τραγούδι της Βέμπω που ερμηνεύει ζωντανά το ''Μας χώρισε ο Πόλεμος''  και ανακοινώνει την επίθεση του Ιταλικού στρατού εναντίον της Ελλάδας. Ο πόλεμος ξεκινούσε και εκείνη σαν τρελή, βγαίνει στους δρόμους τρέχοντας και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι μίας φίλης της.
  Προσφέρει, εκείνη την εποχή, στο Ελληνικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες για να στηρίξει τον αγώνα εναντίον των κατακτητών. Η δική της αντίσταση είναι να συνεχίσει να τραγουδά. Μόνο που τα νέα της τραγούδια δεν μιλούν για την αγάπη πια, αλλά κρύβουν ειρωνεία και αστεϊσμούς για τον Ιταλό Μουσολίνι, μιλούν με περηφάνεια για τα παιδιά της Ελλάδας μας.


   Φτάνει μία μικρή ορχήστρα και τραγουδά στα νοσοκομεία, δίνοντας κουράγιο στους πληγωμένους στρατιώτες. Κάθε μέρα γινόταν αυτό, από τις 11 το πρωί μέχρι την 1 το μεσημέρι. Μετά τον άγριο ξυλοδαρμό της στο δρόμο, μετά από συστάσεις της Κομαντατούρ και έρευνες στο σπίτι της, οι Γερμανοί της αφαιρούν την άδεια εργασίας, για να μην τραγουδά. Η ζωή της πλέον κινδυνεύει. Διαφεύγει στην Μέση Ανατολή, με το υποβρύχιο ''Λάμπρος Κατσώνης '' με ένα άκρως καλά οργανωμένο σχέδιο, του ταγματάρχη Γιάννη Τσιγάντε.

  Στην Συρία, ζητά από την εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση, να εργαστεί άμισθη, ως νοσοκόμα στον Ελληνικό στρατό. Ο υπουργός Π. Κανελλόπουλος, έκανε δεκτό το αίτημα αλλά με την διαφορά να της δίνει έναν μισθό, 28 λίρες τον μήνα. Εκείνη τα αρνήθηκε λέγοντας πως είναι πολλά, την στιγμή που ο κόσμος στην πατρίδα πεινάει..
   Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, δύο χρόνια αφού είχε τελειώσει ο πόλεμος, εκτός από την βαλίτσα με τα προσωπικά της είδη, έφερε μαζί της και άλλες δύο. Μία με αναμνηστικά δώρα και μία άλλη με ευχαριστήριες κάρτες. Αλλά δυστυχώς, χωρίς δραχμή στην τσέπη. Η Σοφία όσο διάστημα έμεινε στο εξωτερικό, εμφανιζόταν αφιλοκερδώς στο ξένο κοινό για να το αφυπνίσει. Για να μην αφήσει ημέρα να περάσει που να μην υπενθυμίσει τον αγώνα της χώρας της για την ελευθερία.

   Το 1946 κι ενώ βρίσκεται στην Κύπρο, λαμβάνει ένα τηλεγράφημα από το συμμαχικό στρατηγείο : ''Ο συμμαχικός αγών σας οφείλει πολλά. Τιμής ένεκεν το συμμαχικό στρατηγείο επιθυμεί να είστε ο πρώτος επίσημος Έλλην πολίτης που θα υποδεχθούν τα ελεύθερα Δωδεκάνησα. Ελληνικόν πολεμικόν αεροσκάφος θα σας μεταφέρει την 16ην Φεβρουαρίου 1946 και ώραν 8 εις την Ελευθέραν Ρόδον''. Η υποδοχή της από τον κόσμο, στο νησί, ήταν μοναδική !!!

   Τον τίτλο '' Η τραγουδίστρια της Νίκης '' της τον απένειμε, ο ραδιοφωνικός σταθμός του BBC στην διάρκεια της κατοχής. Το ''Βάζει ο Ντούτσε την στολή του'' είναι παρωδία του δημοτικού τραγουδιού ''Πλέκει η Μάρω τα προικιά της'' του Γιώργου Θίσβιου.
 
    Ο αμερικανικός Τύπος της εποχής, είχε συγκρίνει την Σοφία Βέμπω με την Μάρλεν Ντήτριχ. Το 1959 σε μία συνέντευξή της στην ΥΕΝΕΔ και στον δημοσιογράφο Ανδρέα Μαμάκη είχε δηλώσει πως δεν είχε προσφέρει τίποτα σημαντικό στον πόλεμο, αφού συνάνθρωποί της είχαν χάσει χέρια και πόδια. ''Δεν έδωσα τίποτα απολύτως. Μία φωνή μόνο που εξακολουθώ να έχω''.

   Την δεκαετία του '60 κουρασμένη και καταβεβλημένη από τα προβλήματα της υγείας της, αραιώνει τις εμφανίσεις της. Το βράδυ των αιματηρών γεγονότων του Πολυτεχνείο, η Σοφία, ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματός της σε κυνηγημένους φοιτητές και τους κρύβει. Μένει σε μία πολυκατοικία, στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρη. Και δεν την ξανανοίγει, όσο κι αν οι άντρες της Κρατικής Ασφάλειας χτυπούσαν απ' έξω μανιασμένα και την απειλούσαν. ''Δεν φοβήθηκα τους Ιταλούς, θα φοβόμουν αυτούς ;'', δήλωνε σε συνέντευξή της αργότερα...

  Έναν άντρα αγάπησε και αυτός ήταν ο Μίμης Τραϊφόρος. Παντρεύτηκαν το 1957, μετά από πολλά χρόνια σχέσης και η Σοφία δήλωνε ερωτευμένη μαζί του, μέχρι το τέλος της ζωής της, όπως την πρώτη μέρα που τον συνάντησε. Όμως εκείνος, την είχε πληγώσει πολλές φορές με τις...εξωσυζυγικές του ερωτικές περιπέτειες. Αυτή ήταν και η αιτία που η Βέμπω τσακωνόταν πολλές φορές με νεαρές ηθοποιούς του εκάστοτε θεάτρου. Γιατί ήξερε...καταλάβαινε....

  Η μεγάλη κυρία, πέθανε από εγκεφαλικό στις 11 Μαρτίου του 1978. Ο Θάνατός της συγκλόνισε το Πανελλήνιο και τα τηλεοπτικά προγράμματα μετέδωσαν την είδηση με έκτακτα δελτία ειδήσεων. Την ημέρα της κηδείας της, αν και ήταν Καθαρή Δευτέρα, χιλιάδες κόσμου είχαν συγκεντρωθεί στο νεκροταφείο. Και ο τίτλος της εφημερίδας ''Βραδυνής 'έγραφε : ''Πρέπει να ξέρεις πως το δημοσία δαπάνη το εξασφαλίζουν μόνο οι τίμιοι και οι φτωχοί''...

[σ.σ. πληροφορίες από το βιβλίο ''Η γυναίκα Θρύλος '' του Ανδρέα Μοντέζ]