Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

..Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ....

    Κ Ω Σ Τ Α Ν Τ Ι Ν Ο Σ     Κ Α Β Α Φ Η Σ       


''  Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α  ''
                                      Β'  1919 - 1933                 

''ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ'' (162 - 150 π.Χ.)

   Κάθε του προσδοκία βγήκε λανθασμένη !

  Φαντάζονταν έργα να κάμει ξακουστά,
να παύσει την ταπείνωσι που απ' τον καιρό της μάχης
της Μαγνησίας την πατρίδα του πιέζει.
Να γίνει πάλι κράτος δυνατό η Συρία,
με τους στρατούς της, με τους στόλους της,
με τα μεγάλα κάστρα, με τα πλούτη.

Υπέφερε, πικραίνονταν στην Ρώμη
σαν ένοιωθε στες ομιλίες των φίλων του,
της νεολαίας των μεγάλων οίκων,
μες σ' όλην την λεπτότητα και την ευγένεια
που έδειχναν σ' αυτόν, του βασιλέως
Σελεύκου Φιλοπάτορος τον υιό -
σαν ένοιωθε που όμως πάντα υπήρχε μιά κρυφή
ολιγωρία για τες δυναστείες τες ελληνίζουσες.
Που ξέπεσαν, που για τα σοβαρά έργα δεν είναι,
για των λαών την αρχηγία πολύ ακατάλληλες.

Τραβιούνταν μόνος του, κι αγανακτούσε, κι όμνυε που όμως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι,
ιδού που έχει θέλησιν αυτός,
θ' αγωνισθεί, θα κάμει, θ' ανυψώσει.

Αρκεί να βρει έναν τρόπο στην Ανατολή να φθάσει,
να κατορθώσει να ξεφύγει από την Ιταλία -
κι όλην αυτήν την δύναμι που έχει
μες στην ψυχή του, όλην την ορμήν
αυτή θα μεταδώσει στον λαό.

Α την Συρία μονάχα να βρεθεί !
Έτσι μικρός απ' την πατρίδα έφυγε
που αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της.
Μα μες στη σκέψι του την μελετούσε πάντα
σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας το πλησιάζεις,
σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα
ελληνικών πόλεων και λιμένων. -

Και τώρα ;
       Τώρα απελπισία και καϋμός.
Είχανε δίκιο τα παιδιά στην Ρώμη.
Δεν είναι δυνατόν να βασταχθούν η δυναστείες
που έβγαλε η Κατάκτησις των Μακεδόνων.

Αδιάφορον : επάσχισεν αυτός,
όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.
Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,
ένα μονάχα λογαριάζει πια
με υπερηφάνεια, που κ' εν τη αποτυχία του,
την ίδια ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.

Τ' άλλα - ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.
Αυτή η Συρία - σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,
αυτή είν' η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.

''Ο ΔΑΡΕΙΟΣ''


   Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος,
του ποιήματός του κάμνει.
Το πως την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Από αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Ευπάτωρ). Αλλ' εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία, πρέπει ν' αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος :
ίσως υπεροψίαν και μέθην, όχι όμως - μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Αλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Ρωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τί συμφορά !
Πού τώρα η ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μυθριδάτης, Διόνυσος κ' Ευπάτωρ,
μ' ελληνικά ποιήματα ν' ασχοληθεί.

Μέσα σε πόλεμο - φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Αδημονεί ο Φερνάζης. Ατυχία !
Εκεί που το είχε θετικό με τον ''Δαρείο''
ν' αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν' αποστομώσει.
Τί αναβολή, τί αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Αλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Αμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Ρωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ' αυτούς,
οι Καππαδόκες ; Γένεται ποτέ ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες ;
Θεοί μεγάλοι, της Ασίας προστάται, βοηθήστε μας. -

Όμως μες σ' όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ' η ποιητική ιδέα πάει κ' έρχεται -
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην,
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.


''ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ''

   Στον πρόλογο της Αλεξιάδας της θρηνεί,
για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή.

Εις ίλιγγον είν' η ψυχή της. ''Και
ρείθροις δακρύων'' μας λέγει ''περιτέγγω''
τους οφθαλμούς...Φεύ των κυμάτων της ζωής της,
''φεύ των επαναστάσεων''. Την καίει η οδύνη
''μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής''.

Όμως η αλήθεια μοιάζει που μιά λύση μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχην γυναίκα,
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην τ' ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ' όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλεία ν' αποκτήσει, μα την πήρε
σχεδόν μέσ' απ' τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

'' Σ' ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΛΗΟ '' - 

  Σ' ένα βιβλίο παληό - περίπου εκατό ετών -
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιάν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερ' ως τίτλον, ''Παρουσίασις του Έρωτος''.

Πλην μάλλον ήρμοζε, '' - του έρωτος των άκρως αισθητών''.

Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούσε κάπως υγιεινά,
μες στ' οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς - με καστανά, βαθύχροα μάτια,
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανώμαλων έλξεων,
με τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα,
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τ' αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.


''ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1868''

 Εξευτελίσθη πλήρως.          Μιά ερωτική ροπή του
λίαν απαγορευμένη              και περιφρονημένη
(έμφυτη μολοντούτο)              υπήρξεν η αιτία :
ήταν η κοινωνία                   σεμνότυφη πολύ.
Έχασε βαθμηδόν                     το λιγοστό του χρήμα,
κατόπι τη σειρά,                   και την υπόληψί του.
Πλησίαζε τα τριάντα             χωρίς ποτέ έναν χρόνο
να βγάλει σε δουλειά,              τουλάχιστον γνωστή.
Ενίοτε τα έξοδά του                 τα κέρδιζεν από
μεσολαβήσεις που                   θεωρούνται ντροπιασμένες.
Κατήντησ' ένας τύπος                    που αν σ' έβλεπαν μαζύ του
συχνά, ήταν πιθανόν                   μεγάλως να εκτεθείς.

Αλλ' όχι μόνον ταύτα.                 Δεν θάτανε σωστό.
Αξίζει παραπάνω                   της εμορφιάς του η μνήμη.
Μιά άποψις άλλη υπάρχει        που αν ιδωθεί από αυτήν
φαντάζει, συμπαθής              φαντάζει, απλό και γνήσιο
του έρωτος παιδί,                   που άνω απ' την τιμή,
και την υπόληψί του               έθεσε ανεξετάστως
της καθαρής σαρκός του              την καθαρή ηδονή.

Απ' την υπόληψί του ;                Μα η κοινωνία που ήταν
σεμνότυφη πολύ                    συσχέτιζε κουτά.

 
                                                    




Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

..ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ '93

Η  Λ  Ι  Α  Σ    Β  Ε  Ν  Ε  Ζ  Η  Σ


'' Τ Ο   Ν Ο Υ Μ Ε Ρ Ο   3 1 3 2 8 ''


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ
Δέκατη Έκδοση
Βιβλιοπωλείον της ''ΕΣΤΙΑΣ''
ΙΩΑΝΝΟΥ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑ Α.Ε.


                                                                                     Στην τυρρανισμένη μητέρα μου,
                                                                                          Σ' όλες τις μητέρες του Κόσμου....
''Το Νούμερο 31328'', του Ηλία Βενέζη

    Χρειάστηκε η μεγάλη δοκιμασία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, σκοτεινού προλόγου του νέου μεγάλου πολέμου που εζήσαμε, και που απ' τα δεινά του τόσο η Ελλάδα ιδιαίτερα υπέφερε, για να εμπνευσθούν μερικοί από τους νεοέλληνες μυθιστορηματογράφων έργα τραγικής πνοής. Έτσι έγινε με τον Στρατή Μυριβήλη, που μερικές φορές τον εσύγκριναν με τον Henri Barbusse, έτσι και με τον Ηλία Βενέζη, που η Ελένη και ο Ερρίκος Boissin μετάφρασαν με αξιέπαινη φροντίδα το ωραιότερο έργο του, ''ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328''.
  Το βιβλίο αυτό, ''ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328'', είναι ένα έργο δραματικό που προξενεί αλησμόνητη εντύπωση. Ο πόλεμος που μόλις τελείωσε τού έδωσε παράξενη επικαιρότητα. Πόσο τα γεγονότα επαναλαμβάνονται, πόσο οι άνθρωποι μένουν οι ίδιοι, χωρισμένοι,μέσα στην ταραχή της θύελλας, σε θύματα και σε δήμιους ! Δεν το αισθανθήκαμε αυτό σ' όλες τις χώρες που κατακτήθηκαν απ' τους Γερμανούς ; Όμως πόσο και ο άνθρωπος ξέρει να είναι μεγάλος στον πόνο !


  Ο Βενέζης έζησε το βιβλίο του πριν το γράψη. Ήταν δεκαοχτώ χρονώ το 1922, όταν κορυφώθηκε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος που έριξε στη φωτιά και πλημμύρισε στο αίμα την Ανατολή. Οι Έλληνες έχασαν τις μικρασιατικές τους εστίες και οι ελληνικοί πληθυσμοί σύρθηκαν απ' τους Τούρκους στα ενδότερα για ν' αποτελέσουν τα ''εργατικά τάγματα''. Επάθαμε κ' εμείς τα ίδια, γι' αυτό, όσο προχωρούμε στο διάβασμα του βιβλίου, τόσο μας κυριεύει ολοένα η αγωνία και δε μας αφήνει πια. Ε λοιπόν, αλήθεια, ''ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328'' είναι πραγματικά του ''ΒΙΒΛΙΟ του πόνου'', αυτό που ο συγγραφέας το λέει ο ίδιος το ''ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ''. Είναι όμως, επίσης, και ο ύμνος της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Ανάμεσα σ' αυτούς τους ανθρώπους, που η ίδια η άδικη μοίρα τούς έδεσε στην αλυσίδα των σκλάβων, γεννιέται, και όσο πάει ολοένα μεγαλώνει, ένα αίσθημα βαθύ : αυτό που ενώνει τα πλάσματα στη δυστυχία και δημιουργεί ανάμεσά τους το πνεύμα της θυσίας. Κι αυτό βάσταξε δεκατέσσερις μήνες για τον Βενέζη και τους συντρόφους του, ώσπου ήρθε η ώρα της λύτρωσης. Δεκατέσσερις μήνες εξαντλητική κούραση, πείνα, δίψα, ζέστη αβάσταχτη, σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια και στερήσεις. Η αρχή του βιβλίου, η λαχανιασμένη πορεία των σκλάβων, αντρών και γυναικών, είναι όραμα Δαντικό.
Είναι ένα υπόδειγμα αφήγησης, που συγκινεί με τη λιτότητα και την ακρίβεια της λεπτομέρειας, την έλλειψη κάθε περιττού σχολίου, κάθε μίσους, κάθε δημηγορίας. Οι δήμιοι και τα θύματα παρουσιάζονται, μέσα απ' τις πράξεις και τις σκέψεις τους, χωρίς οργή και χωρίς προκατάληψη. Μόλις μπορούμε να υποψιαστούμε ότι ο συγγραφέας μιλάει για πράγματα που τα έζησε ο ίδιος, και ότι πρόκειται γι' αυτόν τον ίδιο και για τους συντρόφους του της αιχμαλωσίας, όταν μας περιγράφη τον πόνο, την απόγνωση και την ελπίδα τους.
   ''ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328'' δεν είναι απλώς η μαρτυρία ενός ιστορικού γεγονότος, ή η περιγραφή ενός πολεμικού επεισοδίου. Είναι η μαρτυρία μίας ώρας του ανθρώπου, η μαρτυρία όλου του θάρρους, της ευψυχίας, της σωματικής και ηθικής καρτερίας, της αγάπης για τη ζωή, προ πάντων όμως της αλληλεγγύης των ανθρώπων που βρέθηκαν σ' αυτή τη ''θεωρία'' του πόνου. Και απ' όλη αυτή΄τη δυστυχία αναδίνεται ένα αίσθημα μεγαλείου, που δίνει στο έργο του Βενέζη τον συγκλονιστικό του χαρακτήρα...

                                                                                                       HENRI  LIEBRECHT
                                                                                            Της Βελγικής Βασιλικής Ακαδημίας


ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ

   Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα. Ένας κριτικός του σημείωνε κάποτε για το ύφος του : ''Έχει κάτι απ' τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός''. Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, κι όλα τ' άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δεν μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγης στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος - και είναι τόσο εύκολο να τους βρης, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο - αν τους ρωτήσεις, θα μάθης πως τίποτε, τίποτε δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.
   Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σ' αυτό τον πόνο...

  Πάνε εικοσιένα χρόνια από το 1924 που έγραψα στην πρώτη του μορφή, γυρίζοντας, παιδί, απ' τα κάτεργα της Ανατολής, το χρονικό τούτο. Το ξαναδούλεψα στο 1931 όταν βγήκε το βιβλίο. Από τότε δεν το είχα πιάσει στα χέρια μου. Με είχε πολύ βασανίσει όταν το έγραψα, με είχε αναστατώσει το επίμονο στριφογύρισμα στην πυκνή και φοβερή ύλη της πικρής αυτής ζωής που έπρεπε να πάρη έκφραση. Είχα τότε περάσει πολλές νύχτες που, κυνηγημένος απ' τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις, δεν μπορούσα να βρω καταφύγιο μήτε στον ύπνο. Γι' αυτό, όταν βγήκε πια σε βιβλίο ''ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328'', δεν τολμούσα, δεν ήθελα να το ξαναδώ - τελοσπάντων η ζωή, όταν είσαι γερός και είσαι νέος, έχει τόση δύναμη, σου το επιβάλλει να θ έ λ η ς να ξεχνάς.
   Η ανάγκη να ξαναγυρίσω στις σελίδες του ''Νούμερου 31328'', να κάμω να ξυπνήσουν πάλι μέσα μου οι δοκιμασίες των πρώτων νεανικών μου χρόνων ήρθε με τις νέες δοκιμασίες μας, με τη συμφορά της πατρίδας μου. Αντίμαχες δυνάμεις, με είχαν κυβερνήσει τον καιρό της κατοχής. Ένα διάστημα ήταν η ανάγκη να ξαναζήση μες στη φουρτούνα του πολέμου και την οδύνη η εποχή της γαλήνης, να θυμηθής πως κάποτε υπήρχαν οι άνθρωποι, υπήρχαν οι γενναίες πράξεις, το αίσθημα και η καλοσύνη στη γη. Από μία τέτοια ανάγκη βγήκε το απλό βιβλίο των καλών ανθρώπων, η ''ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ''. Η αντίμαχη ακριβώς δύναμη που ήρθε έπειτα ήταν εκείνη που, όταν υποφέρνης, σε σπρώχνει να μασάς και να ξαναμασάς τον πόνο, ίσως γιατί, μη έχοντας διέξοδο για τη χαρά, πρέπει να ισοφαρίσης τη στέρησή της με τον πιο κορυφαίο τόνο της λύπης. Έτσι, ευθύς έπειτα από την ''Αιολική Γη'' ξαναγύρισα στο βιβλίο τούτο, το έζησα, το ξανάζησα δουλεύοντάς το επίμονα τρεις φορές χωρίς να προσέξω τον τραχύ χαρακτήρα του.
Και είδα τότε μες στη φοβερή άνοιξη και στο καλοκαίρι του 1944 πόσο το ''Νούμερο 31328'', γραμμένο έπειτα από ένα μεγάλο πόλεμο, πόσο είχε συγγένεια αίματος, συγγένεια ''ύφους'', είκοσι χρόνια αργότερα, με τις μέρες του νέου μεγάλου πολέμου.

   Έτσι το βιβλίο τούτο - χρονικό μίας βασανισμένης στιγμής της Ελλάδας από τις τόσες - απαγορευμένο χρόνια τώρα απ' τις λογοκρισίες, έχει το θλιβερό προνόμιο, όπως βγήκε για πρώτη φορά σε μία ώρα παγκόσμιου πένθους , να ξαναβγαίνη τώρα στο τέλος ενός
άλλου πολέμου, όταν πάλι το πένθος σκεπάζει τις ρημαγμένες εστίες και τους τάφους των παιδιών, των γυναικών, των γερόντων και της νιότης του κόσμου. Και όπως τότε, πριν από εικοσιένα χρόνια, ''Το Νούμερο 31328'' ήταν η διαμαρτυρία ενός παιδιού εναντίον του πολέμου, μένει πάλι, τώρα, η διαμαρτυρία ενός ανθρώπου.

     Καλοκαίρι του 1945                                      Η. Β.


                      @@@@@@@@@@@@@@@@




Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο    Α'
''Περιέσχον με ωδίνες θανάτου. Ωδίνες 
         άδου περιεκύκλωσάν με''

     1922. Η Ανατολή γλυκύτατη πάντα, για σονέτο - κάτι τέτοιο. Όλα ήταν ήρεμα και αβρά εκείνο το φθινόπωρο. Ο εχτρός είχε κατεβή στην πόλη μας, το Αϊβαλί. Και στο λιμάνι είχαν αράξει βαπόρια με αμερικάνικες παντιέρες. Διαταγή : Το σάπιο εμπόρευμα - τα παιδάκια κ' οι γυναίκες - θα μπαρκέρναν για την Ελλάδα. Μα οι άντρες, από δεκαοχτώ ίσαμε σαραπέντε χρονώ, θα φεύγαν για το εσωτερικό, σκλάβοι στα εργατικά τάγματα.
    Η είδηση έφερε ένα δυνατό τίναγμα στους δικούς μας. Τα εργατικά τάγματα ήταν ένα μακρινό παρελθόν απ' τον Μεγάλο Πόλεμο. Είχαν γίνει θρύλος. Χιλιάδες χριστιανοί είχαν αφήσει στα κάτεργα αυτά τα κόκκαλά τους. Τα δάκρυα στις μητέρες δεν είχαν στερέψει ακόμα.
  Γι' αυτό, στην αρχή, κανένας απ' τα νιάτα δεν έβρισκε το κουράγιο να παραδοθή. Μα σιγά - σιγά το πήραν απόφαση. Έναν μπόγο στο χέρι. Σα μαζεύονταν διακόσοι - τρακόσοι άνθρωποι, τους στέλναν με συνοδεία για το εσωτερικό. Απ' την άλλη, τα βαπόρια, αραιά - αραιά στην αρχή, ύστερα ολοένα πιο γεμάτα, άρχισαν να βιάζονται. Σφυρίζαν. Πολλοί καπνοί. Οι γυναίκες ξεπροβόδιζαν τους άντρες τους, που οι Τούρκοι τους πέρναν στο εσωτερικό της Ασίας, μα να μπαρκάρουν οι ίδιες με τ' αμερικάνικα δεν το αποφάσιζαν. Μιά μέρα, δυό μέρες. Φοβούνταν πως έτσι τους εγκαταλείπουν. Όμως τα βαπόρια βγάζαν πολύν καπνό. Είχαν διορία, λίγες μέρες. Όποιος έμεινε, έμεινε. Σφυρίγματα, φωνές. Σιγά - σιγά η θερμή ανάσα ξαπλώθηκε, χίμηξε, αλάλιασε σ' όλες τις καρδιές. Όλοι άρχισαν να βιάζουνται.
   Αυτό είναι ο πανικός :
   Ήμουν δεκαοχτώ χρονώ. Δεν ήμουν εμπόρευμα για την Ελλάδα, μήτε μιά οκά, μήτε λίγο σάπιο πράμα - τίποτα.

   Κρυμμένος στο σπίτι μας παρακολουθούσα την τρίτη αποστολή που έφευγε για το εσωτερικό. Ήταν ίσαμε τρακόσοι άνθρωποι, σε διπλή σειρά. Πίσω τους τρέχαν έξαλλες γυναίκες. Φωνάζαν όλες μαζί, μπαίναν στη γραμμή. Οι στρατιώτες τις σπρώχναν, αυτές τίποτα, ξαναγυρίζαν, και λέγαν, λέγαν. Τους ερμήνευαν να φυλάγονται απ' τα βρώμια νερά, γιατί γυρίζει ''λυσιντερία'', απ' το κρύο. Μιά φώναζε πως το κουτάλι του τό 'χει μες στο κουτί με τη ζάχαρη, μιά άλλη για μιά μάλλινη φανέλλα κόκκινη, μιά άλλη για μιά χούφτα τίλιο που το είχε βάλει κάπου. Και ξαφνικά, ενώ ο λόγος ήταν για το τίλιο, τούτη η τελευταία μπήγει τις φωνές, κάτι σπαραχτικά, άγαρμπα κλάματα :
 - Αχ, Χριστέ μου, δε θα το ξαναδώ !....Δε θα το ξαναδώ !...
 - Παιδάκι μου, κάμε υπομονή, παρακαλούσε μιά άλλη ένα παλικαράκι. Μην τους αντιμιλάς, μη σε χτυπούν...
  Ήταν μιά ζαρωμένη γριούλα. Στα μάτια της προσπαθούσαν να ισορροπήσουν, να βγούν μαζί - μαζί, δυό αδιαφόρετα δάκρυα.
  Έβλεπα κρυμμένος πίσω απ' το παράθυρο. Μες στην αποστολή ξεχωρίζω το μουσικό τον Κώστα τον Λέλεκα. Ήταν έν ον μη μου άπτου, μονόφθαλμο και χλωμό - περίπου ποίημα του ΙΘ' αιώνα. Είχε αριβάρει ξαφνικά, πριν ένα χρόνο στον τόπο μας. Έπαιζε σ' έναν καφενέ. Η πελατεία νύσταζε. Ήταν μιά μουσική - δάκρυ προτιμάτε ή μειδίαμα ; - χωρίς αίμα, ολοάδειανες φλέβες. Του είπαν ν' αλλάξει ρότα και να βάλη λίγο λαδόξυδο στις ''πνοές''. Τυλίχτηκε μες στο γλιτζασμένο σακάκι του κ' έδωσε με ολάκερο τον εαυτό του ένα ''όχι'' επίμονο και θερμό - απορούσες πώς μπόρεσε να το συντηρήση. Έναν καιρό πεινούσε. Ύστερα τον λυπηθήκαν. Ήταν φθισικός.
  Ο Λελέκας βάδιζε μες στην αποστολή στη δεξιά ομάδα. Στα χέρια του βαστούσε το κουτί με το βιολί. Ένας άσπρος μπόγος στην πλάτη αντιδρούσε απότομα στο μαύρο σακάκι. Οι γυναίκες εξακολουθούσαν να φωνάζουν, ν' αφήνουν γειά, να δίνουν τα μωρά που κρατούσαν να τα φιλήσουν οι άντρες. Μα ο Κώστας ήταν ήσυχος. Αυτόν δεν τον ενοχλούσε κανείς.
Ξαφνικά ο αξιωματικός διατάζει :
 - Αλτ !
  Κοίταξε πλάϊ. Λαμποκοπούσαν χρώματα κίτρινα, κόκκινα, άσπρα - ένα σωρό οι γυναίκες που παρακολουθούσαν το θέαμα. Ήθελε να κάμη επίδειξη :
 - Κάτσετε χάμου ! διατάζει.
  Γονάτισαν. Ο αξιωματικός έστριψε το μουστάκι του κ' έφερε βόλτα, απ' τη μιά μεριά ως την άλλη, τη γραμμή. Τα πεσμένα καταγής κορμιά ήταν σαν ένα ποτάμι που λούφαξε. Μιά γυναίκα έχωσε μες στο ποτάμι, ένα μωρό που έκλαιγε.
 - Ουλάν, τί είναι αυτό ; στέκεται με απορία ο αξιωματικός μπρος στο κουτί με το βιολί του Λέλεκα.
    Αυτός δεν καταλάβαινε τούρκικα, έτρεμε απ' το φόβο. Σήκωσε το μοναδικό μάτι του κ' έκαμε να χαμογελάση. Ο αξιωματικός ανοίγει το κουτί. Και ξαφνικά, αναπάντεχα, τεζέρνει στα γέλια :
 - Ουλάν, α υ τ ό το κουβαλάς για κ ε ι  κ ά τ ο υ ;...Χά, χά, χά, χά ! για κει κάτου, ε ;
   Τό 'λεγε, το ξανάλεγε, κ' έσκαγε στα χάχανα. Όλοι τον κοίταγαν ξαφνιασμένοι. Γιατί γελά ;
 - Παίξε ! λέει στο τέλος, σαν καλμάρησε.
  Οι δικοί μας γνέφουν στο Λέλεκα να σηκωθή.
 - Βάλτε τίποτα να πατήση ! φωνάζει ο αξιωματικός.
  Του βάλαν για ν' ανεβή δυό μεγάλες πέτρες. Στην αρχή έτρεμε. Ένας χαμένος τόνος. Ύστερα αποτραβήχτηκε στον εαυτό του. Έκλεισε και το γερό του μάτι. Ήταν ένας σκοπός περίεργος κι ανεξήγητος. Ένα φρέσκο αίμα τινάζεται σαν κραυγή, έπειτα πάλι πέφτει, ο σκοπός γίνεται ολοένα αδύνατος, μα δε σωπαίνει, ολοένα πιο σιγά.
   Ο αξιωματικός γνέφει κρυφά σ' ένα στρατιώτη. Ψι-ψι. Σε λίγο του φέρνουν έναν κουβά νερό. Τον ζυγίζει, τον παίζει λίγο. Τέλος τον σαβουρντά :
 - Τσάφ !
  Ο Λέλεκας έκαμε να βασταχτή, μα δεν μπόρεσε. Βιολιά, νερά, μούτρα κουτρουβάλησαν χάμου.
 - Αλέστα ! φωνάζει ο αξιωματικός, βαστώντας την κοιλιά του απ' τα χάχανα, για να σηκωθή το κοπάδι.
  Σηκώθηκαν. Στα μούτρα του Λέλεκα έτρεχε λίγο αίμα κι ανακατεύονταν με τα νερά. Το μάτι του έτρεμε συγκινημένο, σα νά 'κανε ερωτική εξομολόγηση. Ξεκίνησαν. Μιά γυναίκα φώναζε. 'Ενα μωρό. 'Υστερα πολλές μαζί. Μιά γυναίκα τρέχει σ' έναν άντρα και κλαίει. Βλέπει λίγο χώμα που είχε κολλήσει στο παντελόνι του επειδή είχε καθίσει καταγής. Το τινάζει χωρίς να ξέρη τί κάνει.


   Την άλλη μέρα έφυγε ακόμα μιά αποστολή. Κατά το βράδυ, μόλις νύχτωσε, ένας κουρελιασμένος μισόγυμνος άνθρωπος έπεσε εξαντλημένος, χτυπώντας την πρώτη πόρτα στην άκρη του Αϊβαλιού. Είχε μιά λαβωματιά με λόγχη στον ώμο, ήταν χωμένος στο αίμα, τα μάτια του δεν τολμούσαν να κοιτάξουν απ' τον τρόμο.
  Πρωί-πρωί η τρομερή είδηση γέμισε όλη την πόλη :
 - Σφάξαν την πρώτη αποστολή στον κάμπο του Άϊ-Γιωργιού ! Σφάξαν την πρώτη αποστολή !
   Χαλασμός ! Οι διαδόσεις παίρναν και δίναν. Άλλος έλεγε πως ήταν η δεύτερη αποστολή, άλλος αυτοί που φύγαν χτες. Για πολλές ώρες το περιστατικό δεν απασχολούσε κανένα με τη φοβερή του αξία, κι όλη η αγωνία ήταν να μάθη ο καθένας που είχε δικούς του ποιά αποστολή ήταν αυτή που χάθηκε. Οι γυναίκες κάναν την πιο μεγάλη φασαρία.
 - Είναι η δεύτερη ! φωνάζαν αυτές που είχαν δικούς τους στην τρίτη αποστολή.
 - Δεν είναι ! Δεν είναι ! Δεν είναι ! ολόλυζαν οι άλλες.
  Έρχουνταν στα χέρια, σκίζαν τα μούτρα τους με τα νύχια και κλαίγαν.
   Τέλος το πράμα ξεκαθάρισε. Ο λαβωμένος που γλύτωσε,κάνοντας τον πεθαμένο, ήταν απ' την τρίτη αποστολή. Με το Λέλεκα. Με το λίγο χώμα που είχε λερώσει το πανταλόνι και το σκούπισαν.


  Το περιστατικό τούτο έγινε σαν ένα φρένο. Στοπ. Τ' ορμητικό κύμα σταμάτησε. Αφρισμένο, μούγκριζε ζερβά-δεξά, γυρεύοντας σωτηρία. Ήταν φανερό πως όλες οι αποστολές είχαν την ίδια τύχη. Πολλοί άρχισαν να κρύβονται. Για πόσες μέρες ;
  Τα βαπόρια σφύριζαν και φεύγαν ολοένα. Ο στρατός άρχισε να ψάχνει τα σπίτια. Κάμποσοι απ' τα νιάτα πήραν την απόφαση και πολεμούσαν να μπαρκάρουν κρυφά. Άλλα ντύνουνταν γυναίκες, άλλοι πληρώναν τους σκοπούς να τους αφήσουν. Ο καθένας ό, τι μπορούσε.
   Πιάσαν έναν τη στιγμή που πλήρωσε το σκοπό για να τον αφήση να μπαρκάρη. Άμεση διαδικασία : τον τουφέκισαν επί τόπου. Άλλον έναν. Κ' επειδή ολοένα πλήθαιναν τούτοι οι ''τορπιλίσοι'', άμα τους πιάνανε τους κλείναν χωριστά σ' ένα υπόγειο. Γι' αυτουνούς πια ο καθένας το ήξερε πως είναι ξεγραμμένοι.
   Ωστόσο κάθε μέρα μαθαίνουμε πως ξέφυγε ο τάδε, ο τάδε. Έρχεται και μου τα λέει η μητέρα του στην αποθήκη, στο υπόγειο του σπιτιού μας που έχω κρυφτή. Το λέει πως ''φύγαν, αλήθεια φύγαν'', κ' εκεί που πάει να προχωρήση κόβεται. Μένουμε και οι δυό βουβοί. Ένα σωρό μικρά ασήμαντα κομματάκια του ζου που ησυχάζουν μέσα στα δεκαοχτώ μου χρόνια βγαίνουν ένα-ένα, άταχτα, παλεύουν, χτυπιούνται, κάνουν αστεία. Μιά σειρά γερά δόντια, δυό σειρές - να τις χώσης με λύσσα και να μασήσης, ε, την τύχη ενός ανθρώπου, του τάδε, του τάδε, που αυτός, αλήθεια, μ π ό ρ ε σ ε !

   Η συνοικία μας ολοένα αδειάζει. Τα πράγματα έχουν σφίξει. Περισσότεροι φύλακες στο μουράγιο. Είναι κίνδυνος - θάνατος να κάμης την απόφαση να ξεφύγης. Θα παίξης μονά - ζυγά. Στο σπίτι μας τα μάτια όσο πάει και χαμηλώνουν πιο πολύ σαν με κοιτάζουν. Η μητέρα μου δε θέλει να φύγη απ' την αποθήκη. Μένουμε μαζί ώρες.
   Από μιά μικρή τρύπα μπορώ να βλέπω στο δρόμο τους στρατιώτες που γυρίζουν περίπολο, ένα άλογο που περνά. Τη νύχτα ένα άστρο, μόλις σκοτεινιάση, πετιέται ολωσδιόλου ξαφνικά, στον ίδιο τόπο κάθε βράδυ. Δεν του ήρθε η πλήξη - τράβα και πιο κάτω, παιδί μου !
  Δεν ανάβουμε φως για να μην προδοθούμε. Εμένα με παίρνει ο ύπνος, μα η μητέρα μου κάθεται. Από ώρα σε ώρα, με τον πιο ασήμαντο θόρυβο, πετάγουμαι τρομαγμένος.
 - Τί έχεις ; με ρωτά ανήσυχη.
 - Τίποτα. Ποντίκι ήταν ;
 - Ναι, ποντίκι θα ήταν.
   Της παραπονιέμαι, πως δε μου μάθανε από μικρό να μη φοβάμαι τα ποντίκια. Με είχαν μη μου άπτου.
 - Μου κάματε κακό, της λέω.
   Αισθάνουμαι το βασανισμένο πρόσωπό της να σαλεύη από πάνω μου σαν ένα ανήσυχο ζό. Δε λέει τίποτα. Μονάχα έρχεται πιο σιμά. Τυλίγει το χέρι της στο κεφάλι μου. Έτσι είναι πολύ ζεστά και ήμερα.

  Το περιθώριο λιγοστεύει. Δε μένει παρά μιά μονάχα λύση : για να παραδοθώ, για ''μονά-ζυγά''. Κανένας δε θέλει να μιλήσει πρώτος. Τέλος ο πατέρας μου στέλνει και φωνάζει τη μητέρα μου στην κάμαρά μου. Όλοι νιώθουμε πως πρόκειται για κ ε ί ν ο.
  Μες στη κάμαρα μένουν κλεισμένοι οι δυό τους ίσαμε ένα τέταρτο. Ύστερα έρχουνται μαζί στην αποθήκη. Η μητέρα μου φαίνεται πως έκλαψε πολύ.
  Σηκώνουμαι απάνω. Καταλαβαίνω να χάνω το θάρρος μου.. Τους βλέπω που με κοιτάζουν και οι δυό, στην πόρτα, και δε μιλούν.
 - Λοιπόν.....μουρμουρίζει ο πατέρας αργά.
  Στέκεται. Πολεμά να πάρη θάρρος, να δώση το γνώριμο κρύο τόνο στη φωνή του. Τον κοιτάζω. Το ξέρω πια. Δεν υπάρχει περιθώριο.
 - Αύριο, πριν ξημερώση, θα φύγης. Θα ''ταγίσω'' τους φύλακες στο μουράγιο.
 - Θα φύγω, πατέρα.


  Η μητέρα μου δε φεύγει πια μήτε στιγμή από κοντά μου. Βραδιάζει.Ένα - ένα κατεβαίνουν στην αποθήκη και τ' άλλα τα παιδιά μας, τ' αδέρφια μου. Τέσσερα κορίτσια. Ο Θάνος είναι το μικρότερο παιδί, δέκα χρονών. Καταλαβαίνει κι αυτό πως κάτι σπουδαίο γίνεται με μένα. Όλοι είναι γύρω μου, σα να θέλουν να με προφυλάξουν. Η Ανθίππη, η μεγαλύτερη, πολεμά να κυριαρχήση πάνου σ' όλες τις φωνές - μιά προσπάθεια να δώση θάρρος. Είναι γεμάτη καλοσύνη, την αγαπούμε όλοι ύστερα απ' τη μητέρα μας. Της λέγαμε τα μυστικά μας.
 - Τά 'μαθες, μητέρα, με τους Μαντάδες ; λέει, και πολεμά να γελάση. Ντύσαν γυναίκα τον Ηρόδοτο, να τον περάσουν. Μάλιστα του βάλαν και κοιλιά, να μοιάζη έγκυος...
 - Άσε τώρα τις ανοησίες ! παρατηρά εκείνη αυστηρά. Αυτό έλειπε τώρα. Ο Ηρόδοτος !...
   Κι όμως το κορίτσι διαμαρτύρεται πως έτσι είναι. Τον είχαν, λέει, ορμηνέψει να χαμογελά άμα βλέπει κανένα σκοπό, και τούτος, μόλις είδε τον πρώτο, άρχισε να κουνιέται και να κάμη ''τζά''. Πάει κοντά ο σκοπός, με την ιδέα πως είναι γυναίκα για να τη βουτήξη, κάνει να της πιάση τα φουσκωμένα στήθια, και βουτά μες στα σακούλια με τα κουρελόπανα.
 - Τον πιάσαν ; ρωτά η μητέρα μου.
 - Εμ τον αφήσαν ; Έγινε, λέει, χαλασμός Κυρίου απ' τα γέλια στο μουράγιο ! Πέσαν απάνω του όλοι οι σκοποί, του πετούσαν τις ψεύτικες κοιλιές, τα στήθια, κι αυτός φώναζε : Έν, δύο, τρία. Έν, δύο, τρία...
  Ο Ηρόδοτος ήταν ένας παίδαρος, απ' τα μικράτα του αγαθός τω πνεύματι. Στον ευρωπαϊκό πόλεμο, για να μην τον πάρουν οι Τούρκοι στα εργατικά τάγματα, οι δικοί του του είχαν κάμει έναν κρυψώνα στο ταβάνι του σπιτιού. Όταν η αστυνομία μπλόκερνε τη γειτονιά για έρευνα, να βρη κρυμμένους, του είχαν του Ηρόδοτου μάθει το σύνθημα : ''Έν, δύο, τρία''. Ο Ηρόδοτος, μόλις άκουγε το σύνθημα, έπρεπε να τρέξη στον κρυψώνα του. Αυτή η ιστορία βάσταξε δυό χρόνια. Το ''έν, δύο, τρία'' σιγά-σιγά πήρε μιά μόνιμη θέση στην κεφάλα του αγαθού. Όλη η ζωή του περιχαρακώθηκε σ' αυτούς τους τρεις αριθμούς. Δεν μπορούσε να ξεφύγη απ' την κυριαρχία τους. Κι όταν τελείωσε ο πόλεμος το πράμα έγινε αστείο : πότε οι δικοί του, πότε η γειτονιά του το πετούσαν ξαφνικά, ''έν, δύο...'', κι αυτός τό 'βαζε στα πόδια. Όταν πάλι ο πατέρας του ήθελε να τον δείρη, ο Ηρόδοτος προσπαθούσε να τον καλοπιάση, όμως η γλώσσα του έδενε, δεν έβρισκε τίποτα άλλο απ' τα νούμερα - τα πετούσε ικετευτικά, ''έν, δύο'', κ' έκλαιγε.
 - Οι Μαντάδες φύγαν ; ρωτά η μητέρα μου.
 - Φύγαν, λέει η Ανθίππη. Και δεν προφτάξαν να του αφήσουν του φουκαρά του Ηρόδοτου μήτε ένα μπόγο ρούχα.
   Αυτή η εγκατάλειψη φαίνεται σαν κάτι φοβερό, μόλο που ξέρουμε πως όσοι πάν στο υπόγειο δεν είναι να χρειαστούν ασπρόρουχα.
  Περνά λίγη ώρα.
  - Αλήθεια..., λέει η Ανθίππη. Πρέπει να του ετοιμάσουμε κ' εμείς κανέναν μπόγο. Τίποτα κινίνο...
 - Για ποιόν ; ρωτά η μητέρα μου.
- Για τον Ηλία, κάνει εκείνη δισταχτικά.
- Θα πάρουμε εμείς τα ρούχα του με το άλλο  βαπόρι ! την αποστομώνει η μητέρα σοβαρή. Κινίνο, τί να το κάμη ;
- Έλεγα...
  Αυτή η υπενθύμιση γεμίζει με ησυχία την αποθήκη. Υπάρχει κάτι, ένα προαίσθημα που σέρνεται, γλιστρά - είναι πολύ κρύο να το αγγίσεις. Ο καθένας πολεμά ν' αποφύγη αυτή την επαφή.
   Νύχτωσε πολύ.
 - Ανθίππη, πάρε τα παιδιά να κοιμηθήτε, λέει η μητέρα μου.
  Χαϊδεύω το μικρό Θάνο. Το παιδί σφίγγεται στο πόδι μου. Ξεχωρίζω τα μικρά δάχτυλά του, ένα-ένα, πάνω μου.
  Σηκώνουνται να φύγουν.
 - Ανθίππη..., λέει πάλι η μάνα.
  Κομπιάζει.
 - Ανθίππη...Για κείνον τον μπόγο, λέω. Δεν πειράζει...Ετοίμασε λίγα πράματα...
 - Καλά, μητέρα.
  Ο Θάνος γυρίζει πίσω. Πολεμά να βρη το πρόσωπό μου μες στο σκοτάδι.
 - Θα βάλω κ' εγώ μιά σοκολάτα, μου λέει εμπιστευτικά, να με ησυχάση.

   Η νύχτα είναι ήσυχη. Σα να μην υπάρχη κάν μιά ανάσα κάτω από τ' άστρα - δε βρήκε τόπο. Μα αυτό δε βαστά πολύ. Μιά περίπολο γυρίζει. Μιλούν δυνατά. Οι ήχοι είναι πολύ ανακατεμένοι, μπερδεμένοι. Τσά, τσού. Σίγουρα θ' ανησυχούν πολύ το ραχάτι του Θεού, που είναι ικανοποιημένος απόψε - λίγο πάνω, λίγο κάτω απ' τ' άστρα.
  Ένα βαπόρι σφυρίζει στο λιμάνι. Δε μπορεί παρά νά 'ναι από κείνα που κουβαλούν τα γυναικόπαιδα στην Ελλάδα.
 - Φεύγει για έρχεται, μητέρα ;
 - Τί σε νοιάζει, παιδί μου ;
 - Τίποτα.
  Περνά λίγο. Το βαπόρι σφυρίζει πιο βαθιά.
 - Πρέπει να φεύγη, μητέρα...
 - Έτσι θά 'ναι....Θα φεύγη...
  Πάλι μένουμε βουβοί. Αυτή η φυγή, ένα βαπόρι που σφυρίζει πολύ βαθιά...
   Απόψε δεν τολμά νά ΄ναι τρυφερή. Μήτε εγώ. Υπάρχει ένας φόβος να προδοθούμε συναμεταξύ μας, εγώ κ' εκείνη.
 - Να κοιμηθής, παιδί μου, λέει. Αύριο θα ξυπνήσης πολύ πρωί.
 - Θα κοιμηθώ.
  Συμμαζεύομαι κοντά της, πολύ κοντά. Η θερμή τυραγνισμένη ανάσα της ακουμπά στο μάγουλό μου σα ζωντανή ουσία - να την πιάσης με τα χέρια.
  Ένα ποντίκι πάλι έτριξε στο βάθος. Συγκρυάζουμαι και σαλεύω.
 - Δεν κοιμήθηκες ; μου λέει.
 - Όχι, μητέρα. Είναι τα ποντίκια. Φοβάμαι...
  Νιώθω το αδύνατο χέρι της νά 'ρχεται με δειλία στο μάγουλό μου, σα να μην τολμά. Πολύ αργότερα, όταν έχη νομίσει πως αποκοιμήθηκα, την ακούγω που αρχίζει να μουρμουρίζη μονάχη της, σα να συνομιλή με το Θεό. Το συνήθιζε έτσι, από παιδάκια που ήμαστε, σαν μας κοίμιζε.
  Στη νύχτα δεν υπάρχει πια τίποτα. Είναι μονάχα η νύχτα. Είναι, ακόμα, εγώ κ' εκείνη.


[...]                                                                   [...]                                                                  [...]

Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο   S'
''Και εφονοκτονήθη η γη εν τοις αίμασι και 
   εμιάνθη εν τοις έργοις αυτών''

  

Αυγή - αυγή ξεκινήσαμε. Αρχίσαμε να πέφτουμε πίσω απ' τα βουνά του Τσάμκιοϊ. Μιά στιγμή σταθήκαμε να γεμίσουν νερό τα παγούρια τους οι στρατιώτες. Τότες ένας σκλάβος γύρισε και κοίταξε στο βάθος, μακριά.
 - Παιδιά, λέει. Η θάλασσα !...
   Γυρίσαμε κ' εμείς και την κοιτάξαμε σιωπηλοί. Το πέλαγο θα ήταν ταραγμένο. Υποπτευόμαστε τα κύματα που θ' ανεβοκατέβαιναν οκνά, το ένα πίσω απ' τ' άλλο. Τα υποπτευόμαστε. Μα στα μάτια μας, που μέναν στυλωμένα εκεί, δεν έφτανε μήτε μιά ελάχιστη κίνηση. Τίποτα. Το πέλαγο έμενε έτσι ακίνητο, με μεγάλες ραβδωτές γραμμές που θα ήταν τα κύματα, έτσι ακίνητα γιατί βαρέθηκαν.
 - Δε θα την ξαναδούμε...
  Με ήμερα, λυπημένα μάτια την κοιτάζαμε σιωπηλοί. Κάμποση ώρα, σαν πέσαμε στο δρόμο, πάλι γυρίζαμε πίσω και βλέπαμε. Ώσπου χάθηκε.
   Γειά σου, παιδί μου.

  Βρήκαμε ένα πτώμα φουσκωμένο, μαύρο, μισοφαγωμένο απ' τα τσακάλια. Παρακάτω βρήκαμε κι άλλα τέτοια λέσια. Τα μυριζόμαστε στον αγέρα.
 - Θα φανή !
  Σε λίγο φαινόταν. Θά 'ταν από καμιάν άλλη αποστολή πριν από μας.
  Κοντεύουμε σ' ένα ρέμα. Ακούμε μιάν εξαντλημένη γυναικεία φωνή που καλούσε. Κοιταχτήκαμε μες στα μάτια.
  Μας τράβηξαν προς τη φωνή. Σε λίγο τη βρήκαμε. Ήταν μιά Χριστιανή.. Τα φουστάνια της ήταν κομμένα, πεταμένα δίπλα, απ' τη μέση και κάτου σχεδόν γυμνή. Οι δυό γυναίκες που είχαμε μαζί μας τρέξαν κοντά της, μα οι στρατιώτες τις μπόδισαν. Στέκαμε κάμποσα μέτρα αλάργα, και κοιτάζαμε. Ο αρχηγός του αποσπάσματος τη ρωτούσε να μάθη. Ήταν σε μιά προηγούμενη αποστολή. Αυτή ήταν ετοιμόγεννη, απόβαλε, την παράτησαν εκεί να τυραγνιστή ώσπου να πεθάνη. Πάνου στα χαμόκλαδα πηχτά κομμάτια αίμα γυάλιζαν στον ήλιο σα γιούσουρο.
  Ο λοχίας έφτυσε με αηδία. Η γυναίκα τραβούσε ένα στρατιώτη απ' το παντελόνι, να τη σκοτώση. Αυτός γύρεψε διαταγή. Του είπαν να μην την πειράξη. Έτσι την αφήσαμε ζωντανή και προχωρήσαμε.

   Νά λοιπόν κι ο ''λευκός θάνατος'' - ο Μάριος και η Τιτίκα, μιά βορινή κυρία αλά Χάμσουν. Πλημμυρίσαμε κ' εμείς από λευκότητα και άρωμα.
   Το κακό άρχισε να χτυπά στην αρχή αραιά, ύστερα έσφιξε τα δόντια του. Δυσεντερία. Τα βρώμικα νερά που κατεβάζαμε μες στ' αδειανά άντερά μας πιάσανε να ψιθυρίζουν από μέσα, ν' απαγγέλνουν στίχους και να μουγκρίζουν. Οι άνθρωποι τρέχαν σαν τους ερχόταν η ανάγκη, βιάζουνταν να τραβηχτούν απ' τη γραμμή έτσι στα πεταχτά, και πάλι τρέχαν να γυρίσουν. Να προφτάξουν. Τα μούτρα τεζέρναν σε σπασμούς, ο ήλιος έκαιγε, χυνόταν. Φωνάζαμε : ''Τελείωσε !''. Ύστερα, η συναίσθηση που έφερνε αυτή η κραυγή - ''τελείωσε'' - τέντωνε σε μιάν απελπισμένη προσπάθεια το κορμί που πάλευε, και πάλι παίρναμε δύναμη και τρέχαμε.
   Τέλος, κοντά στο μεσημέρι, ένας έπεσε. Ανάσαινε λαχανιασμένα και το μούτρο του όλο σπαρτάριζε. Μονάχα τα μάτια του στέκαν ακίνητα, σαν του ζού που παραμονεύει.
  Οι στρατιώτες λύσσαξαν :
 - Σκυλί ! Θα σ' αφήσουμε στον τόπο ! Σήκω !
   Μαζευτήκαμε από πάνω του :
 - Κουράγιο ! Κουράγιο, σύντροφε ! φωνάζαμε απελπισμένα.
  Στο κορμί αυτό που λύγισε δεν κοιτάζαμε παρά τον εαυτό μας, έναν κίνδυνο που κρεμόταν απάνου μας νά 'ρθη, σε λίγο. Ήταν ένα αδιόρατο σύνθημα που δίναν τα ζά μπρός σ' αυτό που έπεσε, μιά κραυγή για βοήθεια.
 - Κουράγιο ! Κουράγιο !
  Τίποτα. Αδύνατο. Τα ματόκλαδα σαλάγιξαν μονάχα και πέταξαν λίγη σκόνη. Και τα μάτια, που στέκαν ακίνητα, πλημμύρισαν από μιά θολή τσίπα. Τ' άσπρα χείλια μόλις μπορούσαν να σαλεύουν :
 - Θα μείνω...θα μείνω...
  Αργά γύρισε και μας είδε όλους, σχεδόν έναν-ένα. Ύστερα η τσίπα υγράνθηκε, ήμερα. Ένα θολό πράμα - κάτι θα υποκρινόταν.
  Ο αρχηγός φώναξε δυό στρατιώτες. Οδηγίες. Οι δυό στρατιώτες μείναν με το σύντροφό μας, κ' εμείς ξεκινήσαμε.
  Πιάσαμε τότες να τρέχουμε σαν παλαβοί. Η φρέσκια δύναμη, η αγωνία, λαστιχάριζε τα μελαψά κορμιά που αντιδρούσαν στην εγκατάλειψη.Τρέχαν σα να τα κυνηγούσε ο αγέρας, μιά λόχη - ήταν φόβος να σβήση αν σταθούν.
  Οι δυό στρατιώτες μας φτάξαν σε λίγο. Μονάχοι. Τελείωσε.
   Ύστερα από ώρα μας σταμάτησαν πάλι να πιούμε σ' ένα βούρκο. Στην αρχή διστάσαμε, μα ύστερα χιμήξαμε στο νερό. Το σύνθημα το δώσανε αυτοί που τους είχε πιάσει κιόλας το κόψιμο. Κ' οι άλλοι βρήκαν σ' αυτό μιά δικαιολογία.
  Ο Αργύρης έπιασε να βολέψη το τσουβάλι που τύλιγε την πατούνα του. Είχε φαγωθή, κ' ήθελε να το γυρίση από το άλλο μέρος. Ξαφνικά το θυμήθηκε :
 - Α, ήταν αυτός !....μουρμουρίζει συγκινημένος. Ηλία, ξέρεις πώς τον λέγαν ;
  Ήθελε να μάθη πώς τον λέγαν. Το σύντροφο που έμεινε.
  Βογκούσα απ' τους πόνους, κυλιόμουν στη γης, πεινούσα, Θέ μου, πεινούσα.
 - Δεν ξέρω ! του λέω σκληρά.
 - Είναι κείνος που μας έδωσε το τσουβάλι, τούτο δω ! Δεν τον θυμάσαι ;
  Μιά γρήγορη στιγμή η αγαθή μορφή του περνά απ' τα μάτια μου. Αλλά χάνεται μονομιάς. Δεν υπάρχει. Δεν υπάρχω παρά εγώ.
 - Άφησέ με ! φωνάζω αγριεμένος στο σύντροφό μου. Άφησέ με !
  Με κοίταξε φοβισμένα, κάτι ήθελε να πη. Μα δεν τόλμησε.

Ένας ακόμα. Έπεσε. Έγειρε, έγειρε, τέλος στρώθηκε στη γης αναίσθητος, με το κεφάλι μπρος, σα νά 'θελε να τη φιλήση. Απ' το στόμα του βγαίναι αφροί. Σβήναν σύντομα - ένα ακρογιάλι, μικρά κύματα, φσ, φσ, έγινε ο στίχος. Ο αρχηγός του αποσπάσματος τραβούσε, λυσσασμένα, στο μούτρο του σύντροφου καμτσικιές, να τον συνεφέρη. Τίποτα. Για ποιό λόγο ; Είναι ωραία. Έτσι.
  Γειά σου, σύντροφε !
  Τραβήξαμε και περιμέναμε παρακάτου να μας  φτάξουν οι στρατιώτες που μείναν για να τον αποτελειώσουν. Τί καλά που ήταν που καθίσαμε ! Τα ψοφίμια ανάσαιναν βαθιά, παίρναν δύναμη.
 - Αχ ! Ας αργούσαν ! μουρμουρίζει ένας ικετευτικά.
 - Όπου νά 'ναι θα φανούν ! βιάζετι να πετάξη κάποιος άλλος την απογοήτευση. Μονάχα αν τον βασανίσουν...
  Κοιτάζαμε προς το μέρος που ήταν να φανούν οι στρατιώτες. Και στο βάθος όλοι παρακαλούσαμε τούτη τη φοβερή ικεσία :
    '' Ας αργούσαν ! Ας αργούσαν ! ''
   Δεν άργησαν.
   Πέσαμε πάλι στο δρόμο, κι όλο το κοπάδι τα ζά βογκούσε απ' τους πόνους. Μα ολοένα τα βογκητά άρχισαν ν' αδυνατίζουν. Τα γόνατα λύγιζαν. Ήταν σα να μεγάλωνε το βάρος, ολοένα. Τα κορμιά χαμήλωναν. Ο ήλιος γυάλιζε, ήταν καφτός, μα ολοένα σκοτείνιαζε, σκούραινε, γινόταν πιο αόριστος. Πολλά πράματα κρέμουνταν στον αγέρα, στριφογύριζαν, το ένα πάνου στ' άλλο, χτυπιούνταν. Μες  στην καρδιά, στο κορμί ολάκερο μιά στερεή ουσία χάνεται, διαλύεται, κι όλος ο τόπος μένει αδειανός. Ένα κορμί αδειανό.
   Τότες, στην κρίσιμη ώρα, ακούγω την ξεψυχισμένη φωνή του Αργύρη να γυρεύη βοήθεια :
  - Ηλία ! Ηλία ! Μή μ' αφήνετε !...
 - Αργύρη ! μαζεύω τις απελπισμένες δυνάμεις μου και του φωνάζω. Αργύρη ! Κοντεύουμε στην Πέργαμο !...Νά !...
  Περιμένω να με φτάξη. Τον παίρνω απ' το χέρι, τον κουνώ.
 - Νά, Αργύρη, σιμά είμαστε ! ...Σιμά ! Γιά δες...
  Ρωτούσα τους άλλους : ''Έτσι δεν είναι παιδιά ;'' Κανένας δεν απαντούσε, όλοι τρέχαν, κ' εγώ επαναλάβαινα σαν παλαβός : ''Έτσι δεν είναι ;''. Γιατί, γιατί αν έφευγε κι αυτό το καταφύγιο, η φριχτή χαρά να μην είμαι μονάχος...
  Απ' τα μάτια του Αργύρη περνά μιά γρήγορη φωτεινή λάμψη.
 - Αλήθεια ; λέει. Κοντεύουμε ;...
 - Ναι, Αργύρη. Μόλις στρίψουμε το βουναλάκι...
  Πού ήξερα τα κατατόπια ; Τού 'λεγα, αράδα, ψέματα.
 - Μην τον ακούς ! Μην τον ακούς ! πετιέται μιά τσακισμένη φωνή. Εγώ ξέρω. Δεν είναι καταδώ η Πέργαμο !...
  Ο ρολογάς !
  Γυρίζω, άγριος. Το μούτρο του σπαρταρά, τεζαρισμένο απ' τον τρόμο, γεμάτο απ' αυτό το όνομα - την πόλη που έτρεμε. Του φωνάζω λυσσασμένα :
 - Σκάσε !
- Δεν είναι !...Δεν είναι !...έλεγε αυτός ολοένα σιγανά.
 - Είσαι ένας, κ' είμαστε όλοι ! Σκάσε ! Να, Αργύρη, μόλις στρίψουμε...Μόλις στρίψουμε...
  Ο Αργύρης κόλλησε τα μάτια του στο βουναλάκι, πότε θα στρίψουμε. Σα φτάξαμε στη στροφή, η καρδιά μου χτυπούσε να σπάση. Έλεγα : Τώρα τί θα γίνη ;
 - Λίγο παρακεί ακόμα...Λίγο ακόμα...
   Έτσι με τα ψέματα, τον έσυρα τις δυό ώρες που κάμαμε ώσπου να φτάξουμε στην Πέργαμο. Μπαίνουμε πια μες στην πολιτεία όταν, συντριμμένος απ' την αγωνία και τα βάσανα, κουτρουβαλούσε στη γης λιποθυμισμένος. Τον φέραν μες στην αποθήκη που μας βάλαν, βρήκαμε εκεί νερό, ένας βρέθηκε να του χύση, να συνεφέρη.
  Πήγα σε μιάν άκρη, στην αποθήκη, δεν νοιάστηκα πια γι' αυτόν. Έπεσα μπρούμητα στις πλάκες, σκέπασα με τα χέρια μου το πρόσωπο και, μες στα βογγητά μου, έπιασα να τη φωνάζω σιγανά :
 - Μητερούλα !...Μητερούλα !...

[...]                                                         [...]                                                           [...]