Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

..ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΖΩΗΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΜΕ ΑΓΑΠΗ...Η ΜΟΝΗ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΦΩΣ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ...

Ο Ι    Κ  Α  Ρ  Δ  Ι  Ε  Σ
Σ  Η  Μ  Α  Δ  Ε  Υ  Ο  Υ  Ν
Τ  Η  Ν    Ι  Σ  Τ  Ο  Ρ  Ι  Α...
Χρονογραφήματα
Εκδόσεις ''ΣΗΜΑΝΤΡΟ''
Αρχιμ. Θεόκλητου ΦΕΦΕ



Σ  Υ  Μ  Π  Ο  Ν  Ι  Α !

   Η 28η Οκτωβρίου του 1940 είχε πια περάσει. Οι δύο πανίσχυρες αυτοκρατορίες κατόρθωσαν...να υποτάξουν την Ελλάδα. Έτσι ήρθαν οι τραγικές εκείνες μέρες της Κατοχής. Κάθε μία κι ένας τόμος της ιστορίας ποτισμένος με τη θυσία και το αίμα.
   Σε τούτη τη μεγάλη επέτειο, τη γεμάτη αναμνήσεις, ανοίγουμε την πολύτιμη εκείνη ιστορία και φέρνουμε στη δημοσιότητα μία σελίδα της. Δεν αναπλάθουμε το περιστατικό. Ούτε το καλλύνουμε με τα άνθη του λόγου. Το μεταφέρουμε με απόλυτη πιστότητα και βαθύ σεβασμό.
   Μαύρη η σκλαβιά τυλίγει ολόκληρη τη μικρή μας πατρίδα. Οι συμφορές πυκνές. Η μία πάνω στην άλλη. Συμφορές απ' τα όπλα του κατακτητή. Συμφορές απ' την π ε ί ν α. Συμφορές απ' την πιο αποκρουστική αρρώστια.
  Σε μία απ' τις πόλεις της βόρειας πατρίδας ήρθαν όλα τα θεριά του κακού μαζί να πνίξουν το χαμόγελο και να γεμίσουν τη ζωή με φρίκη κι αγωνία. Κάτω απ' τη βουλγαρική κατοχή ο τόπος πρόσφερε κάθε μέρα εκατόμβες στο διψασμένο για αίμα τύραννο. Η πείνα στην πιο μεγάλη της ένταση. Και πάνω απ' αυτά το μαύρο σκιάχτρο, ο εξανθηματικός τύφος, άρχισε να πλανιέται στους  δρόμους και να θερίζει με το κοφτερό του δρεπάνι.
 Οι άνθρωποι κατατρόμαξαν, μόλις έμαθαν την επίσκεψη του εξανθηματικού. Καθώς είχαν τα πράγματα, οι οργανισμοί ήταν εξασθενημένοι κι η καθαριότης υποτυπώδης, η επιδημία μπορούσε σ' ελάχιστο διάστημα ν' απλωθεί και να χτυπήσει αδιάκριτα δούλους και κατακτητές.
  Μιά κλούβα - αυτοκίνητο πέρασε απ' τη συνοικία, που φάνηκε το κακό, και μάζεψε τα θύματα. Ήταν άνθρωποι μικροί και μεγάλοι, γέροι και παιδιά, άντρες και γυναίκες με σκελετωμένο το κορμί, με βαθουλωμένα τα μάτια, με ωχρό το πρόσωπο, με δύναμη που συνεχώς παραχωρούσε τη θέση της στην αδυναμία του θανάτου.
  Πού τους πήγαν ;
  'Εξω απ' την πόλη στους στρατώνες του ιππικού. Τους έμπασαν στο πελώριο κτίριο, που για δάπεδο και για κρεββάτι και για προσκέφαλο είχε το χώμα, το υγρό και κρύο χώμα.
   Οι άρρωστοι απροσδόκητα βρέθηκαν φυλακισμένοι. Σαν νά' ταν η αρρώστια τους το μεγαλύτερο έγκλημα, για το οποίο προβλέπει ο νόμος την ποινή της φυλάκισης μέχρι εξάντληση και μέχρι θάνατο. Ούτε γιατρός να τους δει ούτε φάρμακο να τους ανακουφίσει ούτε ζεστό γάλα να τους θερμάνει τα σωθικά - καθώς βρισκόταν στην καρδιά του χειμώνα - και να τους θρέψει. Σκέπασμά τους ό, τι μπόρεσαν να σηκώσουν τα κοκκαλιάρικα χέρια τους τη στιγμή που άφηναν το αγαπημένο σπίτι. Τροφές τους το ελεεινό συσσίτιο, που βιαστικά τους μοίραζαν οι στρατιώτες, ανοίγοντας λίγο την πόρτα και δημιουργώντας ένα μικρό χώρο επικοινωνίας. Συντροφιά τους η μοναξιά κι ο βοριάς, που έμπαινε απ' τα ανοιχτά παράθυρα.
  Ευτυχώς που ύστερα από λίγες μέρες τους πήραν από κει και τους μετέφεραν κάπου αλλού. Σε μιά μεγάλη απομονωμένη καπναποθήκη. Η περιποίηση στη νέα τούτη φυλακή δεν άλλαξε. Περιορίστηκε μόνο σε ένα βαθμό στο κρύο. Γιατί τα παράθυρα ήταν κλειστά και το πάτωμα στρωμένο με σανίδια. Αυτή ήταν η μόνη συγκατάβαση, που μπόρεσαν να κάνουν οι κατακτητές στα ετοιμοθάνατα παιδιά της Ελλάδας. Στα άλλα θέματα δεν χωρούσε καμμιά μεταβολή. Οι σκλάβοι δεν είχαν το δικαίωμα ούτε να ξεγελάσουν την πείνα τους ούτε ν' αναζητήσουν τη θεραπεία ούτε στο τέλος-τέλος να πεθάνουν ανθρώπινα. Έμειναν κλεισμένοι, αμπαρωμένοι, εγκαταλειμμένοι.
   Ένα κοριτσάκι δεκαπέντε χρονών δεν μπόρεσε ν' αντέξει. Έσβησε σαν το μικρό κερί, που το σβήνει ο άνεμος.
   Τραγικό...Δυό ολόκληρες μέρες έμεινε πεταμένο πίσω από την πόρτα. Μ' όλες τις παρακλήσεις των φυλακισμένων αρρώστων, κανένας απ' τους στρατιώτες κατοχής δεν έκανε το τόλμημα να το πάρει και να το παραδώσει στην αγκαλιά έστω του τάφου.
   Ύστερα από κάμποσες μέρες κι ένα άλλο θύμα. Ένα γέρικο κορμί έπεσε κάτω απ' το χτύπημα της αρρώστιας.
   Όλοι ένοιωσαν σαν να πέρασε ο χάρος από πάνω τους. Ο πανικός τούς θόλωσε τα μάτια και τους έπνιξε τη μιλιά. Έγιναν οι μέρες τους ακόμα πιο βασανιστικές. Μία σιωπηλή αναμονή του μαύρου επισκέπτη, του θανάτου.
  Κάποιο πρωί απροσδόκητα έλαμψε μέσα στη μαύρη σκοτεινιά μία γλυκειά ακτίνα ελπίδας.
  Οι άρρωστοι άκουσαν ξαφνικά έξω απ' τη φυλακή τους θόρυβο και λογομαχία. Έβαλαν αυτί. Κάτι γινόταν. Όμως τί ; Μήπως η αναστάτωση προμηνούσε καινούρια φάση δοκιμασίας ;
  Μερικοί, πιο τολμηροί και πιο ανήσυχοι, σύρθηκαν μέχρι τα παράθυρα και κοίταξαν. Παραξενεύτηκαν. Σήκωσαν τα χέρια, έτριψαν τα μάτια και ξανακοίταξαν. Ένας άντρας και μία γυναίκα κρατούσαν από δω κι από κει, από τα δυό χέρια του, ένα καζανάκι γεμάτο αχνιστό γάλα. Φαίνεται πως ήθελαν να μπουν μέσα και να το μοιράσουν στους αρρώστους. Αλλά οι φρουροί τους εμπόδιζαν. Με λόγια και με χειρονομίες προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν από το σχέδιό τους και να τους απωθήσουν μακριά απ' το κρατητήριο των αρρώστων.
   Οι πρώτοι παρατηρητές σήμαναν στην καπναποθήκη συναγερμό. Όλοι χύμηξαν στα παράθυρα να δουν με αγωνία. Οι καρδιές τους χτύπησαν δυνατά. Ο αγώνας που γινόταν έξω έγινε αυτόματα δικός τους αγώνας, που άρχισαν να τον ζουν με τα μάτια και με το άδειο στομάχι και με την πληγωμένη καρδιά.
  Είναι ο καθηγητής ο θεολόγος, φώναξε ενθουσιασμένος ένας απ' τους αρρώστους. Ω, αυτός είναι άνθρωπος ! Ήρθε να μας δει και να μας φροντίσει.
- Αυτός είναι, βεβαίωσαν δυό τρεις ακόμα. Αλλά δεν θα τον αφήσουν τα θεριά. Αυτοί μας απομόνωσαν, όχι για να μας θεραπεύσουν, αλλά για να μας ξεκάνουν.
  Στο μεταξύ ο αγώνας έξω απ' τη φυλακή συνεχιζόταν. Ο καθηγητής κι η γυναίκα του επέμεναν να μπουν μέσα. Οι φύλακες, με σπασμένα ελληνικά, τους εμπόδιζαν. Ο διερμηνέας με ευγένεια ερμήνευε τις απόψεις των κατακτητών.
- Κύριε καθηγητά, οι άρρωστοι είναι σε καραντίνα. Δεν επιτρέπεται σε κανένα να τους πλησιάσει. Όπως ξέρετε, η αρρώστια αυτή είναι πολύ επικίνδυνη και μεταδοτική. Σας παρακαλούμε πολύ και για την ασφάλεια τη δική σας να μην επιμείνετε στην απόφασή σας. Αν θέλετε, μπορείτε ν' αφήσετε το γάλα, για να το μοιράσουν οι αρμόδιοι.
  Ο καθηγητής έβαλε τη φωνή. Τί θα πει καραντίνα ; Δεν μπορείτε να με απομονώνετε απ' τα αδέλφια μου. Είμαι υποχρεωμένος να κάνω ό, τι μπορώ γι' αυτούς και να πεθάνω μαζί τους !
  Η επιμονή της α γ ά π η ς νίκησε. Οι σκληροί φρουροί λύγισαν. Πλησίασαν τη σιδερένια πόρτα, την ξεκλείδωσαν και την έσυραν.
  Μέσα έγινε πανηγύρι. Όλοι κύκλωσαν τον καθηγητή και την γυναίκα του και, περισσότερο με τα δάκρυα και λιγότερο με τα λόγια, τους εμπιστεύονταν τα συγχαρητήρια και το ''ευχαριστώ'' τους. Ήταν μία μυστική συμφωνία αγάπης κι ευτυχίας μέσα στον πιο σκληρό πόνο και στην πιο απίθανη εγκατάλειψη.
  Τούτη η επίσκεψη ήταν μία αχτίδα, που φώτισε τα σκοτάδια και θέρμανε τις παγωμένες ψυχές τους.
                       
                                         ***

 Λίγες μόνο μέρες έχουν περάσει απ' την πρώτη εκείνη επίσκεψη του καθηγητή στους πονεμένους Έλληνες, που είχαν πέσει θύματα του εξανθηματικού. Σ' αυτές τις λίγες μέρες έγινε ένα τεράστιο έργο αγάπης. Οργανώθηκε τακτικό συσσίτιο. Ήρθαν κλίβανοι κι απολύμαναν τα ρούχα των αρρώστων. Έγινε επίσκεψη από γιατρούς και μοιράστηκαν φάρμακα.
  Όλα αυτά έφεραν μία σημαντική αλλαγή. Οι περισσότεροι απ' τους αρρώστους πήραν το καλύτερο. Και, μετά από ένα διάστημα, γεμάτοι χαρά κι ευτυχία, άφηναν την καπναποθήκη κι έπαιρναν το δρόμο για τα σπίτια τους.
  Το όνομα του καθηγητή δεν έβγαινε πια απ' τα χείλη τους. Το ανέφεραν στις συζητήσεις. Το μνημόνευαν στις προσευχές. Και πάντα το κοσμούσαν με το δάκρυ. Ήταν γι' αυτούς ο αδελφός της αγάπης, ο ευεργέτης, ο σωτήρας.
  Ο καθηγητής ταπεινά αποσύρθηκε. Πίστευε πως είχε κάνει το καθήκον του και μόνο το καθήκον του. Δεν παραδεχόταν τον εαυτό του άξιο ούτε για έπαινο ούτε για δημόσια αναγνώριση. Θεωρούσε μεγάλη ζημιά για την ψυχή του να διατυμπανίσει το έργο του. Προτίμησε να το τυλίξει στην αφάνεια, τη μετριοφροσύνη και τη σιωπή.
  Έτσι πέρασαν τα χρόνια. Η Ελευθερία ήρθε, έσπασε τις αλυσίδες της σκλαβιάς και αγκάλιασε την ταλαιπωρημένη πατρίδα μας. Όσοι έζησαν ξαναγύρισαν στα σπίτια τους και στα έργα τους. Έπιασαν να καλλιεργούν τη γη, να χτίζουν τα σπίτια τους απ' την αρχή, να στήνουν γιοφύρια, να υψώνουν καμινάδες, να ταξιδεύουν, να τραγουδούν. Κι όλοι μέσα στην σχετική πια άνεση και στη δουλειά ξέχασαν τα περασμένα, την πείνα και τον πόνο της Κατοχής και τα τόσα φαρμάκια που πέρασε η ψυχή τους.
  Ο καθηγητής άρχισε κι αυτός ξανά το δικό του έργο. Έπιασε το αλέτρι, για να οργώσει τις νεανικές ψυχές και να σπείρει μέσα τους το θείο σπόρο της αλήθειας.
  Μία μέρα, καθώς περπατούσε αμέριμνος στην κεντρική πλατεία, ένα δωδεκάχρονο λουστράκι τον ξάφνιασε με το κάλεσμά του.
- Κύριε καθηγητά, ελάτε να σας φτιάξω τα παπούτσια.
 Του έριξε ένα γεμάτο καλωσύνη κι απλότητα βλέμμα. Και του είπε :
-Ευχαριστώ, καλό μου παιδί, τα έχω φτιαγμένα.
-Δεν πειράζει, κύριε, θα τα βάψω καλύτερα και δεν θα σας πάρω και λεφτά. Και θα σας παρακαλέσω άλλη φορά να μην τα βάφετε στο σπίτι σας. Καθώς θα περνάτε από δω, θα σας τα βάφω εγώ χωρίς πληρωμή.
  Γέλασε ο καθηγητής. Πόσο αστείος φαίνεται ο μικρός...
-Το κάνεις αυτό σ' όλους τους πελάτες σου ; Μα τότε πώς βγάζεις το ψωμί σου παιδί μου ;
-Όχι, δεν το κάνω σ' όλους. Το κάνω σε σας, γιατί είμαι είμαι πολύ υποχρεωμένος.
-Υποχρεωμένος ; ρώτησε παραξενεμένος ο καθηγητής. Δεν σε γνωρίζω, λεβέντη μου, και δεν θυμάμαι να σου έχω κάνει κάποιο καλό, ώστε να είσαι απέναντί μου υποχρεωμένος. Μήπως κάνεις κανένα λάθος ;
   Ο μικρός λούστρος ζωήρεψε τη φωνή του.
-Δεν κάνω καθόλου λάθος. Εσείς μου κάνατε το πιο μεγάλο καλό. Μου σώσατε τη ζωή. Στην Κατοχή ήμουνα κι εγώ άρρωστος από εξανθηματικό. Κι ήρθατε σεις και μου δώσατε γάλα και φάρμακα και γλύτωσα. Πώς μπορώ να ξεχάσω εκείνη τη μεγάλη καλωσύνη σας ;...
  Ποιός λέει πως ξεχνιούνται τα περασμένα ; Μένουν, μένουν κρυμμένα βαθιά, μέχρι που γυρίζουν μ' όλη τη φρεσκάδα τους κι όλη τη δύναμή τους.
 Οι δύο άνθρωποι, ο καθηγητής και το παιδί, ξανάζησαν τη συγκίνηση στην ίδια ένταση που την είχαν ζήσει εκείνο το πρωϊνό στην καπναποθήκη. Δέθηκε η γλώσσα τους, λαμπύρισαν τα μάτια τους...
   Ο καθηγητής δέχθηκε να του βάψει ο μικρός τα παπούτσια. Εκείνος έκανε το έργο με ξεχωριστή επιμέλεια. Τελειώνοντας σήκωσε τα κόκκινα και μουσκεμένα μάτια στον καθηγητή της αγάπης και είπε :
- Όπως είπαμε, κύριε. Θα περνάτε πάντα από δω να σας βάφω τα παπούτσια.

                                                          *****************************



Στην  Πατρίδα Ανθίζουν Ψυχές...

  Ο μετανάστης γυρίζει. Εικοσιπέντε χρόνια τον έκαψε το κάμα της Αφρικής. Εικοσιπέντε χρόνια δεν γεύτηκε τη θαλπωρή της γαλάζιας πατρίδας και δεν αντίκρυσε γνώριμα κι αγαπημένα.
  Γεμάτος αυτοπεποίθηση πατάει ο κύριος Μενέλαος γκάζι. Σα να θέλει να φτάσει μία ώρα αρχύτερα στη Σπάρτη, να προχωρήσει στο μικρό χωριό του και να φρενάρει μ' επισημότητα μπρος στο πατρικό σπίτι.
  Αλήθεια, τί έχει να γίνει ! Θα κορνάρει δυνατά, για να καλέσει το χωριό σε συναγερμό. Θα τρέξει τότε η μάνα, μ' όλα τα γηρατειά και τον πόνο, που σωριάστηκαν απάνω της στο διάστημα της ξενητειάς του, και θα τον σφίξει στην αγκαλιά της για να τον θερμάνει με το μητρικό ασπασμό και να τον λούσει με τα δάκρυα. Θα τρέξουν και τ' αδέρφια κι οι νυφάδες κι οι γαμπροί.
  Κυβερνάει το τιμόνι του ο Μενέλαος, μα το μυαλό του δεν κατορθώνει να το κυβερνήσει. Η σκέψη του πετάει σαν φτερωτό πουλί πότε στο ένα σπίτι του χωριού και πότε στο άλλο και πλάθει σκηνές κι οσφραίνεται την αγάπη και προγεύεται τις συγκινήσεις.
  Ξαφνικά τινάχτηκε. Λίγο ακόμα κι οι ρεμβασμοί θα τον έφερναν στο γκρεμό. Με νευρική κίνηση πάτησε απότομα το φρένο. Οι ρόδες του αυτοκινήτου ούρλιαξαν και καθηλώθηκαν στην άσφαλτο. Μόλις και πρόλαβε το κατρακύλισμα στην απότομη πλαγιά. Κοίταξε τρομαγμένος έξω. Η ζωή του σαν να σώθηκε από μία αόρατη τρίχα. Το χρώμα του προσώπου του έγινε μονομιάς σαν το λεμόνι. Τα μάτια του έμειναν ορθάνοιχτα να κοιτάζουν. Οι χτύποι της καρδιάς του πήραν μία ασυνήθιστη ταχύτητα.
  Μόλις άρχισε να συνέρχεται, προσπάθησε να σηκώσει το χέρι του για να κάνει το σημείο του σταυρού. Όμως δεν πρόλαβε να τελειώσει. Ένα δυνατό χτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου τον τράνταξε για δεύτερη φορά. Ανήσυχος γύρισε το βλέμμα πίσω. Μία μοτοσυκλέτα είχε πέσει απάνω του.
  Άνοιξε με βίαιη κίνηση την πόρτα του αυτοκινήτου του και πετάχτηκε έξω. Ο νεαρός μοτοσυκλετιστής κι εκείνος χλωμός, προσπαθούσε να ξεπεζέψει και να δει τη ζημιά.
- Βρε, παιδί μου, δεν βλέπεις ; είπε ο ξένος με συγκρατημένο θυμό. Δεν σ' έφτανε ο δρόμος ; μού 'κανες τόση ζημιά !
-Με συγχωρείτε, κύριε, απάντησε με ευγένεια το νεαρό παλληκάρι. Ήταν μία κακιά ώρα, απ' την οποία ο Θεός έσωσε και σας κι εμένα...
  Ο Μενέλαος δεν μπόρεσε να καταλάβει την εξήγηση. Συνέχισε το παράπονο.
- Τούτο το ατύχημα δεν το περίμενα. Εικοσιπέντε χρόνια λείπω απ' την πατρίδα. Και τώρα, στο γύρισμα να κοντέψω να σκοτωθώ ;
-Κύριε, σας το λέω, ο Θεός μας φύλαξε και τους δυό. Και γω, αυτό που μου συνέβηκε σήμερα δεν το περίμενα. Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιώ τούτη τη μηχανή. Την αγόρασα μόλις χτες. Και πριν από λίγα λεπτά ανακάλυψα πως τα φρένα της δεν λειτουργούν κανονικά. Ακριβώς αυτή είναι κι η αιτία του δυστυχήματος. Σεις σταματήσατε απότομα. Και γω, που ερχόμουνα από πίσω, δεν μπόρεσα να σταματήσω στην απόσταση που έπρεπε. Καθώς έτρεχα με ταχύτητα στον κατήφορο, έπεσα επάνω σας. Ελπίζω να με καταλάβατε. Αν δεν είσασταν εσείς, οπωσδήποτε θα έπεφτα στο χάος.
  Πλησίασαν κι οι δυό στο σημείο της σύγκρουσης κι έσκυψαν να εξακριβώσουν τις βλάβες.
  Ο κ. Μενέλαος έκανε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας. Το αυτοκίνητό του, η χαρά του κι η βιτρίνα του, που την τοίμαζε να την προβάλει αυτάρεσκα στο χωριό του, είχε στραπατσαριστεί. Στράβωσε ο προφυλακτήρας, γδάρθηκαν οι λαμαρίνες. Κι η μοτοσυκλέτα είχε πάθει κι αυτή σημαντική ζημιά.
   Ο νεαρός μοτοσυκλετιστής προσπάθησε να εκτιμήσει τη ζημιά.
- Η ζημιά σας, κύριε, δεν ανεβαίνει πάνω απ' τις χίλιες δραχμές...
- Ένα χιλιάρικο...Μόνο δεν ξέρω ποιός θα το πληρώσει.
-Μην ανησυχείτε καθόλου. Είμαι υποχρεωμένος να το πληρώσω εγώ. Δεν είμαι κανένας πλούσιος. Εργάτης είμαι, που εργάζομαι για να βγάλω το ψωμί μου. Όμως δεν μπορώ, παρά να πληρώσω τη ζημιά, που έκανα. Μόνο σας ζητώ λίγη προθεσμία. Κατά κακή τύχη δεν έχω απάνω μου καθόλου λεφτά. Μόλις φτάσω στην Τρίπολη, θα ταχυδρομήσω την επιταγή.
  Ο Μενέλαος άνοιξε όσο μπορούσε τα μεγάλα του μάτια και κοίταξε το νέο. Η δυσπιστία ζωγραφίστηκε στο βλέμμα του.
  Ο νέος συνέχισε :
- Θα σας παρακαλέσω να μου δώσετε την διεύθυνσή σας.
  Ο ξενητεμένος του την έδωσε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Όχι τόσο γιατί ήταν προσκολλημένος στο χρήμα και δεν ήθελε να πληρώσει απ' την τσέπη του το χιλιάρικο, αλλά γιατί ήθελε να δοκιμάσει το λόγο του άγνωστου συνομιλητή του.
  Είπαν ακόμα μερικές κουβέντες κι αποχωρίστηκαν.
  Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η φανταχτερή λιμουζίνα άγγιζε τα κράσπεδα του χωριού. Δεν πρόφτασε να φτάσει μέχρι το χαμηλό σπιτάκι και να σταματήσει και το χωριό ολόκληρο ξεσηκώθηκε. Όλοι έτρεξαν να υποδεχτούν τον ξένο. Μάνα, αδέρφια, θειές, χωριανοί. Αγκαλιάσματα, δάκρυα, ξεφωνητά, όλα σύνθεσαν ένα αγνό λαϊκό πανηγύρι.
  Ο Μενέλαος δεν μπορούσε να μιλήσει. Μόνο κοίταζε με τα βουρκωμένα του μάτια κι από καιρό σε καιρό τον έπνιγαν τα αναφυλλητά.
- Γιόκα μου, είπε σε μία στιγμή η μάνα, σε περίμενα απ' το μεσημέρι.
- Πού το ήξερες, μανούλα μου, και με περίμενες;
- Να γιε μου, ήρθε ο ταχυδρόμος κι έφερε ένα χαρτί για σένα. Και κατάλαβα πως θε νάρθεις.
  Απορημένος ζήτησε το χαρτί.
  Ήταν τηλεγραφική επιταγή του νέου με τον οποίο είχαν συγκρουστεί στο δρόμο της Τρίπολης.
  Έμεινε. Τα μάτια του ξαναγέμισαν με δάκρυα. Με σιγανή φωνή μπόρεσε να πει :
- Γλυκιά μου πατρίδα, τα παιδιά σου έχουν ψυχή, έχουν ευγένεια και τιμιότητα.
  Δεν άφησε να περάσουν πολλές ώρες. Το ίδιο βράδυ έκλεινε τη συγκίνησή του σε μία επιστολή και την έστελνε στον άγνωστο νέο μαζί με το χιλιάρικο. Τον ευχαριστούσε γιατί στο δρόμο του γυρισμού του έπεσε επάνω του. Έτσι του έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσει όχι μόνο τις ομορφιές της πατρίδας, αλλά και τις αγνές και τίμιες ψυχές της....

******************************************************************************


Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

...ΓΙΑΤΙ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΝΟ ΜΕΣΑ ΑΠ' ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΘΩΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ...

          Ε    Ν   Υ   Π   Ν   Ι   Ο                                  
Του Γιώργου Χατζηκυπραίου
Μάρτης 2015
Κοζάνη


   Ολόγιομο ασήμωνε τις γρίλιες το φεγγάρι,
χορεύοντας με τα κλαδιά της πασχαλιάς.
Γυμνή κι αυτή μέσα στο κρύο αθυμώντας 
ανοιξιάτικους ανθούς και φύλλα θερινά.
Κι οι θύμησες βαριές, αλάφιαζαν τον ύπνο
φορτώνοντας με χιόνι της μνήμης τα κλαδιά.
Μορφές που έρχονταν απ' τις γωνιές του νου
Λόγια, π' ακούγονταν σαν σκόρπιες καμπανιές. 

Φορτίο που μαζεύονταν σ' αλλοτινούς καιρούς
και άδειαζε με πάταγο στου φεγγαριού τ' ασήμι, 
σέρνοντας ξοπίσω του σκοτάδια και κραυγές.
Στιγμές κακές που θά' θελες ποτέ να μη σε βρουν.
Μα ήταν κι αυτές οι, οι ανελέητες σκιές της πασχαλιάς.
Δαιμονικά σε τύλιξε η νύχτα με το δικό της έρεβος,
μορφές που κρύβονταν στις μνήμες τα πηγάδια,
ξεπρόβαλαν ανάμεσα από τα ολόγυμνα κλαδιά
σκούζοντας άγρια μέσα απ' τις φυλλωσιές του νου.

Μόνο το φως της χαραυγής μπορεί να σε σώσει.
Δες, άλλαξαν τα χρώματα στις γρίλιας το ασήμι.
Άντε...και τα κατάφερες να βγει κι αυτή η νύχτα.

                          ******
                        **       **
                           *****









                                                             

                                                                                        

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ & ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΣΤΗ..ΚΑΘΟΔΟ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ...

ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕ ΤΗΝ ΚΑΡΙΕΡΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ. ΕΓΙΝΕ ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΙΑΓΙΑ, ΑΛΛΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΕΙ ΤΑ ΖΩΑ. Η ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΗ, ΙΣΩΣ, ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ ΓΙΟΡΤΑΣΕ ΗΔΗ ΤΑ 80α ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΣ 28 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014. ΚΙ ΑΝ ΓΙΝΟΤΑΝ ΝΑ ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΘΕΙ, ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΓΡΙΟ ΑΛΟΓΟ ''ΓΙΑ ΝΑ ΤΡΕΧΩ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ''...


B R I G I T T E    B A R D O T


ταν ήταν μικρή, ονειρευόταν να γίνει μπαλαρίνα. Μόνο μπροστά στον καθρέφτη της αίθουσας χορού αισθανόταν όμορφη. Εκεί ξεχνούσε τα χοντρά γυαλιά που φορούσε (για τη θεραπεία της αμβλυωπίας από την οποία έπασχε) και τα άχαρα σιδεράκια στα δόντια της. Φορούσε τις πουέντ και ''πετούσε'' μακριά απ' όλα όσα τη γέμισαν θλίψη και ανασφάλεια. Έγινε ηθοποιός από έρωτα. Για το χατίρι του Ροζέ Βαντίμ. Από στάρλετ μεταμορφώθηκε σε σταρ, θαμπώνοντας άντρες και γυναίκες με τον ''αθώο'' αισθησιασμό της, με την απροσποίητη σεξουαλικότητα που ανέβλυζε από κάθε πόρο του κορμιού της, με τη λαχτάρα για ζωή που εξέπεμπε.
  Το 1960, μόλις τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία της θρυλικής ταινίας ''Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα '', περισσότερες από 30.000 φωτογραφίες της είχαν δημοσιευθεί. Στην πατρίδα της, τη Γαλλία, ήταν κάτι περισσότερο από διασημότητα. Ήταν θεσμός. Εκείνη τη χρονιά, σε συνέντευξή της περιέγραψε τη ζωή της σαν ''μία μεγάλη ευχάριστη φυλακή'' και ευχήθηκε ''να σταματήσουν να μιλούν τόσο πολύ για μένα. Ήταν πια η Μπε Μπε, ανήκε σε όλο τον κόσμο. Δεν το άντεξε. ''Δεν μπορούσα πια να υποφέρω την προσποίηση, το άγχος, την ψεύτικη λάμψη'', έχει πει.
  Το 1973, έπειτα από 48 ταινίες και 80 τραγούδια (το άλλο πάθος της, μετά το χορό), αποφάσισε να ρίξει ένα βαρύ ριντό ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον της. Αρνήθηκε πρόταση να πρωταγωνιστήσει σε ένα ακόμα φιλμ, στο πλευρό του Μάρλον Μπράντο, έναντι ενός εκατομμυρίου δολαρίων, και απομονώθηκε στο κτήμα της. Είχε ήδη κάνει δύο-τρεις απόπειρες αυτοκτονίας και είχε ξαφνιάσει το κοινό της λέγοντας ''είμαι νέα, είμαι όμορφη, είμαι πλούσια, είμαι δυστυχισμένη''. Πολλοί θεώρησαν πως επρόκειτο για καπρίτσιο. Μερικοί μίλησαν για διαφημιστικό κόλπο. Θα της λείψουν τα φώτα της δημοσιότητας, είπαν άλλοι. Τίποτε από όλα αυτά δεν ίσχυε. Αληθινή ήταν μόνο η ανάγκη της να ορίσει, επιτέλους, η ίδια τη ζωή της, με τους δικούς της όρους, να κάνει ένα νέο ξεκίνημα.
   Στις 28 Σεπτεμβρίου 2014 η Μπριζίτ Μπαρντό γιόρτασε τα 80ά της γενέθλια στη φάρμα της, Madrague. Δίπλα της ήταν ο επί 22 χρόνια σύζυγός της Μπερνάρ Ντ' Ορμάλ, πρώην σύμβουλος του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας, ίσως λιγοστοί φίλοι και, φυσικά, τα δεκάδες ζώα στα οποία έχει προσφέρει καταφύγιο. Δεν αισθάνεται πολύ καλά τελευταία. Πάσχει από σοβαρής μορφής αρθρίτιδα. ''Σχεδόν δεν μπορώ πια να περπατήσω. Ούτε να κολυμπήσω. Αλλά είμαι τυχερή όταν βλέπω πόσο υποφέρουν τα ζώα στον πλανήτη. Τότε σκέφτομαι πως δεν έχω δικαίωμα να παραπονιέμαι για τίποτα'', έχει πει στους Financial Times.
 Φοράει πάντα μαύρα. Μερικές φορές στολίζει τα μαλλιά της με λουλούδια, όπως τότε που ήταν η Μπε Μπε. Δεν διαβάζει ποτέ τα βιβλία που έχουν γραφτεί για τη ζωή της, δεν βλέπει τις ταινίες της, απεχθάνεται τις φωτογραφίες. ''Δεν είμαι απαγκιστρωμένη από το παρελθόν. Οι αναμνήσεις με γεμίζουν αρνητική ενέργεια'', επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία. Εδώ και δεκαετίες, δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τις ρυτίδες της. Έχει δηλώσει την απέχθειά της για τις πλαστικές επεμβάσεις : ''Δεν ξεγελάς κανέναν με τα λίφτινγκ. Άλλωστε, τώρα πια κοιτάζομαι σπάνια στον καθρέφτη, με ενδιαφέρουν διαφορετικά πράγματα''. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η πολιτική. Η Μπριζίτ Μπαρντό είναι θαυμάστρια της Μαρί Λεπέν. ''Μόνο εκείνη μπορεί να σώσει τη Γαλλία, σαν μία Ζαν ντ' Άρκ του 21ου αιώνα'', δήλωσε προ ημερών στο Paris Match. Πολλές φορές έχει εκφράσει τις ακροδεξιές πεποιθήσεις της. Θα ήταν άδικο, όμως, να την προσδιορίσει κανείς βάσει αυτών και μόνο. Πέρα από τη μικρή ή μεγάλη επανάσταση που έφερε στον κινηματογράφο, πέρα από την επιρροή της στη μόδα και την ποπ κουλτούρα, είναι μία γυναίκα που κατάφερε να ορίσει η ίδια το πεπρωμένο της.
 Όπως δήλωσε στην εφημερίδα La Republica, αδιαφορεί για τις εκδηλώσεις και τα αφιερώματα που έγιναν για τα γενέθλιά της. ''Κι αν γινόταν να ξαναγεννηθείτε, πώς θα θέλατε να είναι η ζωή σας ?'' τη ρώτησε ο Ιταλός δημοσιογράφος. ''Θα ήθελα να είμαι ένα άγριο άλογο, για να τρέχω μακριά από τους άντρες...''
 
Άν-Μαρί, η μητέρα που την γέμισε ανασφάλειες

Είναι 1941 και η επτάχρονη Μπριζίτ Μπαρντό παίζει με την τετράχρονη αδελφή της Μαρί-Ζάν (Μιζανού) το αγαπημένο τους παιγνίδι, καουμπόϋδες και Ινδιάνοι, στο πατρικό τους σπίτι της Rue de la Pompe, στο Παρίσι. Οι γονείς της λείπουν : Πάνω στο κυνηγητό, η Μπριζίτ παραπατά και χτυπά πάνω σ' ένα τραπεζάκι του σαλονιού. Ένα πορσελάνινο πιάτο, οικογενειακό κειμήλιο ''ηλικίας'' εκατό και πλέον ετών, πέφτει και γίνεται χίλια κομμάτια. Οι μικρές παγώνουν. Όταν οι γονείς τους επιστρέφουν, γίνονται έξαλλοι, ''Από σήμερα δεν είστε πια κόρες μας, αλλά δύο ξένες'', τους λέει η μητέρα τους. ''Θα μας μιλάτε στον πληθυντικό και θα ζείτε εδώ σαν φιλοξενούμενες. Τίποτε από αυτό το σπίτι και όλα όσα βρίσκονται σε αυτό δεν είναι πια δικό σας...'' Η Μπριζίτ τρέχει στο δωμάτιό της και κλαίει γοερά, για ώρες. ''Ποτέ ξανά δεν αισθάνθηκα άνετε εκεί μέσα. Το σπίτι αυτό ήταν πια για μένα εχθρικό περιβάλλον'', θα αποκαλύψει χρόνια μετά, στην αυτοβιογραφία της.
   Η Αν-Μαρί Μπαρντό (η Τοτί, όπως την έλεγαν χαϊδευτικά στην οικογένεια) είχε το...μερίδιο του λέοντος στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της κόρης της και των ανασφάλειών της. Γυναίκα όμορφη, δραστήρια και φιλόδοξη, ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Οι γονείς της δεν το επέτρεψαν. Σχεδόν υποχρεώθηκε να παντρευτεί τον κατά δεκάξι χρόνια μεγαλύτερό της Λουί Μπαρντό. Και άρχισε να προβάλλει τα δικά της ανεκπλήρωτα όνειρα πάνω στις κόρες της, στη μικρότερη για νά 'μαστε ακριβείς. ''Ευτυχώς που έχω τη Μιζανού'', έλεγε. ''Γιατί η Μπριζίτ είναι άχαρη στην εμφάνισή της, όπως είναι και στις πράξεις της''.
  Μετά το θάνατο του συζύγου της, το 1975, η Αν-Μαρί δίνει στην κόρη της την άδεια να της μιλήσει και πάλι στον ενικό. Η Μπριζίτ αρνείται...

Ροζέ Βαντίμ, ο πρώτος έρωτας

  Είναι ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1949 και ο ανερχόμενος σκηνοθέτης Ροζέ Βαντίμ κάνει μπέϊμπισίτινγκ στο γιό ενός φιλικού ζευγαριού. Σκίζει σελίδες περιοδικών και του φτιάχνει χάρτινα αεροπλανάκια. Τότε τη βλέπει για πρώτη φορά. Το κορίτσι με το φόρεμα στο χρώμα του κυκλάμινου στο εξώφυλλο του ELLE του κόβει την ανάσα. Θα είναι ιδανική πρωταγωνίστρια στην ταινία ''Le trou normand'' που έχει στα σκαριά. Πρέπει να τη γνωρίσει οπωσδήποτε. Το καταφέρνει μέσω της Ελέν Λαζαρέφ, αρχισυντάκτριας του περιοδικού.
  Συναντά την Μπριζίτ λίγες βδομάδες μετά, θαμπώνεται από την ομορφιά της. ''Οι γάμπες της ήταν θεϊκές !!!'' έγραψε χρόνια αργότερα στην αυτοβιογραφία του. Η νεαρή αισθάνεται αμηχανία και προσπαθεί να τον εντυπωσιάσει με τσιτάτα διάσημων συγγραφέων τα οποία έχει αποστηθίσει. ''Σύμφωνα με τον Μπαλζάκ, χάρη είναι να δείχνεις αυτό που πραγματικά είσαι'', του λέει με σοβαρό ύφος. Είναι μόλις 15 ετών κι εκείνος 21. Κάπως έτσι ανάβει η φλόγα ενός έρωτα που θα απειλήσει να κάψει το συντηρητικό σπιτικό της οικογένειας Μπαρντό.
  Οι γονείς της ούτε θέλουν να ακούσουν τα σχέδιά της για καριέρα στον κινηματογράφο και συμβίωση με τον Βαντίμ. Μία απόπειρα αυτοκτονίας θα τους κάνει να υποχωρήσουν. Μοναδικός όρος ? Να περιμένει μέχρι να γίνει δεκαοχτώ ετών. Πράγματι, ο γάμος τους γίνεται στις 21 Δεκεμβρίου 1952. Η Μπριζίτ, μολονότι δεν αγαπά το σινεμά, αφήνεται σαν πλαστελίνη στα χέρια του, για να τον ευχαριστήσει. Τον λατρεύει και είναι τόση η ανασφάλειά της μήπως δεν του αρέσει, που κοιμάται μακιγιαρισμένη. Για να μην ξυπνήσει το πρωί και τη δει απεριποίητη.
  Το 1956, όταν στις αίθουσες βγαίνει το φιλμ ''Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα '', ο Βαντίμ έχει καταφέρει από στάρλετ να τη μετατρέψει σε σταρ. Όμως, η σχέση τους έχει ήδη αρχίσει να κλονίζεται. Την έχουν κουράσει οι απιστίες του, η αστάθειά του και η αδυναμία του να κοντρολάρει τις εξαρτήσεις του (αλκοόλ και τυχερά παιγνίδια). Του αγοράζει μία Chrysler και του ζητά διαζύγιο.

Νικολά, ο γιος που δεν ήθελε

 Η πρώτη φορά, που μένει έγκυος, είναι στα δεκαεννιά - από τον Ροζέ Βαντίμ. Κρυφά από τους γονείς της, ταξιδεύει μαζί του στην Ελβετία για την έκτρωση. Η δεύτερη φορά είναι λίγο πριν χωρίσουν. Η διακοπή της κύησης είναι και πάλι μονόδρομος για την Μπριζίτ, που έτσι κι αλλιώς δεν έχει καμμία απολύτως λαχτάρα να γίνει μητέρα. Όμως, προκύπτουν σοβαρές επιπλοκές στο χειρουργείο και κόντεψε να πεθάνει...
  Η τρίτη εγκυμοσύνη προκύπτει το 1959, στη διάρκεια της σχέσης της με τον κωμικό Ζακ Σαριέ. Ανεπιθύμητη κι αυτή. Αλλά η προειδοποίηση του γυναικολόγου της είναι σαφής : ''θα υπάρξει μεγάλος κίνδυνος για τη ζωή της αν προχωρήσει σε έκτρωση.'' Αναζητά παντού γιατρό διατεθειμένο να κάνει την επέμβαση. Μάταια. Κανείς - ακόμα και με το δέλεαρ τεράστιων για την εποχή ποσών - δεν ρισκάρει να χειρουργήσει μία τόσο διάσημη γυναίκα.
 Η Μπαρντό, απελπισμένη, αποφασίζει να παντρευτεί τον Σαριέ. ''Δεν τον αγαπούσα αρκετά για να αντιμετωπίσω τη ζωή μαζί του. Αλλά φοβόμουν να βρεθώ μόνη και ανύπαντρη μητέρα. Άλλωστε, από τους δυό μας, εκείνος είχε το μητρικό ένστικτο'', ομολογεί στην αυτοβιογραφία της. Οι μήνες που ακολουθούν είναι μαρτυρικοί. Περισσότερο από εκατό φωτογράφοι και δημοσιογράφοι έχουν κατασκηνώσει έξω από το σπίτι του ζευγαριού. Η ηθοποιός έχει μονίμως κλειστά τα παράθυρα, δεν βγαίνει ούτε καν στη βεράντα.
   Το μωρό γεννιέται στις 11 Ιανουαρίου 1960, έπειτα από ένα ιδιαίτερα δύσκολο και επώδυνο τοκετό. Της ανακοινώνουν ότι είναι αγόρι. ''Δεν με ενδιαφέρει. Δεν θέλω να το ξαναδώ'', απαντά εκείνη. Ο μοναχογιός της βαφτίζεται Νικολά. Το 1962, όταν εκδίδεται το διαζύγιό τους, παραχωρεί στον Σαριέ την κηδεμονία του. Ελάχιστα θα ιδωθούν έκτοτε. Το 1984, ο Νικολά εγκαθίσταται μονίμως στο Όσλο, μετά το γάμο του με μία Νορβηγίδα - η μητέρα του δεν έχει προσκληθεί στην τελετή.
  Η Μπριζίτ Μπαρντό δεν θα δει τις δύο εγγονές της παρά μόνο μία φορά, το 1992. ''Έχω πολλή τρυφερότητα και στοργή γι' αυτές, αλλά δεν είχαμε ποτέ σωματική επαφή. Δεν τις έχω κρατήσει ποτέ στην αγκαλιά μου, δεν τις έχω δει να μεγαλώνουν. Αλλά το έχω αποδεχτεί. Άλλωστε, ουδέποτε πίστεψα στους δεσμούς αίματος'', έχει πει. Τον προπερασμένο Φεβρουάριο του 2013, ο Νικολά της ανακοίνωσε ότι απέκτησε το πρώτο της δισέγγονο. Της έστειλε και μία φωτογραφία της μικρής. Για να βρεθεί όλη η οικογένεια μαζί, ούτε λόγος να γίνεται...

Τα ζώα, η οικογένεια που επέλεξε να έχει...

  Τα βράδια, πριν κοιμηθεί, η γκουβερνάντα της, κάποιες φορές και ο πατέρας της, της διάβαζαν παραμύθια. Λάτρευε τα παιδικά μυθιστορήματα του Μαρσέλ Αιμέ, με ήρωες σκύλους και άλλα τετράποδα, και ονειρευόταν πως κάποτε θα ζούσε σε μία φάρμα, μαζί με γάτες, γουρούνια, πρόβατα, αγελάδες, κουνέλια, ακόμη και ελέφαντες - όλα τα ζώα θα είχαν ανθρώπινη φωνή !! Η Μπριζίτ ήταν τριών ετών όταν γεννήθηκε η αδελφή της. Ένιωσε τότε το κόσμο της να κλονίζεται. Δεν είχε πια το προνόμιο της αποκλειστικής προσοχής. Εκείνη τη περίοδο πήρε δώρο από τους γονείς της έναν μεγάλο λούτρινο αρκούδο, τον οποίο ονόμασε Μέρντοχ. Του έλεγε όλα τα μυστικά της και κάθε φορά που τον αγκάλιαζε ηρεμούσε. Τότε, ασυνείδητα, όπως έχει πει σε πολλές συνεντεύξεις της, άρχισε να συνδέει τα ζώα - έστω και τα ψεύτικα - με την αίσθηση ασφάλειας που σε πολλές περιόδους της ζωής της θα αποζητούσε.
   Το 1958 αγόρασε μία έκταση 40 στρεμμάτων στο Σεν Τροπέ, δίπλα στη θάλασσα, και άρχισε να επιδιορθώνει το σχεδόν ερειπωμένο σπιτάκι που υπήρχε εκεί. Ονόμασε το κτήμα της Madrague (μέθοδος ψαρέματος των ψαράδων της περιοχής) και αυτό έμελλε να γίνει το βασίλειό της - η δική της Κιβωτός του Νώε. Το 1986 δημιούργησε το Ίδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό για την προστασία των ζώων. Για να συγκεντρώσει τα απαραίτητα χρήματα, εκποίησε σχεδόν όλη την περιουσία της. Έβγαλε σε δημοπρασία οικογενειακά κειμήλια και έπιπλα, έργα τέχνης και κοσμήματα, ρούχα και κινηματογραφικά κοστούμια - ακόμη και το νυφικό που φορούσε στο γάμο της με τον Ροζέ Βαντίμ.
  Έκτοτε, έδωσε πολλές και σκληρές μάχες : με Ρώσους για τις κυνομαχίες, με Ιάπωνες για το κυνήγι δελφινιών και φαλαινών, με Ρουμάνους και Ουκρανούς για τις μαζικές εξοντώσεις αδεσπότων, με Ευρωπαίους και Αμερικανούς κτηνοτρόφους για τις άθλιες συνθήκες θανάτωσης ζώων σε σφαγεία - ακόμη και με τον τέως βασιλιά της Ισπανίας Χουάν Κάρλος, όταν έμαθε ότι επιδόθηκε σε κυνήγι ελεφάντων στην Μποτσουάνα. Τα ζώα είναι ίσως για εκείνη η πραγματική οικογένεια - εκείνη που δεν απέκτησε ποτέ. ''Για χρόνια, υπέφερα σε έναν τρελό, ανισόρροπο κόσμο. Έδωσα τα νιάτα μου και την ομορφιά μου στους άντρες. Στα χρόνια που μου απομένουν θα δώσω τη σοφία και την εμπειρία μου στα ζώα. Εκείνα με έμαθαν να ζω. Μόνο όταν άρχισα να τα φροντίζω και να τα προστατεύω άνθησα πραγματικά''. έχει πει.