Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

''ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΔΕΛΦΙΑ, ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ ΓΕΝΝΑ, ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΤΡΕΧΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΙΜΑ...''

Στίχοι : Κώστας Βίρβος
Μουσική : Απόστολος Καλδάρας
Ερμηνεία : Πόλυ Πάνου

''ΕΙΜΑΣΤΕ   ΑΔΕΛΦΙΑ...''


Είμαστε αδέλφια, μίας μάνας γέννα, 
στις φλέβες τρέχει το ίδιο αίμα.
Κι αν χώρια τώρα, σαν ξένοι ζούμε,
πάλι μία μέρα θ' αγκαλιαστούμε.

Τ' αδέλφια δε χωρίζουνε,
η μοίρα τό 'χει γράψει
κι ανάμεσά τους όποιος μπει
φωτιά να τονε κάψει.

Όποιο συμφέρον κι αν μπει στη μέση,
να μας χωρίσει δε θα μπορέσει.
Σ' αυτό το κόσμο όλα συμβαίνουν,
τ' αδέλφια όμως αδέλφια μένουν.

Τ' αδέλφια δε χωρίζουνε,
η μοίρα τό 'χει γράψει,
κι ανάμεσά τους όποιος μπει
φωτιά να τονε κάψει.

Είμαστ' αδέλφια, μίας μάνας γέννα,
στις φλέβες τρέχει το ίδιο αίμα.
Μπορεί καθένας δρόμο ν' αλλάζει,
μία μάνα όμως μας αγκαλιάζει.

Τ' αδέλφια δε χωρίζουνε,
η μοίρα τό 'χει γράψει,
κι ανάμεσά τους όποιος μπει
φωτιά να τονε κάψει...

ΥΓ. Η Πόλυ Πάνου λέει ''αδέρφια'', κι όχι αδέλφια όπως τό 'χε πρωτογράψει ο στιχουργός του τραγουδιού..
    Πρόκειται για ένα τραγούδι του 1958. Στο βιβλίο του ''Λαϊκή Στιχουργική Ανθολογία'' (1989) ο Κώστας Βίρβος σημειώνει (σελίδα 246) : ''Το τραγούδι αυτό είναι αλληγορικό και εμπνευσμένο από τον Αγώνα της Κύπρου''. 




Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ, ΤΟΥ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΥΛΛΗΦΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΣΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟ...

[ΜΕΡΟΣ Β']

Ι. Μ. Π Α Ν Α Γ Ι Ω Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

''Ο  ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ  ΑΝΘΡΩΠΟΣ''
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ
ΑΘΗΝΑ, 1984



       Οι πολιτισμοί κρίνονται και από όσα κατά μέρος επραγματοποίησαν και από όσα κατόρθωσαν να συλλάβουν. Από όσα κατόρθωσαν να εννοήσουν. Το νόημα της αληθινής Δημοκρατίας, της αληθινής Ελευθερίας, της Αρετής, του Εξανθρωπισμού του ανθρώπου - και μάλιστα χωρίς την υπερβατική συμπαράσταση - έχει συλληφθεί από τον κλασικό Ελληνικό Κόσμο. Και κατά μέρος πραγματοποιηθεί. Η ελεύθερη συνείδηση, ο ελεύθερος στοχασμός, η ανοιχτή εποπτεία του κόσμου δεν είναι πλάσματα του φιλοσοφικού ενοραματισμού, είναι η ανάσα ολόκληρη των αρχαίων Ελλήνων. Μας αφήκαν μερικούς ανθρώπους : τον Αριστείδη, το Φωκίωνα και τον Φιλοποίμενα. Είναι μία μορφή αθανασίας, μία αναφαίρετη δόξα...
   Οι μεγάλοι πολιτισμοί δημιουργούν ιδανικούς ανθρώπινους τύπους. Και κατά το μέτρο που επιτρέπουν οι ιστορικές συνθήκες αυτούς τους τύπους τους πραγματοποιούν. Ο ομηρικός πολιτισμός βρίσκεται ολόκληρος μπροστά στα τείχη της Τροίας, αναπτύσσεται ολόγυρα στον Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας είναι το ιδανικό του Ομηρικού Ανθρώπου. Είναι πολύ φύση. Απαίδευτος, καθώς όλοι οι ήρωες του Ομήρου, ανοιχτόστομος, όπως όλοι οι φυσικοί άνθρωποι, παρορμητικός, γιατί περισσότερο υπακούει στο ένστικτο παρά στο στοχασμό, γενναίος, φιλόδοξος, ευγενικός και τρυφερός στην ώρα του, ακαταδάμαστος. Και συνάμα καλοκαμωμένος, πλασμένος από το σμίξιμο του Πηλέα, του βασιλιά, και της Θέτιδας, της θαλασσινής θεάς. Ο Όμηρος θαυμάζει τις προσωπικότητες. Ο λαός είναι προορισμένος να δουλεύει, να μάχεται και να παίρνει, όταν λάχει να πάρει, το ευτελέστερο τμήμα από τα λάφυρα. Για τον ομηρικό άνθρωπο περίπου δεν υπάρχει ο λαός. Ο λαός είναι οι Αχαιοί, είναι οι Τρώες. Υπάρχουν οι μισόθεοι. Ο Όμηρος είναι ο επικός ιστοριογράφος των ηγεμόνων. Ένας Γκότα του πανάρχαιου κόσμου. Μήπως το ίδιο, αιώνες αργότερα, δεν κάνει η τραγωδία ; Οι περιπέτειες που αξίζει να διηγηθεί ξετυλίγονται όλες ανάμεσα σε θεούς και ηγεμόνες, μπροστά σε ναούς ή, συνηθέστατα, σε παλάτια. Το λαό αντιπροσωπεύει ένας παιδαγωγός, ένας εξάγγελος, ένας βοσκός, μία θεράπαινα. Είναι τα παραπληρωτικά στοιχεία της τραγωδίας. Ολόκληρος ο αρχαίος ελληνικός κόσμος στρέφεται γύρω από την υπεροχή της γενιάς, του πλούτου, της φυσικής ρώμης και της εξουσίας.

   'Επειτα έρχεται ο Σωκράτης. Είναι και αθέλητα και θεληματικά φτωχός. Φορεί το ίδιο ιμάτιο χειμώνα και καλοκαίρι. Πηγαίνει ξυπόλητος να συνομιλήσει με τους απλούς ανθρώπους στην αγορά. Προετοιμάζει τη βαρυσήμαντη εκδίκησή του. Ταυτίζει την αρετή με τη σοφία. Σιγά σιγά διαμορφώνεται ένας καινούριος τρόπος στοχασμού. Η ηθική και η λογική καλύπτουν, όχι βέβαια ολοκληρωτικά, την περιοχή της φιλοσοφίας. Η ανάγκη να εξακριβωθεί το σωστό περιεχόμενο των εννοιών οδηγεί πολλές φορές σε μία παραποίηση της λογικής, τη λογίκευση. Πρέπει να σκάψει κανείς μέσα του για να βρει την αλήθεια. Την αλήθεια και την αρετή. Ο σοφός είναι και ο ενάρετος. Όχι ο πολυμαθής, ο σοφός. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος μας δίνει ένα θαυμάσια οργανωμένο πρότυπο ανθρώπου : γερό και καλοπλασμένο σώμα, γερό και καλοπλασμένο πνεύμα, καθαρός στοχασμός, ευγενισμός της ψυχής, γενναίο φρόνημα. Είναι φυσικό που μέσα σε μία τέτοια σύλληψη του ''ανθρώπου'' η παιδεία, με το γενικότερο νόημά της, παίζει το σημαντικότερο ρόλο. Ο σωστός κλασσικός άνθρωπος είναι ο καλλιεργημένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που στοχάζεται και που πορίζεται από την αυτογνωσία (και, κατά τη σωκρατική αντίληψη, η αυτογνωσία δεν είναι παρά η ανακάλυψη του εσωτερικού ηθικού νόμου) τη δύναμη να οργανώνει αληθινά ανθρώπινες συμπεριφορές. Η αποκέντρωση της ιωνικής φυσιολογίας και, γενικότερα, της προσωκρατικής φιλοσοφίας, έχασε κατά μέγα μέρος τη σπουδαιότητά της μετά την εμφάνιση του κεντρομόλου σωκρατικού στοχασμού. Η φύση, με τον Αριστοτέλη, πέρασε στο χώρο της επιστήμης. Έτσι, από τη διαδρομή του εννοιολογικού μαραθώνιου, καθώς εκφράζεται με τον πλατωνικό Σωκράτη, από τα έγκατα της τραγωδίας του στοχασμού αναδύθηκε ο ε λ ε ύ θ ε ρ ο ς  και π λ ή ρ η ς  ά ν θ ρ ω π ο ς.

  Αυτόν τον άνθρωπο κληροδότησε ο κλασσικός ελληνικός κόσμος στους μεταγενέστερους. Αυτός ο άνθρωπος πραγματοποιήθηκε κατά ποσοστό και κατά περίπτωση μέσα στα όρια του κλασσικού πολιτισμού.
  Αν προχωρούσαμε σε πολυμερέστερες συγκρίσεις, θα έπρεπε ν' αντιπαρατάξουμε στον Έλληνα άνθρωπο, έτσι καθώς τον διαμόρφωσε η εποχή της κλασσικής ακμής, τον ιδανικό τύπο του Λ α τ ί ν ο υ  α ν θ ρ ώ π ο υ. Η latinitas, που μαζί με την greacitatem εσχημάτισε την εύρωστη ρίζα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, έπλασε ένα σιδεροχυμένο άνθρωπο, αυστηρά οργανωμένο, πειθαρχημένο, φιλόδοξο χωρίς ''σύνεσιν και χωρίς αιδώ'', ακαταπόνητο, φίλο της λογικής και νομοθέτη. Ο Λατίνος άνθρωπος είναι, όσο δεν έχει φθαρεί από την υπερόγκωση της ισχύος, λιτός, λακωνικός, πρακτικός, ανήκει περισσότερο στο κράτος από τον Έλληνα άνθρωπο. Ο Weise, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τον εθνικό χαρακτήρα των Ρωμαίων και να καθορίσει την άμεση σχέση του με την έκφραση, δηλαδή με τη λατινική γλώσσα, χρησιμοποιεί αφοριστικές διατυπώσεις αληθινά εύστοχες : ''Ολίγοι μόνον άνδρες και ολίγα υπέροχα έθνη ηυτύχησαν να έχωσιν ίσας που πάσας τάς του πνεύματος δυνάμεις. Των κλασσικών λαών οι μεν Έλληνες ηξιώθησαν του αγαθού τούτου, παρά δε τοις Ρωμαίοις νούς και βούλησις διαφερόντως ανεπτύχθησαν επί βλάβη των λοιπών πνευματικών χαρισμάτων....Οι Ρωμαίοι πρακτικοί μάλιστα όντες φύσει και πεζότερον αντιλαμβανόμενοι των πραγμάτων είχον σαφώς αφυώς πως περί τε τάς τέχνας και τάς επιστήμας...Αλλ' ουδέ εις τα μυστήρια της φύσεως να εγκύπτωσιν ουδέ να γοητεύονται επί τη θέα των καλλονών αυτής ήσαν πάνυ επιτήδειοι οι Ρωμαίοι...Οι Ρωμαίοι είχον θερμότερον το αίσθημα της οικογενείας και εκήδοντο αυτής μάλλον ή οι Έλληνες. Πάντα τα εν τώ οίκω απετέλουν μεγάλην ενότητα εξουσιαζομένην υπό του pater familias, ηρμοσμένην και μέχρι των ελαχίστων διακεκοσμημένην, πιστόν της πόλεως απείκασμα...Ο έρως είναι προς τον υιόν του Λατίου ενέργεια του νού μάλλον ή πάθος της καρδίας...Πάντων των του βίου αγαθών μέγιστον είναι η δόξα. Διό ignominia (ανωνυμία) δηλοί όνειδος...Ο μεν ευσεβής Ισραηλίτης προσαγορεύων λέγει μεθ' ιεροπρεπούς σεμνότητος : ειρήνη μετά σού !, ο δε φαιδρός και εύθυμος Έλλην προσφωνεί τω απαντώντι χαίρε !, ο δε Ρωμαίος ουσιώδες υπολαμβάνει την υγείαν και ισχύν. Αι προσαγορεύσεις vale ! και salve ! σημαίνουσι κυρίως έρρωσο και υγίαινε !...Έχων ο Ρωμαίος νούν υγιά και καθαρόν ήτο επιτήδειος μάλιστα να διαστέλλη σαφώς απ' αλλήλων τας εννοίας και να προσποιή τώ λόγω ακρίβειαν, σαφήνειαν και διαύγειαν'' (κατά τη μετάφραση του Γ. Κ. Γρατσιάτου).

[...]
  Αλλ' επειδή, καθώς στην κλασσική Ελλάδα, καθώς παντού, ο πρότυπος άνθρωπος βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τον πραγματοποιημένο άνθρωπο, έτσι κια ο χριστιανός άνθρωπος είναι υπεύθυνος για ένα πλήθος φαλκιδεύσεις της αρχικής διδασκαλίας. Είναι υπεύθυνος για μία ολοκληρωτική πολλές φορές διαστροφή : για τη φοβία, για τη δεισιδαιμονία, για την υποκρισία, για τον τυφλό φανατισμό, για τη σκληρότητα, για το έγκλημα, για τη φιλοχρηματία, για την ακολασία ακόμη. Ο χριστιανός άνθρωπος υπήρξε ο οργανωτής απηνών διωγμών, μόλις ο ίδιος εγλύτωσε από την καταδρομή, από την πρώτη στιγμή, ο οργανωτής των αισχρών συνωμοσιών του ιερού παλατίου και των μεγάλων βυζαντινών μονών, ο πρωτεργάτης των ολοκαυτωμάτων που καταντρόπιασαν τη φυλή των ανθρώπων, των ''πογκρόμ'', δηλαδή των αντισημιτικών θυελλών, που ξεπάστρεψαν από το πρόσωπο της γης ολόκληρους πληθυσμούς, των οργίων του Βατικανού, των ιερών πολέμων, που δεν ήταν παρά πόλεμοι αρπαγής. Ο χριστιανός άνθρωπος καλλιέργησε τη μνησικακία, τη διπλοπροσωπία, τη δίψα των υλικών αγαθών. Κατασκεύασε έναν άλλον Χριστό ή, το σωστότερο, πολλούς Χριστούς, τον καθένα για το κάθε συμφέρον. Εδημιούργησε μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, το ιερατείο, που είχε και εξακολουθεί να έχει όλα τα ελαττώματα που κατηγορούσε στους γραμματείς και στους φαρισαίους ο Χριστός. Η επί του Όρους ομιλία μακαρίζει τους ''πεινώντας και διψώντας την δικαιοσύνην''. Αλλ' ο χορτασμός δεν έρχεται. Η θρησκεία έγινε εκκλησία. Και η εκκλησία έγινε κοσμική εξουσία. Αυτό είναι το θανάσιμο λάθος. 

    [...]
  Ας στραφούμε τώρα προς το νέο σχήμα, που είναι και το κύριο θέμα μας. Στο βάθος της σκηνογραφίας υψώνεται ένα σύμβολο, άγγελος και δαίμονας του σύγχρονου κόσμου, η μ η χ α ν ή. Η μηχανή είναι η ''νεαρή μοίρα του κόσμου''.

  Ο ρόλος της είναι τόσο σημαντικός, ώστε θα είναι ματαιοπονία, αν προσπαθήσουμε ν' αγνοήσουμε την παρουσία της. Μερικοί θεωρητικοί, όχι όλοι, την καταριούνται. Αλλά λησμονούν τούτο : ότι από την πρώτη στιγμή της πολιτιστικής του προσπάθειας ο άνθρωπος άλλο δεν έκαμε παρά ν' αναζητήσει μέσα επικουρίαςα στον αγώνα του για την ύπαρξη. Ποτέ δεν στοχάστηκε πως ένα σύνεργο της δουλειάς θα μπορούσε να είναι εμπόδιο στην πραγματοποίηση του αληθινού του προορισμού. Το πρώτο κομμάτι της πέτρας που χρησιμοποίησε, για να νικήσει μία αντίσταση, το πρώτο εργαλείο και όπλο, ήταν ένα βαρυσήμαντο περιστατικό της ιστορίας του που τον εγέμισε αγαλλίαση. Ο τροχός υπήρξε εφεύρεση που άνοιξε την καινούρια εποχή των ανθρώπων. Ο κεραμεικός τροχός. Και ο τροχός για το πρωτόγονο αμάξι. Το ησιόδειο ονομαζόμενο αλέτρι επίσης. Αν από τούτη τη σκοπιά κοιτάξουμε τα πράγματα, θα πρέπει βέβαια ν' αναρωτηθούμε : αν το αλέτρι ήταν μία μεγάλη ευεργεσία, γιατι ευκόλυνε την καλλιέργεια, γιατί δεν είναι ο γεωργικός ελκυστήρας μία πολύ μεγαλύτερη ευεργεσία ; Αν ο τροχός του αμαξιού ήταν ένα ''δώρημα τέλειο'', γιατί ο τροχός που κινεί τώρα τα πάντα, από το αυτοκίνητο ίσαμε το εργοστάσιο, δεν είναι επίσης ένας πολύτιμος αρωγός σ' επιπονότατες προσπάθειες ; Στοχάστηκε ποτέ κανείς ν' αναθεματίσει τον Αρχιμήδη ή τον Ήρωνα, το Λεονάρντο ντα Βίντζι ή τον Τορικέλλι, τον Πασκάλ ή τους Μογγολφιέρους ; Οι άνθρωποι όλοι δεν αντίκρυσαν τις εφευρέσεις τους με αληθινή ανακούφιση, σαν ένα βήμα προς την απολύτρωσή τους από την πολύμορφη εναντίωση του φυσικού περιβάλλοντος ;

  Αισθάνομαι την ανάγκη να κάμω την απολογία της μηχανής. Της μηχανής, όχι της μηχανοκρατίας. Η μηχανή είναι μία υπόθεση που έχει πετύχει. Κ' ενώ χιλιάδες χρόνια το επιζητήσαμε να πετύχει, τώρα πού πέτυχε, που ολοένα και περισσότερο πετυχαίνει, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως η επιζήτηση υπήρξε όχι μόνο άχρηστη, αλλά και βλαπτική. Η μηχανική λοιπόν πρόοδος είναι ένα χαμένο αγώνισμα, μία παραίσθηση ευτυχίας, προορισμένη να διαλυθεί, αν αποφασίσει κανείς να συλλογιστεί περισσότερο ; Το νόμισμα έχει, φυσικά, και την αντίστροφη όψη του. Οι νοσταλγοί και οι ονειροπόλοι, που αποτελούν πάντοτε μία μεγάλη και ευγενική μερίδα της ανθρωπότητας, αγαπούν να θυμούνται το μελωδικό τροχασμό του ταχυδρομικού αμαξιού, το κροτάλισμα του μαστιγίου των ελκύθρων στις απέραντες στέππες, το τραγούδι το μονότονο του νερού που κελαρύζει στη νεροσυρμή ή που ανασύρεται από τα βάθη της γης με το μαγγανοπήγαδο, το πανί του καραβιού φουσκωμένο από πρίμο αγέρι, τη φτερωτή του μύλου στη βραδινή απανεμιά κ' ένα πλήθος άλλα παρόμοια. Έχουν συνδιαλλαγεί με μία πρωτόγονη μορφή μηχανής, με το αμάξι, με το έλκυθρο, με το ιστιοφόρο, με το μαγγανοπήγαδο. Εραστές ενός γραφικού κόσμου, δυσκολεύονται να οικειωθούν διαφορετικές γραφικότητες και λησμονούν πως ο ελκυστικός εκείνος κόσμος ήταν προορισμένος να εξυπηρετήσει μερικές κοινωνικές ομάδες και όχι τα τέσσερα δισεκατομμύρια τώρα, τα είκοσι δισεκατομμύρια αργότερα του πληθυσμού της γης. Λησμονούν τη ραγδαία αναπλήθυνση. Λησμονούν την ανάγκη που πλάθει το πρόσωπο του σύγχρονου κόσμου. Η μηχανή σκοτώνει μία αρχαία παράδοση, για να δημιουργήσει μία νέα παράδοση. Το γραφικό στοιχείο ανήκει, κατά μέγιστο ποσοστό, στην παλαιότητα. Και ιδού που ένα αυτοκίνητο του 1925 είναι εξίσου σήμερα γραφικό όσο κ' ένα παλιό αμάξι, μία βιττόρια ή ένα λαντώ.

[...]
...Αλλά υπάρχει και η ευθύνη του ανθρώπου. Γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο άνθρωπος είναι που εφευρίσκει, που χρησιμοποιεί και που εξουσιάζει τη μηχανή. Αν ο άνθρωπος αισθάνεται πως αποτελεί μία αυτοκρατορία σε παρακμή και αφήνεται να παραδοθεί στη δίνη της μηχανής, το λάθος είναι ολόκληρο δικό του. Ο Γουλιέλμος Φερρέρο είχε επισημάνει, εδώ και σαράντα χρόνια, τον κίνδυνο. Έβλεπε τη μηχανή να ξεφεύγει από τον έλεγχο του ανθρώπου, να τον εξουσιάζει αντί να εξουσιάζεται, ν' αποτελεί μία δύναμη έξω από τον άνθρωπο αντί να είναι μία δύναμη του ανθρώπου.  Ένας άλλος, ο Σάπλεϋ, γράφοντας αργότερα, υπογράμμισε τη σημασία της τυποποίησης. Η μηχανή τυποποιεί τη και την παραγωγή και τον άνθρωπο. Ο καταμερισμός του έργου σκοτώνει το πρόσωπο. Ο άνθρωπος που είναι υποχρεωμένος, οχτώ ώρες τη μέρα, να προσθέτει την ίδια βίδα στο ίδιο έλασμα, στο ίδιο μέταλλο, γίνεται εξάρτημα της μηχανής, μία βίδα κ' εκείνος. Χάνει την ελευθερία της εκλογής. Η βίδα μεταμορφώνεται σ' ένα φοβερό πεπρωμένο. Αλλ' είναι σωστό να γίνεται διαφορετικά ; Ένα εργοστάσιο που παράγει ένα εκατομμύριο αυτοκίνητα τη χρονιά δεν έχει το δικαίωμα να πειραματίζεται και να διακινδυνεύει χρόνο, δαπάνη και φήμη. Δεν έχει το δικαίωμα να εμπιστεύεται την κατασκευή ενός ολόκληρου αυτοκινήτου σ' ένα και μόνο άνθρωπο. [...]
   [...] Κατά βάθος το πρόβλημα της μηχανής, είναι το πρόβλημα της ελευθερίας, από μία διαφορετική πλευρά. Η ελευθερία έχει σκοτεινές ρίζες. Ανήκει στην πρώτη εποχή του ανθρώπου, είναι μία ορμή που έχει τη δύναμη και κάποτε την ποιότητα του ενστίκτου. Από τότε που ο άνθρωπος ανυπεράσπιστος, αλλά και αδέσμευτος, είχε το δικαίωμα να μετακινείται από τόπο σε τόπο, ν' αναζητεί την τροφή του όπου μπορούσε, να προφυλάσσεται επίσης όπου μπορούσε,  να μη γνωρίζει άλλο νόμο έξω από την επιταγή του ενστίκτου, διατήρησε μέσα του τη δίψα του αυτεξούσιου. Ο απολίτιστος ήταν και ο περισσότερο ελεύθερος. Μόλις άρχισε να κατατροπώνει τις εναντιώσεις, άρχισε και ν' αποδεσμεύεται. Ο πολιτισμός είναι μία δέσμευση, προϋποθέτει διαδοχικές χαλιναγωγήσεις. Έτσι το δράμα της ελευθερίας μεταμορφώνεται, με το πέρασμα του καιρού, και η εξωτερική δράση μετατοπίζεται στο χώρο της εσωτερικής αγωνίας.  Η μηχανή απολυτρώνει τον άνθρωπο από τον προσωπικό μόχθο. Και συνάμα του γίνεται εξουσιαστής, του επιβάλλει το νόμο της. Με την αέναη παρουσία της και με τη συνεχή παρεμβολή της και στα μικρότερα περιστατικά της καθημερινής ζωής, με τη μέριμνα που προϋποθέτει για τη συντήρηση ή της ανανέωσή της κερδίζει έδαφος, που άλλοτε ανήκε στον ελεύθερο στοχασμό και στην επίσης ελεύθερη κίνηση της ψυχής. Ο κάτοχος του αυτοκινήτου κατέχεται εξίσου από το αυτοκίνητο. Η μηχανή εξυπηρετεί τις ανάγκες. Αλλά και πολλαπλασιάζει τις ανάγκες. Έτσι δημιουργείται ο φαύλος κύκλος...

[...]
  Ένας θα μπορούσε να αναρωτηθεί : τί θα πρέπει να προτιμήσει κανείς ; Αλλά το ερώτημα δεν έχει τη θέση του. Εδώ δεν πρόκειται για προτίμηση. Αυτός είναι ο κόσμος μας και αυτός θα είναι ο κόσμος. Με τους  συλλογισμούς και τις προσωπικές προτιμήσεις δεν εξαρθρώνονται τα εργοστάσια, δεν αποσύρονται από τη κυκλοφορία τα αυτοκίνητα, δεν καταργείται η αεροπορική συγκοινωνία, δεν εξαφανίζεται το ραδιόφωνο ή ο κινηματογράφος. Αυτά υπάρχουν. Είναι ματαιοπονία να προσπαθήσει κανείς να απαρνηθεί τις πραγματικότητες. Και όχι μόνο γιατί είναι οι πραγματικότητες, αλλά και γιατί είναι, κατά γενικό σχήμα, αποδεκτές. Σ' ένα δημοψήφισμα θα ήταν αληθινά ακατανόητο να προταθεί το ναί ή το όχι για το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, το ραντάρ, το ραδιόφωνο, τον υπολογιστή. Θεωρούνται αναμφισβήτητες κατακτήσεις....
[...]                                                                            [...]                                                               [...]
  Λοιπόν : αφού δε μπορεί να προταθεί το ναί ή το όχι, ελευθερία εκλογής δεν υπάρχει. Είναι σα να προσπαθεί κανείς ν' ακυρώσει την εποχή του, τον καιρό του...
[...]  Η ελευθερία της μηχανής πρέπει να σταματήσει εκεί όπου αρχίζει η ουσιαστική ανθρώπινη ελευθερία. Να ένα άθλημα που του αξίζει ο κόπος : ο εξανθρωπισμός της μηχανής. Αυτό σημαίνει πως η μηχανή πρέπει να συντελέσει στην επαύξηση της ανθρώπινης ελευθερίας και όχι στη μείωσή της..
[...]                                                                                                                                       [...]




Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΥ ΔΟΚΙΜΙΟΥ : ''ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ...''

Ι.  Μ.  Π Α Ν Α Γ Ι Ω Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

''Ο  ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ  ΑΝΘΡΩΠΟΣ''
[Δοκίμιο Ελεύθερου Στοχασμού]


ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ
ΑΘΗΝΑ 1984


Η Ασφυκτική συρροή των ιστορικών γεγονότων κατά τον εικοστό αιώνα έχει επιταχύνει τις εξελίξεις κατά τρόπο θεαματικό. Η εμπειρία που έχει προκύψει από τα ιστορικά αυτά γεγονότα έχει προκαλέσει σύγχυση. Όταν η ιστορική πορεία ξετυλίγεται με συνεχή άλματα, ο άνθρωπος, που κατ' αναπόδραστη ανάγκη τα ζει τα άλματα, δεν κατορθώνει συχνά να τα παρακολουθήσει ή και να τα πραγματοποιήσει με κάποια ψυχραιμία και πέφτει σε σύγχυση. Ανακαλύπτει απροσδόκητα εκεί που ουσιαστικά δεν υπάρχουν τα απροσδόκητα. Πρόκειται και πάλι για τη κ ο ι ν ή  σ υ ν ε ί δ η σ η. Που βρίσκεται απροπαράσκευη μπροστά στις ακραίες απολήξεις διεργασιών που δεν συλλογίστηκε και που δε μπόρεσε να τις παρακολουθήσει γενετικά. Η κοινή συνείδηση αντιμετωπίζει τα αποτελέσματα. Αγνοεί τα αίτια. Έτσι πολλά από τα αποτελέσματα δεν κατορθώνει να τα εννοήσει και να τα συναρμολογήσει. Της διαφεύγουν οι συναρμογές. Τα βλέπει ξεκομμένα, ξεμοναχιασμένα, ασύζευκτα, χωρίς αναφορά σε προσλαμβάνουσες παραστάσεις.
   Ονομάσαμε ''ριζικά αναθεωρητική'' την εποχή μας. Υπενθυμίσαμε πως αναθεωρητικές είναι οι μεταβατικές εποχές. Τώρα θα πρέπει να πούμε πως και η φοβία που κατέχει το σύγχρονο κόσμο έχει, κατά μέρος, την αφετηρία της στον αναθεωρητικό πυρετό, που συντρίβει τις βάσεις, ξεθεμελιώνει τις αρχαίες κατασκευές, ακυρώνει τα σ τ η ρ ί γ μ α τ α. Τα στηρίγματα εξασφαλίζουν την ψυχική άνεση και την πνευματική ισορροπία. Επιτρέπουν τη ραθυμία. Οι αναθεωρητικές εποχές επιβάλλουν την επίπονη συνεχή εγρήγορση. Είναι αυτές που αναγκάζουν τον Ουναμούνο να φωνάξει : ''Δώστε μου πίσω την ψυχή μου !''. Ιδού τί γράφει, στα 1912, τόσο νωρίς, στο ''Τραγικό νόημα της ζωής'' : ''Σας μίλησα για την ουσία του καθολικισμού. Και στην απογύμνωσή του από την ουσία του, δηλαδή στον αποχριστιανισμό της Ευρώπης, συνέβαλαν η Αναγέννηση, η Μεταρρύθμιση και η Γαλλική Επανάσταση, αντικαθιστώντας το ιδεώδες μίας αιώνιας υπέργειας ζωής με το ιδεώδες της προόδου, του Λόγου, της επιστήμης ή μάλλον της Επιστήμης με κ ε φ α λ α ί ο Ε. Η τελευταία λέξη της μόδας, που κυκλοφορεί σήμερα από κάθε άλλη, είναι η Κουλτούρα.'' Και κατά το δεύτερο ήμισυ του δέκατου αιώνα, εποχή αφιλοσοφική και τεχνοκρατική, κυριαρχούμενη από τη μυωπική εξειδίκευση και από τον ιστορικό υλισμό, το ιδεώδες αυτό εκδηλώθηκε με μία εκλαίκευση - προς όλες τις κατευθύνσεις - του επιστημονικού ή μάλλον του ψευδεπιστημονικού λόγου, που κατέκλυζε τις φθηνές και φατριαστικές δημοκρατικές βιβλιοθήκες. Η επιστήμη ήθελε έτσι να λαϊκοποιηθεί, σαν ν' απέκειτο σ' αυτή να κατεβεί στο επίπεδο του λαού και να υπηρετήσει τα πάθη του, αντί ν' ανυψωθεί ο λαός ίσαμ' αυτή και με τη βοήθειά της να προχωρήσει ακόμη ψηλότερα, σε νέες και βαθύτερες επιδιώξεις...

  Ο τραγικός εκείνος δόκτορας [Ο Φάουστ], βασανιζόμενος από το ίδιο βάσανο που βασανίζει σήμερα κ' εμάς, συναντά τελικά την Ελένη, που δεν είναι άλλη - έστω και αν δεν το είχε υποπτευθεί ο Μάρλοου - από την αναγεννώμενη Κουλτούρα. Και σ' αυτό το ''Φάουστ'' του Μάρλοου υπάρχει μία σκηνή που αξίζει ολόκληρο το δεύτερο μέρος του ''Φάουστ'' του Γκαίτε. Ο Φάουστ λέει στην Ελένη : ''Γλυκειά Ελένη, κάνε με αθάνατο μ' ένα φιλί''. Εκείνη τον φιλεί κ' εκείνος αποκρίνεται : ''Τα χείλη της ρουφούν την ψυχή μου, κοιτάξτε την πώς φεύγει ! Έλα, Ελένη,δώσε μου πίσω την ψυχή μου ! Θέλω να μείνω εδώ, γιατί ο ουρανός είναι μέσα σ' αυτά τα χείλη και καθετί, που δεν είναι Ελένη δεν είναι παρά σκουριά''. Δώσε μου πίσω την ψυχή μου ! Να η κραυγή του Φάουστ, του δόκτορα, όταν, αφού εφίλησε την Ελένη, πηγαίνει στον παντοτεινό χαμό...Γιατί η Ελένη, με τα φιλιά της, μας κλέβει την ψυχή. Κ' εκείνο που επιθυμούμε και χρειαζόμαστε είναι η ψυχή - και μάλιστα μία ψυχή ''ουσιαστική'' (κατά την μετάφραση Κ.Π. Καλλιγά). Ύστερ' από μισόν αιώνα ποιάν ανταπόκριση θά 'βρισκε η γεμάτη αγωνία κραυγή του Φάουστ του Μάρλοου και του Ουναμούνο ; Ίσως κάποια ερμηνεία να υπάρχει στις σελίδες που ακολουθούν.

   Η συνείδηση του Μεταίχμιου είναι η πιο χαρακτηριστική από τις συνειδήσεις του εικοστού αιώνα. Η σχετική διεργασία έχει αρχίσει από πολύ μακριά. Ολόκληρος ο δέκατος ένατος αιώνας, για να μην πάμε ακόμη μακρύτερα, υπήρξε αιώνας προπαρασκευής. Αντικατέστησε το ζωντανό πλάσμα και τον άνεμο με τον ατμό. Ο πεζοπόρος, το υποζύγιο, ο άνεμος στα φτερά του μύλου ή στο πανί του καραβιού, σε κάθε παραγωγή έργου, παραχώρησαν τη θέση τους σε μία καινούρια δύναμη, πολύ λιγότερο προσωπική και πολύ περισσότερο αποδοτική. Έπειτα ο ηλεκτρισμός. Τέλος, η ατομική ενέργεια, η καταπληκτική (ο χαρακτηρισμός δεν είναι υπερβολικός) επανάσταση του εικοστού αιώνα. Και, παράλληλα, ο φιλοσοφικός θετικισμός, ο φιλοσοφικός υλισμός και ο άθεος υπαρξισμός. Ο Αύγουστος Κόντ, ο Κάρολος Μάρξ, ο Λουδοβίκος Μπύχνερ, ο Ερνέστος Χάϊκελ, ο Μάρτιν Χάϊντεγκερ και ο Ζάν-Πώλ Σάρτρ άνοιξαν τους φαρδιούς δρόμους προς την ολοκληρωμένη αντιμεταφυσική. Όλα τούτα που μνημονεύονται μόνο υπαινικτικά εδώ πέρα αποτελούσαν, από μία άποψη, την αρχή ενός τέλους, από μία άλλη άποψη, τη θεμελίωση ενός μετασχηματισμού.

   Ήδη, πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο Οσβάλδος Σπένγκλερ, στο σύγγραμά του ''Untergang des Abendlandes'' (Η Δύση της Εσπερίας), προανήγγειλε το θάνατο του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και, χωρίς να το επιδιώξει, έθρεψε την τραγική παρεξήγηση του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και μετά το δεύτερο πόλεμο ο Άρνολντ Τόϋνμπη επισημαίνει την αλλοτρίωση του ιστορικού γίγνεσθαι από την αποκλειστική δυτική επιρροή. Τώρα που αρχίζει να γέρνει ο εικοστός αιώνας τα θέματα τούτα προβάλλονται καθαρότερα. Μολονότι οι επαληθεύσεις των προβλέψεων δεν είναι άμεσες και ολοκληρωτικές και μολονότι μερικά σημάδια των καιρών προδιαγράφουν παλινδρομήσεις προς μορφές θεωρούμενες νεκρές, σημειώνω τις σύγχρονες μεταφυσικές αναζητήσεις ή ταλαντώσεις που σπέρνουν ισχυρές αμφιβολίες και ξεγεννούν δισταγμούς, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως έχουμε εισχωρήσει ανεπανόρθωτα σε μία νέα ιστορική εποχή. Καθώς πάντοτε, έτσι και τώρα, ακούγονται συχνά πυκνά οι ολοφυρμοί των νοσταλγών του παρελθόντος. Ένα παρελθόν θρηνούσαν και οι φωνές που ακούστηκαν κάποτε στο Παλώδες, ανοιχτά των Παξών, στο απάνου Ιόνιο : ''Παν ο μέγας τέθνηκε''. Δε θ' αποκριθώ καθώς ο Παλαμάς : ''Ο Πάν δεν πεθαίνει''. Το βέβαιο είναι πως μισοπέθανε. Ο θρήνος ακούγεται και τώρα. Προέρχεται από ένα πλήθος συνομοταξίες : από τους επαγγελματίες των νεκρών μορφών ή τους συστηματικούς τυμβωρύχους, από τους προσηλωμένους στα παλιά σχήματα από πνευματική δυσκινησία ή από ψυχική στείρωση, από τους εχθρούς κάθε νέας μορφής, και μάλιστ' από τους ηθικολόγους. Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε πως δεν υπάρχει εποχή που να μη σιχαίνεται τον εαυτό της και να μην αναφέρεται με κατανυκτική ευγλωττία στους ''παλιούς καλούς καιρούς''. Οι ''Παλιοί καλοί καιροί'' είναι απλή κατασκευή. Γιατί ο άνθρωπος δεν έχει προχωρήσει ακόμη τόσο πολύ, ώστε να είναι ικανός να δημιουργεί παλιούς καιρούς. Εξόν αν θεωρήσουμε καλούς, και τούτο είναι από πολλές απόψεις σωστό, τους λιγότερο κακούς καιρούς. Αλλά ποιοί είναι αυτοί οι λιγότερο κακοί καιροί ;! Ίσως οι ολιγαρκέστεροι και οι ησυχότεροι. Είναι μία ιδέα κι αυτή.

   Μπορούμε λοιπόν να μιλούμε για ένα άλλο πολιτισμό. Οι προμνημονευόμενοι που συνδέουν αυτόματα τον πολιτισμό με μία περίπου αυστηρά καθορισμένη μορφή του είναι πολύ φυσικό να προσβλέπουν την εποχή σαν παλινδρόμηση και σαν ακύρωση. ''Έχουμε αποβαρβαρωθεί'', είναι το επιμύθιο που χρησιμοποιούν με άνεση. Αυτό θέλει να πει απλούστατα πως η τεχνολογική πρόοδος του εικοστού αιώνα ξαναγυρίζει τον άνθρωπο σε πρωτόγονες καταστάσεις. Απομένει στον καθένα να συλλογιστεί κατά ποιό ποσοστό έχει γίνει χειρότερος από τους αμέσους προγόνους του. Και πρέπει να πάρει για μέτρο τους αμέσους προγόνους του, γιατί αυτούς είχε την ευχέρεια κάπως να τους γνωρίσει. Αλλά τους γ ν ώ ρ ι σ ε ; Μπόρεσε ή πρόφτασε να τους νιώσει όχι σαν άτομα ξεμοναχιασμένα, να τους νιώσει σαν συλλογική έκφραση ενός κόσμου, ενός καιρού, ενός πολιτισμού, να τους α ξ ι ο λ ο γ ή σ ε ι ; Το πράγμα είναι πολύ αμφίβολο.

   Το συμπέρασμα είναι πως δεν υπάρχουν ιδανικές εποχές, καθώς δεν υπάρχουν και πραγματοποιημένοι ιδανικοί άνθρωποι. Και η κάθε εποχή αξίζει για το καλύτερο που μπόρεσε να προσφέρει, καθώς και ο άνθρωπος. Ο ιστοριογραφικός ρομαντισμός μας έχει προικίσει με άφθονες προκαταλήψεις. Η αναπόληση και η έμφυτη νοσταλγία ενός παρελθόντος μετασχηματισμένου με τη δύναμη της φαντασίας έχει καλλωπίσει μορφές συχνά ειδεχθέστατες και περιστατικά που δε θα επιθυμούσαμε να τα ζήσουμε ή να τα ξαναζήσουμε. Μερικές κοινόχρηστες όμορφες φράσεις, ξεφτίδ' από λόγους πανηγυρικούς, καρφώθηκαν μέσα μας. Και τις πιστέψαμε. Ιδού, χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι ''ένδοξοι πρόγονοι''. Σύμφωνοι, αλλ' ας μη λησμονούμε και τα θανάσιμα αμαρτήματά τους. Και ας κοιτάξουμε, μία φορά, και την ιστορική τους περιπέτεια από την ανάποδη. Ας θυμηθούμε τον Ιππία, μετά την κατάλυση των Πεισιστρατιδών, πολέμιο της πατρίδας του στην αυλή του ''μεγάλου βασιλέως''. Οργισμένος που οι Αθηναίοι, ταλαιπωρημένοι από τις αυθαιρεσίες του, του πήραν την εξουσία, πηγαίνει με το μέρος των εχθρών και οδηγεί τους Πέρσες στο Μαραθώνα. Ο Εφιάλτης από την Τρηχίνα οδηγεί, επίσης τους Πέρσες, στις Θερμοπύλες. Ο μεγάλος Θεμιστοκλής, ο νικητής της Σαλαμίνας, καταφεύγει κ' εκείνος στην περσική πρωτεύουσα, όχι αλλού, στην περσική πρωτεύουσα, λίγα χρόνια ύστερ' από τα αιώνια τρόπαια. Ο Παυσανίας, ο νικητής των Πλαταιών, πεθαίνει προδότης στο ναό της Αθηνάς, στη Σπάρτη. Ο Αλκιβιάδης φεύγει από τη Σικελία, εγκαταλείπει τους Αθηναίους στην τύχη τους και συνεργάζεται με τους Σπαρτιάτες. Οι μύριοι γίνονται μισθοφόροι των Περσών. Οι ''Έλληνες δεν προδίδουν την πατρίδα τους''.  Την προδίδουν !! Ο Πήλιος Γούσης, κατά τα νεότερα χρόνια, προδίδει τους μαρτυρικούς Σουλιώτες. Και κατά τα χρόνια τα δικά μας υπήρξαν χιλιάδες και χιλιάδες όσοι πήγαν με το μέρος των αντιπάλων κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ας αποφασίσουμε μία φορά να ιδούμε αληθινά τί συμβαίνει. Φοβούμαι τις απόλυτες εκφράσεις.

   Η Αθηναϊκή Δημοκρατία υπήρξε το άνθος μίας ιστορικής στιγμής. Και περισσότερο ''του πρώτου ανδρός αρχή'' παρά του λαού η αδέσμευτη έκφραση. Η αρχαία ελευθερία δεν ένιωθε καμία τύψη υποβάλλοντας σε τρομερή δοκιμασία την ελευθεροφροσύνη των Μηλίων. Και κρατώντας τετρακόσιες χιλιάδες σκλάβους στην Αττική των πλατωνικών διαλόγων. Οι δεκάξι σιδεροδεμένοι σκελετοί του Φαλήρου, μικρό δείγμα του αποτυμπανισμού των δούλων, είναι μαρτυρία φρίκης. Θέλω να δηλώσω και κατά τον κατηγορηματικότερο τρόπο πως δυσπιστώ απεριόριστα προς την ι σ τ ο ρ ι ο γ ρ α φ ι κ ή  π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Δυσπιστώ προς τους ιστοριογράφους που παρακολουθούσαν τους μεγάλους δορικτήτορες στις επικές εκστρατείες τους. Δυσπιστώ προς τ' απομνημονεύματα των ''ενδόξων ανδρών'', για τον απλούστατο λόγο ''ότι ουδείς ποτε την εαυτού σάρκα εμίσησε, αλλ' εκτρέφει και θάλπει αυτήν''. Δυσπιστώ προς τα ιστορικά συγγράματα που τυπώνονται από αρχές, εξουσίες, καθεστώτα, παρατάξεις, κοινωνικές ομάδες. Θα ήθελα κάποτε να βρεθεί ένας άνθρωπος να γράψει μίαν άλλη ιστορία. Να συμμαζώξει εδώ κ' εκεί τα λιγοστά που διασώθηκαν ανάμεσα στους αιώνες μηνύματα των ανώνυμων που έζησαν, πόνεσαν, χάρηκαν και που πέρασαν, χωρίς να στήσουν τρόπαια στο πέρασμά τους. Ίσως το μόνο τους τρόπαιο, και το ευγενικότερο, να ήταν το ότι μπόρεσαν να ζήσουν μέσα σ' ένα κόσμο, όπου το δίκαιο του ισχυρότερου είναι πάντα ο αμετάθετος νόμος.

   Λοιπόν, θα πρέπει ν' απελπιστούμε για τις εποχές, για τους λαούς, για τους πολιτισμούς ; Νομίζω πως όχι...

Συνεχίζεται...