Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

'' ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΙΔΙΑ, ΠΟΥ ΣΚΛΗΡΑ ΠΟΛΕΜΑΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ..ΣΤΗ ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ, ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΟΛΕΣ ΝΑ 'ΡΘΕΤΕ ΞΑΝΑ...'' Σ Ο Φ Ι Α Β Ε Μ Π Ω

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ
ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ, ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΤΟΥ 1940

Σ  Ο  Φ  Ι  Α  Σ     Β  Ε  Μ  Π  Ω




Κορυφαία Ελληνίδα τραγουδίστρια και ηθοποιός, δυναμική, ακούραστη, με πείσμα με φιλοδοξίες και όνειρα, μία ντίβα που λατρεύτηκε, μία γυναίκα που μίλησε στις καρδιές με την φωνή της, που αγάπησε παράφορα, αγαπήθηκε, διώχθηκε, τιμήθηκε και αναπαύτηκε με δόξα και τιμή.
   Κυρίες και κύριοι, η ''ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ '' Σ Ο Φ Ι Α  Β Ε Μ Π Ω.

 Το ημερολόγιο έδειχνε 10 Φεβρουαρίου 1910. Η ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΩ, γεννιέται στην Καλλίπολη της Θράκης. Ο πατέρας της Θανάσης, εργάζεται ως καπνεργάτης και κοπιάζει να μεγαλώσει τα παιδιά του, την Σοφία, την Αλίκη, τον Τζώρτζη και τον Αντρέα, μετά την μετανάστευσή τους στην Πόλη. Το 1914 στα πλαίσια της ανταλλαγής πληθυσμών με την Τουρκία, επί Κυβερνήσεως Ε. Βενιζέλου, η οικογένεια έρχεται στο Βόλο.
   Τα χρόνια δύσκολα, φτώχεια και πείνα. Η Σοφία μεγαλώνοντας λίγο, ψάχνει για δουλειά. Ξεκινάει να εργάζεται ως ταμίας σε γνωστό κατάστημα της περιοχής και επειδή της αρέσει η μουσική, αγοράζει μία κιθάρα και μαθαίνει να παίζει τις πρώτες νότες. Έτσι κάπως ξεκινάει η ιστορία της ζωής της.

  Το μεγάλο της ταλέντο, ανακάλυψε ένας ιμπρεσάριος, ο Κωνσταντίνος Τσίμπας, όταν την άκουσε να τραγουδά στην πλώρη του πλοίου Α/Π ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ, με το οποίο η Σοφία ταξίδευε από τον Βόλο προς την Θεσσαλονίκη, για να συναντήσει τον αδελφό της Τζώρτζη.
   Η πρώτη της εμφάνιση έγινε στο κοσμικό κέντρο της συμπρωτεύουσας ΑΣΤΟΡΙΑ. Ο κόσμος την αποθεώνει κάθε βράδυ και η φήμη της ταξιδεύει μέχρι την Αθήνα. Με τη σύμφωνη γνώμη των γονιών της, η Βέμπω, αποδέχεται την πρόταση μεγαλοεπιχειρηματία να κατεβεί στην πρωτεύουσα. Ήταν 10 Οκτωβρίου του 1933.

   Όλα είναι έτοιμα για να την υποδεχτεί το αθηναϊκό κοινό. Ντυμένη τσιγγάνα, η Βέμπω εμφανιζόταν με την κιθάρα της και ερμήνευε το ''Μία γυναίκα πέρασε''. Στην πρεμιέρα μάλιστα, όπως αναφέρεται  στην βιογραφία της, μόλις ολοκλήρωσε το πρόγραμμά της υποκλίθηκε και χάθηκε μέσα στα παρασκήνια. Στο ενθουσιασμένο κοινό, που την χειροκροτούσε, επίμονα εκείνο το βράδυ, εμφανίσθηκε 4 φορές !!! Στις πρώτες θέσεις κάθονταν ο Ορέστης Μακρής, ο Φώτης Αργυρόπουλος και η Μαρίκα Νέζερ.

   Υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο, ύψους 10.000 δραχμών ! Το καλλιτεχνικό όνομα Βέμπω, της δόθηκε από τον Πώλ Νορ.
  Η δισκογραφική εταιρεία Κολούμπια, αρνήθηκε να ηχογραφήσει τραγούδια της, επειδή η φωνή της δεν είχε το ''στυλ'' της εποχής. Δέχτηκε όμως η εταιρεία ΠΑΡΛΟΦΟΝ και μετά την επιτυχία του δίσκου της ''Μη ζητάς φιλιά'' , η Κολούμπια προσέγγισε την Βέμπω, με συμβόλαιο μεγάλης περιόδου.
   Η πρώτη της κινηματογραφική δουλειά, έγινε στην Αίγυπτο το 1937. Προσκεκλημένη να τραγουδήσει στο ''ΓΚΡΑΝ ΤΡΙΑΝΟΝ'' ως σούπερ Ελληνίδα ντίβα της εποχής, δέχεται την πρόταση ενός μεγάλου κινηματογραφικού παραγωγού του Τόγκο Μιζράχι, να γίνει η μούσα του στην νέα του ταινία που ετοίμαζε με τίτλο ''Η προσφυγοπούλα''.
   Ακολούθησαν γυρίσματα για λογαριασμό αμερικανικής εταιρείας που ήθελε την Ελληνίδα σταρ, οπωσδήποτε στα πλάνα του. Με θέα την Ακρόπολη και τον Εθνικό κήπο, η Σοφία Βέμπω έγραφε ιστορία !

  Αργότερα, θα παίξει και θα τραγουδήσει, στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη ''Στέλλα''. Υποδύεται την Μαρία που έχει τον ''Παράδεισο'' κι εμφανίζεται εκεί η Στέλλα.
   Την 28η Οκτωβρίου 1940 ο εκφωνητής του ραδιοφωνικού προγράμματος του Ζαππείου, Κώστας Σταυρόπουλος, διακόπτει ξαφνικά το τραγούδι της Βέμπω που ερμηνεύει ζωντανά το ''Μας χώρισε ο Πόλεμος''  και ανακοινώνει την επίθεση του Ιταλικού στρατού εναντίον της Ελλάδας. Ο πόλεμος ξεκινούσε και εκείνη σαν τρελή, βγαίνει στους δρόμους τρέχοντας και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι μίας φίλης της.
  Προσφέρει, εκείνη την εποχή, στο Ελληνικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες για να στηρίξει τον αγώνα εναντίον των κατακτητών. Η δική της αντίσταση είναι να συνεχίσει να τραγουδά. Μόνο που τα νέα της τραγούδια δεν μιλούν για την αγάπη πια, αλλά κρύβουν ειρωνεία και αστεϊσμούς για τον Ιταλό Μουσολίνι, μιλούν με περηφάνεια για τα παιδιά της Ελλάδας μας.


   Φτάνει μία μικρή ορχήστρα και τραγουδά στα νοσοκομεία, δίνοντας κουράγιο στους πληγωμένους στρατιώτες. Κάθε μέρα γινόταν αυτό, από τις 11 το πρωί μέχρι την 1 το μεσημέρι. Μετά τον άγριο ξυλοδαρμό της στο δρόμο, μετά από συστάσεις της Κομαντατούρ και έρευνες στο σπίτι της, οι Γερμανοί της αφαιρούν την άδεια εργασίας, για να μην τραγουδά. Η ζωή της πλέον κινδυνεύει. Διαφεύγει στην Μέση Ανατολή, με το υποβρύχιο ''Λάμπρος Κατσώνης '' με ένα άκρως καλά οργανωμένο σχέδιο, του ταγματάρχη Γιάννη Τσιγάντε.

  Στην Συρία, ζητά από την εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση, να εργαστεί άμισθη, ως νοσοκόμα στον Ελληνικό στρατό. Ο υπουργός Π. Κανελλόπουλος, έκανε δεκτό το αίτημα αλλά με την διαφορά να της δίνει έναν μισθό, 28 λίρες τον μήνα. Εκείνη τα αρνήθηκε λέγοντας πως είναι πολλά, την στιγμή που ο κόσμος στην πατρίδα πεινάει..
   Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, δύο χρόνια αφού είχε τελειώσει ο πόλεμος, εκτός από την βαλίτσα με τα προσωπικά της είδη, έφερε μαζί της και άλλες δύο. Μία με αναμνηστικά δώρα και μία άλλη με ευχαριστήριες κάρτες. Αλλά δυστυχώς, χωρίς δραχμή στην τσέπη. Η Σοφία όσο διάστημα έμεινε στο εξωτερικό, εμφανιζόταν αφιλοκερδώς στο ξένο κοινό για να το αφυπνίσει. Για να μην αφήσει ημέρα να περάσει που να μην υπενθυμίσει τον αγώνα της χώρας της για την ελευθερία.

   Το 1946 κι ενώ βρίσκεται στην Κύπρο, λαμβάνει ένα τηλεγράφημα από το συμμαχικό στρατηγείο : ''Ο συμμαχικός αγών σας οφείλει πολλά. Τιμής ένεκεν το συμμαχικό στρατηγείο επιθυμεί να είστε ο πρώτος επίσημος Έλλην πολίτης που θα υποδεχθούν τα ελεύθερα Δωδεκάνησα. Ελληνικόν πολεμικόν αεροσκάφος θα σας μεταφέρει την 16ην Φεβρουαρίου 1946 και ώραν 8 εις την Ελευθέραν Ρόδον''. Η υποδοχή της από τον κόσμο, στο νησί, ήταν μοναδική !!!

   Τον τίτλο '' Η τραγουδίστρια της Νίκης '' της τον απένειμε, ο ραδιοφωνικός σταθμός του BBC στην διάρκεια της κατοχής. Το ''Βάζει ο Ντούτσε την στολή του'' είναι παρωδία του δημοτικού τραγουδιού ''Πλέκει η Μάρω τα προικιά της'' του Γιώργου Θίσβιου.
 
    Ο αμερικανικός Τύπος της εποχής, είχε συγκρίνει την Σοφία Βέμπω με την Μάρλεν Ντήτριχ. Το 1959 σε μία συνέντευξή της στην ΥΕΝΕΔ και στον δημοσιογράφο Ανδρέα Μαμάκη είχε δηλώσει πως δεν είχε προσφέρει τίποτα σημαντικό στον πόλεμο, αφού συνάνθρωποί της είχαν χάσει χέρια και πόδια. ''Δεν έδωσα τίποτα απολύτως. Μία φωνή μόνο που εξακολουθώ να έχω''.

   Την δεκαετία του '60 κουρασμένη και καταβεβλημένη από τα προβλήματα της υγείας της, αραιώνει τις εμφανίσεις της. Το βράδυ των αιματηρών γεγονότων του Πολυτεχνείο, η Σοφία, ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματός της σε κυνηγημένους φοιτητές και τους κρύβει. Μένει σε μία πολυκατοικία, στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρη. Και δεν την ξανανοίγει, όσο κι αν οι άντρες της Κρατικής Ασφάλειας χτυπούσαν απ' έξω μανιασμένα και την απειλούσαν. ''Δεν φοβήθηκα τους Ιταλούς, θα φοβόμουν αυτούς ;'', δήλωνε σε συνέντευξή της αργότερα...

  Έναν άντρα αγάπησε και αυτός ήταν ο Μίμης Τραϊφόρος. Παντρεύτηκαν το 1957, μετά από πολλά χρόνια σχέσης και η Σοφία δήλωνε ερωτευμένη μαζί του, μέχρι το τέλος της ζωής της, όπως την πρώτη μέρα που τον συνάντησε. Όμως εκείνος, την είχε πληγώσει πολλές φορές με τις...εξωσυζυγικές του ερωτικές περιπέτειες. Αυτή ήταν και η αιτία που η Βέμπω τσακωνόταν πολλές φορές με νεαρές ηθοποιούς του εκάστοτε θεάτρου. Γιατί ήξερε...καταλάβαινε....

  Η μεγάλη κυρία, πέθανε από εγκεφαλικό στις 11 Μαρτίου του 1978. Ο Θάνατός της συγκλόνισε το Πανελλήνιο και τα τηλεοπτικά προγράμματα μετέδωσαν την είδηση με έκτακτα δελτία ειδήσεων. Την ημέρα της κηδείας της, αν και ήταν Καθαρή Δευτέρα, χιλιάδες κόσμου είχαν συγκεντρωθεί στο νεκροταφείο. Και ο τίτλος της εφημερίδας ''Βραδυνής 'έγραφε : ''Πρέπει να ξέρεις πως το δημοσία δαπάνη το εξασφαλίζουν μόνο οι τίμιοι και οι φτωχοί''...

[σ.σ. πληροφορίες από το βιβλίο ''Η γυναίκα Θρύλος '' του Ανδρέα Μοντέζ]


Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ΟΤΑΝ Η ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΜΑΣ...

'' ΣΕ ΒΥΘΟ ΠΕΦΤΕΙ ΑΠΟ ΒΥΘΟ
ΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΛΛΟΣ 
- ΕΚΕΙΘ' ΕΒΓΗΚΕ ΑΝΙΚΗΤΟΣ ''

''ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ''
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ



Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
'' Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ''
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ
ΑΘΗΝΑ 1984



                            '' Η ΠΡΩΤΗ  ΩΡΑ ''                                            

   ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ Η ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ. Η πρόταση φαίνεται αντιφατική κι ωστόσο δεν παύει ν' αντιπροσωπεύει μιάν αναντίρρητη πραγματικότητα. Ο ΣΟΛΩΜΟΣ το έχει τούτο διατυπώσει σ' έν' από τ' αποσπάσματα των ''ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΩΝ'' : ''Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος - εκείθ' εβγήκε ανίκητος''. Όταν κανείς τα χάσει όλα, όταν δεν του απομείνει καμία ελπίδα, όταν δεν έχει τίποτε να σώσει, τίποτε να φροντίσει, τότε, ξαφνικά, αισθάνεται, πως έχει απολυτρωθεί και πως μπορεί να επιχειρήσει τα πάντα. Υπάρχει μέσα στην άκρα απόγνωση μία φανερή ή κρυφή συνείδηση ελευθερίας - εκείνης ίσως της ελευθερίας του ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, που, κόβοντας όλους τους δεσμούς, έκοψε κι όλα τα δεσμά κι ανάσανε, για μία στερνή στιγμή, σε καθάριον αέρα.

  Αλλ' αν η απόγνωση δημιουργεί ένα κλίμα ελευθερίας, δημιουργεί συνάμα κ' ένα κλίμα αισιοδοξίας. Γιατί βρίσκεται μέσα στη φύση του ζωντανού ανθρώπου, ακόμη και μπροστά σε όλα τα αδιέξοδα, η αναζήτηση μίας διεξόδου. Κι όσο πληθαίνει η απόγνωση, τόσο εντονότερη γίνεται η προσδοκία του λυτρωμού.  Αν απαρνηθούμε, από μίας αρχής, το δικαίωμά μας να υπάρχουμε, θα έχουμε αναλάβει στάση παθητική, δηλαδή ολοκληρωτικά αντιφυσική. Με το να παρακολουθούμε τα γεγονότα δεν αντιδρούμε. Πρέπει να προσπαθούμε και κατά κάποιον τρόπο να τα εξουσιάζουμε. 
   Τούτη τη στιγμή ο κόσμος όλος αντιμετωπίζει και πάλι την άβυσσο, το μέγα χάσμα. Όλοι μιλούν για τη ραδιενέργεια, για το φοβερό ενδεχόμενο του πολέμου. Οι σεισμογράφοι εξαρθρώνονται, στα εργαστήρια άνθρωποι σοφοί καταμετρούν τα μικρομικροκιουρί (επιτέλους, τα μάθαμε κι αυτά !!), η παραφροσύνη δεν άφησε μόνο τους κάμπους, για να πάει στα βουνά, ξεπέρασε και τα βουνά και ταξιδεύει με τα σύννεφα. Πρόσωπα έγκυρα επισημαίνουν τον όλεθρο. Κ' έπειτα, εμείς νεκρολογούμε το Γαίγκερ και μιλούμε για ένα τρίτο ανθρωπισμό αντί να μιλούμε για ένα τρίτο πόλεμο. Δεν είναι φυσικό οι περίτρομοι που μας διαβάζουν να μας θεωρούν ανεδαφικούς, ανίκανους να συλλάβουν τις ζέουσες πραγματικότητες του καιρού μας, αθεράπευτους, τέλος, ρομαντικούς, που προσπαθούν να θρέψουν την ακατάλυτη πείνα τους με φευγαλέα οράματα ;
   Τα σύννεφα του θανάτου που προχωρούν με τελετουργική μεγαλοπρέπεια από τόπο σε τόπο δεν είναι φορτωμένα ιδέες, οράματα, χίμαιρες. Είναι φορτωμένα φονική ραδιενέργεια. Λίγο αργότερα, μας λένε, τα παιδιά θα γεννιούνται σακατεμένα και θα είναι βραχύβια, οι μεγάλοι θα πεθαίνουν από τη φοβερή αρρώστια του εικοστού αιώνα. Κι από την άλλη μεριά, άλλοι σοφοί, μας βεβαιώνουν πως πολύ σύντομα η φοβερή αρρώστια θα κατανικηθεί οριστικά. Οι λαμπρές επιτυχίες της ιατρικής επιστήμης μεγαλώνουν την αισιοδοξία, ετοιμάζουν έναν άνθρωπο κύριο της μοίρας του. Κι ο άνθρωπος αυτός, που δεν είναι προορισμένος να τελειώσει πρόωρα τη ζωή του, αλλά να εξαντλήσει το φυσικό της μήκος, μεγαλωμένο και τούτο, φαίνεται ακατανόητο ότι πρέπει οπωσδήποτε να χαθεί περισκεπασμένος από ένα ραδιενεργό σύννεφο.
  Ζούμε, αυτό είναι αναμφισβήτητο πια, σε μία πολύ αλλόκοτη εποχή. Από τη μία μεριά η ανθρώπινη επίνοια αποβλέπει σ' ένα ευτυχέστερο μέλλον, από την άλλη η ίδια επίνοια κάνει ευχερέστερο και πιθανότερο τον άμεσο θάνατο. Περπατούμε σε τεντωμένο σχοινί, προσπαθώντας να μη χάσουμε την ισορροπία μας. Αυτή, νομίζω, είναι η αυθεντικότερη συνείδηση του καιρού μας. Έχουμε την αίσθηση, πως ο πολιτισμός μας έχει φτάσει στην κορυφαία στιγμή του και τείνει ν' αυτοκαταλυθεί. Πως είμαστε πολύ περισσότερο πολιτισμένοι από τους προγενέστερους, πολύ περισσότερο ανοιχτόμυαλοι, πως έχουμε αιχμαλωτίσει τις φυσικές δυνάμεις και πως τίποτε άλλο δεν μας απομένει παρά να τις χρησιμοποιήσουμε για το καλό μας. Κι ωστόσο, για το καλό μας να τις χρησιμοποιήσουμε δεν το μπορούμε ακόμη. Αυτό φαίνεται να είναι η μόνη δυσκολία. Αλλ' είναι τόσο απλά τα πράγματα ; Όχι, δεν είναι ! Και, για να βρούμε μία εξήγηση, μπορούμε, αντιστρέφοντας το νόμισμα, να σκεφτούμε κάπως διαφορετικά. Να σκεφτούμε πόσες χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος έζησε σε κατάσταση ζώου, ζώο κι ο ίδιος ανήμερο, και πόσες χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τότε που άρχισε να δημιουργεί κάποιον πολιτισμό. Το σκέλος ανάμεσα στις δύο καταστάσεις είναι τρομακτικά ανοιχτό. Και για πολλούς ανθρώπους, πάρα πολλούς, εκατομμύρια ολόκληρα, περίπου δεν υπάρχει το δεύτερο σκέλος, δεν υπάρχει ο πολιτισμός. Οι κάτοικοι του Τριστάν ντα Κούνια, που έγινε ακατοίκητο από θεομηνία, μερικές εκατοντάδες ψυχές, όταν έφτασαν στην Αγγλία, όπου επρόκειτο να εγκατασταθούν οριστικά, έμειναν έκθαμβοι μπροστά σε όσα έβλεπαν. Μέσα στα παρθένα δάση της Αφρικής, στις βραζιλιανές πάμπες, στις αυστραλιανές μοναξιές ζουν άνθρωποι που μόλις έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο τους, μόλις έχουν απομακρυνθεί από τη μητρική αρχέγονη κτηνωδία ή και δεν έχουν καθόλου απομακρυνθεί. Όταν, λοιπόν, μιλούμε για πολιτισμό, πρέπει να εννοούμε το ένα τρίτο της ανθρωπότητας, και ίσως λιγότερο, κι όταν μιλούμε για υπερπολιτισμό, πρέπει να εννοούμε ένα ελάχιστο ποσοστό. Κι αν με προσοχή σκύψουμε κι απάνου από τούτο το ποσοστό, θ' ακούσουμε το προαιώνιο κτήνος να ουρλιάζει και να διεκδικεί τα δικαιώματα της ζούγκλας ακατανίκητο.

  Αναγκαίο συμπέρασμα : ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμη στην πρώτη του ώρα, ο πολιτισμός δεν έχει ξεπεράσει τον όρθρο του. Πέντε χιλιάδες χρόνια, αν είναι και τόσα, πολιτισμού δεν είναι τίποτε μπροστά στις εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια του βίου του ανθρώπου απάνου στη γη. Ώστε δεν υπάρχει, από την άποψη τούτη, καμία αιτία απελπισίας. Είμαστε στην αρχή. Και κάθε αρχή είναι δύσκολη. Ουσιαστικά τώρα ξεκινούμε. Και πώς να μην ξεκινούμε, όταν το ωμό κρέας είναι ο αμετάθετος στόχος της βουλιμίας μας ; Μας ξαφνιάζουν, βέβαια, τα επιτεύγματα της τεχνικής προόδου. Αλλά δεν ξέρουμε πόσα άλλα μας προσμένουν στα βάθη των χρόνων, ποιός μπορεί να είναι ο άνθρωπος ύστερ' από πενήντα, από εκατό χιλιάδες χρόνια. Ιδού λοιπόν ότι η απόγνωση του παρόντος μπορεί να γίνει αφορμή αισιοδοξίας για το μέλλον. Ας μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι οι άνθρωποι μόλις και κατά ένα ποσοστό έχουν εγκαταλείψει τη μυθολογική περίοδο του προϊστορικού και του ιστορικού τους βίου, για να μπουν στην επιστημονική. Και είναι πλάνη να πιστεύουμε πως η επιστημονική είναι η τελευταία. Θα περάσουμε κάποτε από τη μέθη της επιστημονικής παντοδυναμίας, για να σκύψουμε αποκλειστικότερα μέσα μας και ν' αναζητήσουμε τα στοιχεία που θ' αποκαλύψουν την πραγματική ανθρωπιά μας, αν, φυσικά, τέτοιο πράγμα υπάρχει. Κι αν δεν υπάρχει, ας αφήσουμε να το διαπιστώσουν όσοι θα ζήσουν ύστερ' από πενήντα κ' εκατό χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι ανάγκη να είμαστε κατηγορηματικοί και αποκαρδιωμένοι από τώρα. Βέβαια, τέτοιες διαπιστώσεις δεν μας κολακεύουν και πολύ. Αλλ' η αλήθεια είναι πως μας ταιριάζουν. Γιατί της ανθρωπιάς απαρασάλευτο υπόστρωμα είναι η απάρνηση της βίας. Και η βία είναι το άνθος, που εντατικά καλλιεργείται, με τη μιά ή με την άλλη μορφή, στους περισσότερους τόπους του κόσμου. Η βία εξευτελίζει το βιαστή και ταπεινώνει το βιαζόμενο. Η βία δεν είναι έκφραση πολιτισμού. 

   Λοιπόν, θα εξακολουθήσουμε να μιλούμε για τον τρίτο ανθρωπισμό ; Και, βέβαια, θα εξακολουθήσουμε. Γιατί και ο τρίτος ανθρωπισμός ανήκει στα ''μεγάλα οράματα''. Και τα μεγάλα οράματα είναι που προετοίμασαν τα ιστορικά γεγονότα, όσα βοήθησαν τον άνθρωπο να περπατήσει όσο περπάτησε, ν' ανακαλύψει την ανθρωπιά του σε όσο ποσοστό την ανακάλυψε. Τα μεγάλα οράματα καθιέρωσαν τους δρομοδείχτες της ανθρώπινης ιστορίας. Μπορούμε να συλλογιστούμε, τί θα μπορούσαμε να είμαστε χωρίς αυτά. Τί θα μπορούσε, επιτέλους, να είναι η προχωρημένη ανθρώπινη συνείδηση, όχι οι άνθρωποι, που την εκφράζουν στην περιοχή της άμεσης ενέργειας. Γιατί και τούτο είναι ανάγκη να σημειωθεί, πως όσοι διευθύνουν τις τύχες των λαών βρίσκονται σε α σ σ ύ μ ε τ ρ η ανταπόκριση με την προχωρημένη ανθρώπινη συνείδηση, αντί να της προσφέρουν την αρμόδια διατύπωση, καθώς θα έπρεπε. Μπορεί να ρωτήσει κάποιος : ''γιατί ;''. Γιατί  απλούστατα η εξουσία διαφθείρει και διαστρέφει. Όταν η εξουσία θα παύσει να διαφθείρει και να διαστρέφει, θ' αρχίσει κι ο κόσμος να γίνεται ουσιαστικά καλύτερος. Σήμερα ένας απλός άνθρωπος έχει το προνόμιο να είναι πολύ περισσότερο καλοπροαίρετος, πολύ περισσότερο επιεικής και συγγνωμονικός από τον άνθρωπο της εξουσίας. Και ο άνθρωπος της εξουσίας στην καθημερινή του ζωή, έξω από την περιοχή του δημόσιου χρέους του, μπορεί έτσι να είναι. Αλλ' ακόμη η εξουσία δεν έχει αποτοξινωθεί από τα βαρύτατα ελαττώματά της. Αν δημιουργούσαν την ιστορία οι απλοί άνθρωποι, θα είχαμε λιγότερα βαρυσήμαντα περιστατικά και περισσότερη ανθρωπιά. Αλλ' οι απλοί άνθρωποι είναι η λάσπη, ο ασβέστης και η πέτρα που οικοδομούν την ιστορία. Δεν είναι οι αρχιτέκτονες. Πολλές φορές οι απλοί άνθρωποι πειθαναγκάζονται ή και αναγκάζονται να δημιουργούν την Ιστορία. Δηλαδή βρίσκονται έξω, ουσιαστικά, από τη φορά των ιστορικών γεγονότων. Ακόμη και όταν φαίνονται ότι συμμετέχουν ολόψυχα. Έτσι συχνά η άσκηση της εξουσίας αποτελεί μία ολωσδιόλου αυτόνομη ενέργεια που υπακούει στους δικούς της νόμους, που κατέχει μία ιδιαίτερη δεοντολογία. Το ''δέον'' δεν είναι το ίδιο για τον άρχοντα και τον αρχόμενο. Ή και μόνος ο τρόπος, που εκφράζει το ''δέον''. Εννοώ τη βαναυσότητα. Γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που η εξουσία φρονεί, πως, όσο βαναυσότερη δείχνεται, τόσο πληρέστερα εκπληρώνει το χρέος της...

  Φίλος, που έζησε χρόνια και χρόνια στην Αφρική, στις μεγάλες πολιτείες, στα χωριά και στην ύπαιθρη χώρα, ήρθε να μου διηγηθεί για τα κοπάδια τις ύαινες, που, μόλις πέσει η νύχτα του δάσους, ξεκινούν από τις μακρινές τους μονιές και προχωρούν προς τις κατοικημένες περιοχές, για ν' αναζητήσουν τροφή. Περιζώνουν τ' απομονωμένα κατατόπια με τα γοερά τους ουρλιάσματα, τα ουρλιάσματα της πείνας, ανεβαίνουν στους σκουπιδοσωρούς κι ανασκαλεύουν τα πάντα απελπισμένες και καταβροχθίζουν τα ψοφίμια. Ζώα ανήμερα, οδηγημένα από μόνο το ένστικτο, αφιλοσόφητα και ανιστόρητα, ανεξέλεγκτα, μέσα σε αναρίθμητα χρόνια, σπέρνουν, όπου περάσουν, όπου σταθούν, τον ακατανίκητο, τον αρχέγονο τρόμο του δάσους.
   Μου έλεγε ακόμη ο φίλος, για τα λιοντάρια, που, μόλις χορτάσουν, ξαπλώνονται στους δρόμους της ύπαιθρης χώρας νωθρά και χωνεύουν, χωρίς να νοιάζονται για τους περαστικούς. Η πείνα είναι η μεγάλη υπόθεση της ερημιάς, ο κύριος και ο δεσπότης των πλασμάτων, που είναι καμωμένα από τις νύχτες της Αφρικής ή της Ασίας. Η πείνα εκφράζει την προαιώνια ανάγκη του υπάρχειν. Μιά τεράστια τυφλή δύναμη, που οδηγεί το κτήνος, που το εκθέτει σε κινδύνους, που γυμνάζει τις μαχητικές του ικανότητες, που δεν ξέρει άλλο νόμο από το νόμο της βίας.
  Μου έλεγε, τέλος, ο φίλος : ''Θυμήσου τον τρόμο του δάσους, θυμήσου τις ύαινες της Αφρικής. Ακόμη και στην Αιθιοπία, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, διασχίζουν τους δρόμους κοπάδια κοπάδια. Πρέπει να τις έχεις ακούσει να ουρλιάζουν, για να νιώσεις τι σημαίνει θηρίο ανήμερο. Εγώ τις άκουσα πολλές φορές και δεν μπορώ να τις λησμονήσω. Είμαι σύμφωνος μαζί σου. Βρισκόμαστε ακόμη στον όρθρο της Ιστορίας. Οι ύαινες είναι πολύ σιμά μας, κυκλοφορούν ανάμεσά μας, καμιά φορά χρειάζεται πολύς κόπος, για να μπορέσουμε να τις αναγνωρίσουμε''.
  Έτσι μού έλεγε ο φίλος. Είναι ένας απαισιόδοξος; Όχι, δεν είναι ! Προσέχει μονάχα, διαπιστώνει, συλλογίζεται και συζητεί, χωρίς να επιχειρεί, με κάθε τρόπο, να επιβάλει τη γνώμη του.
  Το σημαντικότερο είναι, φρονώ, να μη χάνουμε την πίστη μας στον άνθρωπο. Γιατί μέσα από στην ανθρώπινη ιστορία υπάρχει, παρ' όλα όσα θα είχε να της καταμαρτυρήσει κανείς, παρ' όλες τις εκτροπές και τις παλινδρομήσεις, ένα πνεύμα προόδου. Ο άνθρωπος εξελίσσεται. Το ζώο δεν εξελίσσεται. Ο σκύλος της κιβωτού του Νώε είναι ο ίδιος ο τσοπανόσκυλος της σύγχρονης εποχής. Μονάχα όπου επεμβαίνει ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί το βιολογικό είδος, να δημιουργηθούν φυλές τελειότερες, να κατορθωθούν, με σοφές διασταυρώσεις, εκπληκτικές ''ποικιλίες''. Πρόκειται για μία διαδικασία, που ουσιαστικά δεν ενδιαφέρει το ζώο. Το ζώο από μόνο του μένει το ίδιο. Τα λιοντάρια του λάκκου του Δανιήλ ή του Ανδροκλή δεν είναι διαφορετικά από τα σημερινά λιοντάρια. Και οι χήνες του Καπιτωλίου επιζούν ολοκληρωτικά μέσα στις σημερινές χήνες.

  Εκείνο, που συχνά μας αποκαρδιώνει, είναι το ούρλιασμα της ύαινας, που ακούγεται από τη μιά στην άλλη άκρη της Ιστορίας. Που, αν προσέξουμε, το ακούμε και τώρα. Έτσι αναγνωρίζουμε, πόσος λίγος χρόνος, πόσος λίγος τόπος έχει διανυθεί. Ο άνθρωπος δεν έχει απαλλαγεί ακόμη από την επιθυμία να κατασπαράξει τον άνθρωπο. Και δεν είναι, καθώς στο κτήνος, η πείνα μόνη που τον οδηγεί. Η πείνα είναι ένα περιστατικό κίνητρο. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για την επιθυμία ν' αυξήσει την υπεροχή του, να κατοχυρώσει την ατομική του προβολή, να εξουσιάσει και να το νιώσει πως εξουσιάζει, συντρίβοντας και καταδυναστεύοντας τους άλλους. Το πνεύμα του κακού δεν υπάρχει στην ύαινα. Η θηριωδία της δεν έχει ατομικό βάρος, είναι ηθικά ουδέτερη. Οι ανθρώπινες πράξεις, έξω από όσες η επιστήμη σχολαστικά προσδιορίζει, δεν είναι ηθικά ουδέτερες. Ολωσδιόλου αντίθετα, συνιστούν ευθύνη και πηγάζουν από μία είτε πλήρη είτε ελαττωμένη αυτοσυνειδησία. Αν δεν αποδεχτούμε την ευθύνη, φυσικά περιορισμένη, καταλύουμε την ηθική προσωπικότητα, καταλύουμε την έννοια του ανθρώπου.
   Ένας τεχνικός, από τους διασημότερους του καιρού μας και του τόπου μας, μου έλεγε κάποτε :
    - Η επιστήμη θ' απαλλάξει τον άνθρωπο από την ανάγκη να είναι κακός. Σε μία οργανωμένη και με όλα τα τεχνικά μέσα εξοπλισμένη κοινωνία, σε μία κοινωνία, που θα έχει ανάγκη την πείνα, που θα έχει εξασφαλίσει την άνεση και την ευζωία στα μέλη της, που θα έχει πολεμήσει την αρρώστια, οι αφορμές της θηριωδίας θα έχουν λείψει. Πρέπει να προσφέρουμε βιοτική επάρκεια, παιδεία, περίθαλψη, να καταστήσουμε τον πόλεμο απραγματοποίητο. Τότε ο άνθρωπος θ' ανακαλύψει και θα ζήσει την ανθρωπιά του.
    - Η επιστήμη και ωφελεί και θα ωφελήσει πολύ περισσότερο, του αποκρίθηκα. Αλλά λησμονείς τις ύαινες. Ύαινα δεν είναι, στις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, ο ολιγαρκής, ο ησύχιος, ο αφιλόδοξος, ο φιλέρημος. Ύαινα είναι ο καλλιεργημένος, ο ισχυρός, ο άνθρωπος που βρίσκεται έξω από την άμεση βιοτική ανάγκη. Σπανιότατα θα συναντήσουμε τη γνήσια ανθρωπιά ανάμεσα στους ανθρώπους, που κατέχουν στοιχεία υπεροχής. Και πολύ συχνά θα τη βρούμε σ' ένα περιγιάλι, ανάμεσα στους ταπεινούς ανθρώπους της θάλασσας, σ' ένα κάμπο ή σ' ένα βουνό, σιμά στους αποκαμωμένους ξωμάχους.

  Φοβούμαι πως μερικά πράγματα πρέπει να τολμήσουμε να τα συλλογιστούμε από την αρχή. Επειδή συμβαίνει κιόλας να μην αγαπούμε τα έτοιμα σχήματα. Ο Ιπποκράτης, στην ιατρική του δεοντολογία, καθόρισε : ''Ωφελέειν ή μή βλάπτειν''. Αυτό μπορεί να γίνει ριζιμιό λιθάρι και μίας ηθικής δεοντολογίας. Να ωφελούμε, όσο μπορούμε, όπου μπορούμε, και σε καμία περίπτωση να μη βλάπτουμε. Φυσικά, δεν είναι καθόλου εύκολο. Ακόμη και γιατί δεν είναι βέβαιο, ποιά είναι η ωφέλεια και ποιά η βλάβη. Και με ποιό τρόπο πρέπει να προσφέρεται η ωφέλεια και ν' αποφεύγεται η βλάβη. Ο πολιτισμός αρχίζει από το ένστικτο : όχι ολοκληρωτική απάρνηση, αλλά ιεράρχηση, ταξινόμηση και παροχέτευση του ενστίκτου. Το χρέος μας, κι ας το πρότεινε στην κοινή συγκατάθεση ο Ουάϊλντ, δεν είναι να γίνουμε τεχνητοί. Πρέπει να μείνουμε φυσικοί, να μην αγνοήσουμε τη βιολογική μας σύσταση, να μη σκοτώσουμε μέσα μας τις πηγές της ζωής, να μην παύσουμε να είμαστε αυθόρμητοι, γνήσιοι, ακέραιοι, αλλά και να προσαρμόσουμε την ενέργειά μας προς υψηλές και ανυστερόβουλες σκοπιμότητες. Το πρόβλημα της βίας με απασχολεί πάντα. Δεν παραγνωρίζω την ανάγκη μίας ''επιβολής εξουσίας'', που πολλές φορές μπορεί να πραγματοποιηθεί και με κάποια σκληρότητα (παιδαγωγικοί ή άλλοι παραπλήσιοι σκοποί), αλλά καταδικάζω τους συνεχείς βιασμούς της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που είναι το περισσότερο διαδεδομένο άθλημα του αιώνα μας. Και ακριβώς, για να δείξω την αποστροφή μου προς την όποια μορφή βίας, πήρα την ύαινα για υπόδειγμα. Γιατί συμβαίνει άλλα κτήνη, άλλα θηρία ανήμερα να έχουν ομορφιά, να έχουν λεβεντιά, να μην είναι γυμνά από αξιοπρέπεια, ενώ η ύαινα είναι σιχαμερή, ύπουλη, αποκρουστική.
   Ακόμα λοιπόν βασιλεύει σε τούτη την πλάση ο αρχέγονος τρόμος του δάσους. Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν δυναστεύεται μόνο από τον πανικό του θανάτου, δυναστεύεται και από τον πανικό που της προκαλεί ο άλλος άνθρωπος. Ο πρώτος πανικός έχει μεταφυσικό περιεχόμενο και συχνά αξιοποιεί σε υψηλά επίπεδα τη ζωή. Ο δεύτερος είναι βρώμικος, πεζός, φορτωμένος πολλή καθημερινότητα. Όσο ο άνθρωπος δεν απελευθερώνεται από τούτον, είναι μάταιο να ελπίζει σε μία καλύτερη μέρα. Ο Μαλρώ έγραψε κάποτε, πως ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα, που ξέρει πως θα πεθάνει. Η τραγική αυτοσυνειδησία. Αλλά δεν αρκεί η έγνοια του θανάτου, για να γεμίσει η εσωτερική ύπαρξη του ανθρώπου. Ούτε η απαλλαγή από την έγνοια του θανάτου είναι το μόνο, το αποκλειστικό μέσον, για να νιώσουμε τον εαυτό μας, όσο περισσότερο γίνεται, ελεύθερο.
   Υπάρχει μία ιστορία του πολιτισμού και μία ιστορία των πολιτισμών. Η πρώτη παρακολουθεί τη γενική ανθρώπινη πορεία προς κάποιο πολύ μακρινό και ίσως ανύπαρκτο τέρμα. Η άλλη βιογραφεί τις παροδικές πολιτιστικές αποκορυφώσεις εθνών και τύπων. Οι αποκορυφώσεις αυτές, όσο και αν μας γοητεύουν, όσο και αν δημιουργούν γόνιμες παραδόσεις, αφετηρίες για νέες επίμοχθες οδοιπορίες, δεν είναι παρά επεισόδια της ιστορίας. Αυτά τα επεισόδια παραδειγματίζουν και γονιμοποιούν. Αλλά το σύνολο του πολιτισμού προχωρεί αργά, με βήματα που το καθένα τους χρειάζεται πολλούς αιώνες ή και πολλές χιλιάδες χρόνια, για να πραγματοποιηθεί.

  Ο αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός υπήρξε, βέβαια, αξιοθαύμαστος. Μας αφήκε μνημεία του στοχασμού, του λόγου, της τέχνης, που τα θεωρούμε αναντικατάστατα. Αλλά δεν κατόρθωσε ν' απαρνηθεί τη δουλεία. Ακόμη και οι φιλόσοφοι είχαν σκλάβους, μερικοί φιλόσοφοι. Η Ρώμη εκυβέρνησε με στρατιωτική πειθαρχία, χωρίς επιείκεια, τους λαούς, που  συγκέντρωσε κάτω από τη σιδερένια της εξουσία. Το Βυζάντιο αγνόησε, κατά το μέγιστο τμήμα της ιστορίας του, το πλήθος. Οι Λουδοβίκοι της Γαλλίας ευνόησαν ένα πολιτισμό - αλλά μέσα στις Βερσαλλίες.
   Από όλους αυτούς τους κατά μέρος πολιτισμούς μπορούμε να ωφεληθούμε πολλά. Αλλ' ο ένας, ο οικουμενικός, ο πραγματικά ανθρώπινος πολιτισμός, ο πολιτισμός ο στηριγμένος στην ελευθερία, ελευθερία ατομική, ελευθερία του συνόλου, στη δικαιοσύνη, στην καλλιέργεια, στον ανοιχτό νου, στην ανοιχτή καρδιά, στην πραότητα, στην ανεξικακία, στην έλλειψη κάθε μισαλλοδοξίας, σε μία υπέρτερη ηθική, ''χωρίς υποχρέωση και χωρίς κύρωση'', όχι σε ηθικολογικές μικρολογίες, είναι υπόθεση του πολύ μακρινού μέλλοντος. Για την ώρα το χρέος μας είναι να διατηρούμε την πίστη μας στον άνθρωπο και την ψυχραιμία μας. ΝΑ ΜΗ ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΜΑΣ. Κάποτε, σε πολλές χιλιάδες χρόνια ίσως, θα βγούμε από την ''πρώτη ώρα'' της Ιστορίας και οι ύαινες θα παύσουν να ουρλιάζουν...

                                                      &&&&&&&&&&&&&&&&
                                         @@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@
******************************************************************************





Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

''Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΠΡΟΚΟΨΕΙ. Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΚΛΗΡΟΤΕΡΗ'', Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΙΟΙ

''..ΤΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΣΕ 
ΠΑΣΤΙΛΙΕΣ, ΟΙ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ
ΓΙΝΟΝΤΑΙ ''ΣΚΕΤΣ'', ΤΟ ''ΣΕΝΑΡΙΟ'' ΕΡΧΕΤΑΙ Ν'ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΕΝΑ
ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, 
ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΙ
ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΟΙΚΤΡΑ...''



Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

''Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ  ΑΝΘΡΩΠΟΣ''
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ
ΑΘΗΝΑ, 1984




''Η  ΜΕΤΕΩΡΗ  ΓΝΩΣΗ ''

  Συλλογίζομαι πολλές φορές αυτό που λέμε  συχνά στα παιδιά : ''Ο άνθρωπος σήμερα πρέπει να ξέρει πολλά πράγματα, για να μπορέσει να προκόψει. Η ζωή είναι σκληρή και γίνεται κάθε μέρα σκληρότερη''. Και, φυσικά, έτσι είναι. Οι επιστήμες αναπτύσσονται με το ρυθμό των κυττάρων, που έχουν παραφρονήσει. Το ένα κύτταρο διχάζεται, ύστερα τα δυό του κομμάτια μεγαλώνουν, φουσκώνουν, διχάζονται κ' εκείνα και σε λίγο σχηματίζουν νέα τέλεια κύτταρα. Οι πιο συνετοί κ' εκείνοι που είναι προικισμένοι με περισσή ολιγάρκεια περιορίζονται στον ιδιαίτερο χώρο τους και ησυχάζουν. Αλλά τούτο δεν διαρκεί. Γιατί πολύ σύντομα ανακαλύπτουν πως βρίσκονται ξεμοναχιασμένοι, μακριά από τον καιρό τους, χωρίς επαφή, χωρίς επικοινωνία με ό, τι ζωντανό και άφθονο θορυβεί ολόγυρά τους και προχωρεί. Οι άλλοι ασθμαίνουν : να ακολουθήσουν, να μάθουν, ν' αποταμιεύσουν ό, τι  προφτάσουν, να μη καταντήσουν ανεπίκαιροι, προτού γίνουν επίκαιροι. Σε λαούς μάλιστα, καθώς ο δικός μας, που μιλούν γλώσσες περιορισμένης ακτινοβολίας, η ανάγκη της γλωσσομάθειας δημιουργεί πρόσθετες μέριμνες κ' επιβάλλει πρόσθετους κόπους. Ο Άγγλος, ο Γάλλος, ο Γερμανός μπορεί και με τη γλώσσα του μόνη να σταδιοδρομήσει λαμπρά. Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι, είτε το επιθυμούμε είτε όχι, ν' αφιερώσουμε πολύτιμο χρόνο κ' επίσης πολύτιμη πνευματική δραστηριότητα, για να μάθουμε τη γλώσσα των άλλων. Και η μία δεν αρκεί. Χρειάζονται δυό γλώσσες. Και τρεις. Η Ελλάδα είναι γεμάτη ινστιτούτα ξένων γλωσσών. Και σε πολλές σχολές της μέσης παιδείας η εκμάθηση των ξένων γλωσσών έχει το προβάδισμα. Και τα ελληνικά, αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός, αποσκυβαλισμένα ήδη και από αιτίες άλλες, παραμερίζονται, παραμελούνται, καταφρονούνται. ''Εγώ'', μου έλεγε κάποιος, και άνθρωπος, όχι ασύνετος, ''έμαθα γερά ελληνικά στον καιρό μου. Τί το όφελος ; Τα παιδιά μου δεν επιθυμώ να τα ιδώ να πηγαίνουν στον πόλεμο ξερμάτωτα. Και μία ξένη γλώσσα είναι σπαθί. Αν μάθεις να τη χρησιμοποιείς καλά, αισθάνεσαι την αξιοπρέπειά σου να μεγαλώνει. Με καλά αγγλικά είσαι κάποιος. Με καλά ελληνικά δεν είσαι τίποτε. Άλλωστε, και να θέλεις, πού θα τα μάθεις σήμερα τα καλά ελληνικά ; Καλός κι άγιος είναι ο εκπαιδευτικός ρομαντισμός. Αλλ' εγώ προτιμώ να βρίσκομαι μέσα στην πραγματικότητα''. Θα ήμουν ο τελευταίος που θα έφερνε αντίρρηση σε τούτα τα λόγια. Να υπάρξεις χωρίς ξένη γλώσσα ; Δυσκολότατο, αν επιθυμείς να μη βρεθείς έξω από τον καιρό σου και να συμβάλλεις και συ στην προκοπή του τόπου σου και στην ατομική προκοπή σου.

  Και δεν είναι τούτο μονάχα. Ας συλλογισθούμε τί έπρεπε να γνωρίζει ο γιατρός του περασμένου αιώνα και τί πρέπει να γνωρίζει ο σημερινός. Ακόμη και αν περιοριστεί με αξιοκατάκριτη αποκλειστικότητα σ' ένα κλάδο, είναι υποχρεωμένος να μάθει περισσότερα από όσα κατά τον περασμένο αιώνα θ' απαιτούσε η άσκηση όλων περίπου των κλάδων της ιατρικής. Οι επιστήμες ήταν ακόμη τότε ''περιγεγραμμένες''. Σήμερα κατάντησαν ασύμμετροι αριθμοί. Όσο η έρευνα προχωρεί, όσοι οι ερευνητές πληθαίνουν, τόσο τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται και τόσο οι γνώσεις επισωρεύονται, η μία απάνου στην άλλη. Γίνονται και τα χρόνια της σπουδής περισσότερα. Και τούτο δεν συμβαίνει μόνο στην περιοχή της επιστημονικής δραστηριότητας. Συμβαίνει παντού. Όλοι επιθυμούν να είναι για πολλά πληροφορημένοι. Η εφημερίδα, το περιοδικό, η δημόσια ομιλία, το ραδιόφωνο φέρνουν στην αντίληψη του καθενός τα προβλήματα, τα αιτήματα, τις εφευρέσεις, τις ανακαλύψεις της στιγμής, οξύνουν την επικαιρότητα και ερεθίζουν τη γνωστική δίψα. Η εκλαίκευση δημιουργεί την ψευδαίσθηση, πως δεν υπάρχει χώρος του επιστητού απροσπέλαστος στην κοινή συνείδηση. Τ' αριστουργήματα του παρελθόντος μεταβάλλονται σε παστίλιες, οι πλατωνικοί διάλογοι γίνονται ''σκετς'', το ''σενάριο'' έρχεται ν' αντικαταστήσει ένα μνημείο του λόγου, παραμορφώνοντάς το και ακρωτηριάζοντάς το οικτρά. Όλοι βιάζονται να μάθουν τα πάντα, να αιχμαλωτίσουν τα πάντα, να μη βρεθούν απληροφόρητοι, να μη θεωρηθούν καθυστερημένοι. Και η επιφάνεια παίρνει τη θέση της ουσίας. Το βάθος γίνεται πλάτος. Η έκταση μεγαλώνει, αλλά δεν παρακολουθείται από την εσωτερική κατεργασία, που επιτρέπει στον αποδέκτη πλουσιότερα να αισθανθεί το αντικείμενο της γνωστικής του δίψας και πλουσιότερος ο ίδιος να γίνει. Όλα προσφέρονται έτοιμα, καθώς τα ρούχα, καθώς τα παπούτσια. Αν έρχονται σε κάποιους φαρδιά και σ' άλλους στενά, δεν πειράζει ! Και είναι πολύ λίγοι εκείνοι που νιώθουν, πως με τούτον τον τρόπο η γενική καλλιέργεια όσο πλατύτερη τόσο και ρηχότερη γίνεται, μία φλούδα, που μόλις κατορθώνει να καλύψει την επιφάνεια και που εύκολα ραγίζει και σπάζει.


Από την άλλη μεριά, η παραμέληση του ουσιώδους, παρά τη γενική απαίτηση, καθολικεύεται. Ή, σωστότερα, το ουσιώδες και το επουσιώδες συγχέονται, η διακριτική εξουσία του πνεύματος ατονεί, η ψυχή συνηθίζει να τρέφεται με τυποποιημένες τροφές, κατεψυγμένες ή διατηρημένες σε τενεκεδένια κουτιά, ακριβώς όπως συμβαίνει και στο σώμα. Άλλοτε η μόρφωση ήταν σωστή εσωτερική περιπέτεια. Σήμερα, στις περισσότερες τουλάχιστο περιπτώσεις, είναι απλό εφόδιο ζωής. Κάθε στιγμή αναρωτιούμαστε, τί ευνοεί την επαγγελματική μας ευδοκίμηση και την κοινωνική προβολή μας και τί όχι. Υπάρχουν βιβλία της τελευταίας στιγμής, που αντιπροσωπεύουν την πνευματική επικαιρότητα. Μολονότι δεν τον αξίζουν τον κόπο, ο πάταγος που συνοδεύει την προβολή τους είναι πολύς. Κι ο καθένας αισθάνεται μειωμένο τον εαυτό του, αν δεν τα διαβάσει. Να τα διαβάσει, χωρίς και να τα στοχαστεί. Γιατί ο ρυθμός της ζωής ολοένα επιταχύνεται, τα περιθώρια στενεύουν, οι ευκαιρίες γίνονται σπανιότερες, ο χρόνος αλλοφρονεί. Κατέχουμε τη συνείδηση πως είναι ανάγκη να σπεύδουμε. Προς πού να σπεύδουμε ; Τούτο καλά καλά δεν το έχουμε ξεκαθαρίσει. Πολύ συχνά ανακαλύπτουμε πως δεν ξέρουμε τί ζητούμε. Αρκεί να μη χάσουμε το λεωφορείο. Αυτό είναι όλο ! Αρκεί να προσφέρουμε στους άλλους εκείνα που απαιτούν από μας, χωρίς κ' εκείνοι να ξέρουν για ποιά βαθύτερη αιτία τα απαιτούν. Έτσι υπακούει και η γνώση στο γενικό αίσθημα του πανικού. Λίγοι είναι όσοι με αυστηρή αυτοπειθαρχία κατορθώνουν ν' απομείνουν εσωτερικά ψύχραιμοι, χωρίς να χάσουν την επαφή τους με τον ολόγυρα κόσμο.
   Η ΜΕΤΕΩΡΗ ΓΝΩΣΗ είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του καιρού μας. Σήμερα οι νέοι άνθρωποι μαθαίνουν πολύ περισσότερα από όσα μάθαιναν άλλοτε, αλλά και πολύ αναιμικότερα. Λείπει η συνείδηση του βάθους. Και δεν είναι βέβαια το λάθος δικό τους. Οι σύγχρονες βιοτικές αναγκαιότητες αποκλείουν την περισυλλογή. Χρειάζεται αληθινός ηρωϊσμός, για να μπορέσει κανείς ν' αποτρέψει την εσωτερική του διάσπαση, για να μπορέσει ν' αφιερωθεί σε βαρύ και μακρόχρονο έργο, για ν' αναλάβει μία αποστολή ζωής, για να υπακούσει σ' ένα αίτημα διάρκειας. Σχεδόν έχουμε χάσει τη συνείδηση της διάρκειας. Και για τούτο δεν μπορούμε να κατακτήσουμε στο σωστό τους μέτρο και τα έργα που προέρχονται από συνείδηση διάρκειας και απευθύνονται στον αδιάσπαστο χρόνο.

Η θαυμαστή κληροδοσία των αιώνων μας βρίσκει αντίκρυ της βιαστικούς. Καθώς είναι οι περιηγητές, που ανεβαίνουν στην Ακρόπολη, ενώ το αυτοκίνητο περιμένει κάτω στην είσοδο, έτοιμο να φύγει στην ώρα του. Όλα είναι ''προγραμματισμένα'' - ο όρος ανήκει στο λεξιλόγιο της εποχής. Υποχρεωμένα να χωρέσουν σε αυστηρά καθορισμένο διάστημα χρόνου. Και όχι μόνο η επίσκεψη των αρχαιοτήτων. Guarda e passa ! Ιδού η εμβληματική φράση του οικοσήμου μας : ''κοίτα και πέρνα !''. Πώς, όσο κι αν είναι κανείς προετοιμασμένος, να συλλάβει το θαύμα μέσα σε μία και μόνη στιγμή, να το αποθησαυρίσει κι σιωπηλά να το ''επεξεργασθεί'' μέσα του ; Λοιπόν, πρέπει να ομολογηθεί πως, από την άποψη τούτη, ο σύγχρονος κόσμος είναι κόσμος θεατών. Πόσοι έχουν τον καιρό, έξω φυσικά από τους ειδικούς, να σπουδάσουν ένα φιλοσοφικό σύστημα, ν' αφιερωθούν σ' ένα έργο τέχνης του λόγου, προσπαθώντας ολοκληρωτικά να το κατακτήσουν και ουσιαστικά να το οικειοποιηθούν ; Η επιπόλαιη γνωριμιά είναι η συνηθέστερη. Κι ωστόσο, ποσα θα είχαμε να κερδίουμε όλοι μας, να κερδίσει αυτός ο περιπλανώμενος πολιτισμός μας, αν κατορθώναμε να επιστρέφουμε πότε πότε στις πηγές, αντλώντας το ''ύδωρ το ζών'' από τα βαθιά πηγάδια του παρελθόντος και επικοινωνώντας με τα έργα που επήγασαν από ακαταμέτρητη σιωπή, από πολλή εσωτερική επεξεργασία κ' εστάθηκαν ακατάλυτα μέσα στο χρόνο !!

  ΣΕ ΚΑΜΊΑ ΕΠΟΧΉ το επίκαιρο δεν είχε σε τόση έκταση υποσκελίσει το παντοτεινό και το ανεπίκαιρο όσο στη δική μας. Το φαινόμενο παίρνει σιγά σιγά τη μορφή αρρώστιας. Είναι μία ακατάσβεστη λαιμαργία : όσο τρέφεται, τόσο πιο άπληστη γίνεται. Αν για μία στιγμή ηρεμήσει το σύμπαν, αν για μία στιγμή δεν ανανεωθούν τα ενδιαφέροντά μας, αισθανόμαστε πως σταματήσαμε, πως μουδιάσαμε, πως παλιώσαμε. Γιατί τα πάντα έχουν καταντήσει πολύ επείγοντα και πολύ φθαρτά. Το πνεύμα του κινηματογράφου έχει διαποτίσει βαθιά τη ζωή μας, η εναλλασσόμενη εικόνα, που στέκεται για λίγο μπροστά στα μάτια μας και φεύγει, για να δώσει τη θέση της σ' άλλη εικόνα. Έτσι όλα περνούν βιαστικά. Και μας μαθαίνουν να τα προσπερνούμε κ' εμείς βιαστικά. Και να μην απομένει μέσα μας άλλο από μία μ ε τ έ ω ρ η  μ ν ή μ η, ένα θαμπό και φευγαλέο απείκασμα, που επιτείνει, αντί να χαλιναγωγεί, την αβεβαιότητα των καιρών...

                                                                         ***************
                                                      ^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^
                                      ####################################################