Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

ΜΥΘΟΣ...ΠΑΡΑΜΥΘΙ...ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΨΕΜΜΑ, ΣΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ ΣΑΝ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟ ΓΑΪΤΑΝΙ ΖΗΤΟΥΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΛΕΜΜΑ...

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη...δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι
ν' αρχινίσει...

''Τα Τρία Παιδιά και ο Γέρος''
Αυστριακό Παραμύθι

  Μιά φορά ήταν ένας φτωχός με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του. Πήγαινε μεροκάματο μεροδούλι-μεροφάϊ και ζούσανε όπως-όπως. Αρρώστησε όμως και πέθανε και τα παιδιά του αποφασίσανε να ξενητευτούνε, να βρούνε καλύτερη τύχη και πήρανε το δρόμο προς την Πολιτεία. Εκεί που πηγαίνανε βρίσκουνε σ' ένα χωράφι κοντά ένα Γέρο ¨τους ρώτησε πού πάνε.
 - Πάμε να βρούμε κανένα αφεντικό να δουλέψουμε.
  Τους λέει ''ελάτε μαζί μου'', και πήγανε.
  Στο δρόμο που πηγαίνανε, πετάξανε από ένα χωράφι σπαρμένο κάτι κουρούνες. Λέει ο μεγάλος :
 - Δεν ήτουνε νά 'χαμε τόσα πρόβατα όσες κουρούνες είναι και να τα βόσκω εγώ να γίνω μεγάλος τσοπάνης !!
 - Εγώ θα κάνω τις κουρούνες πρόβατα, λέει ο Γέρος, μα να θυμάσαι όποιος περαστικός σου παρουσιαστεί θα τον φιλεύεις, θα του δίνεις ό, τι έχεις.
 - Μετά χαράς, είπε το παιδί. Τότε είπε ο Γέρος στις κουρούνες που είχανε μαζευτεί πάνω σ' ένα δέντρο κι αμέσως κατεβαίνουν στο χωράφι και γίνανε πρόβατα. Οι άλλοι τραβήξανε.
 - Νάτανε λέει τα σκοίνα τούτα όλα ελιές, να τις σκαλίζω, να τις κοπρίζω, να κάνουνε καρπό, νάχωμε λάδι όλο το χρόνο, λέει το δεύτερο παιδί.
 - Θα στο κάνω το χατήρι, λέει ο Γέρος, μα σε όποιον περνά να του δίνεις λίγο λαδάκι χάρισμα.
 - Ορισμός σου είπε και τούτος, ο Γέρος είπε κάτι λόγια κρυφά, νά η πλαγιά γέμισε λιόδεντρα.
   Ο πιο μικρός έμεινε με το Γέρο. Φτάσαν στην
Πολιτεία. Εκεί περάσανε από κάποιο αρχοντικό όπου ετοιμάζανε μιά Νύφη, τη στολίζανε με τραγούδια και βιολιά, φέρνανε τα προικιά της.
 - Ποιόν θα κάνετε γαμπρό ; ρωτά ο Γέρος. ''Εγώ έχω τούτον τον ψυχογιό μου, φωνάξτε όποιον θέλετε και τον ίδιο το γαμπρό σας και να ιδούμε είναι άξιος να κάνει ό, τι ξέρει ο δικός μου ;''.
  Φωνάζουνε το Γαμπρό, του δίνει ο Γέρος ένα ραβδί στο χέρι, δίνει ένα και στο παιδί και τα φυτέψανε στη γης. Την άλλη μέρα τί να δούνε ; Το ραβδί του γαμπρού έμεινε καθώς τό 'χε φυτέψει και τ' άλλο είχε γίνει ολόκληρο δέντρο με φύλλα και κλώνια. Λοιπόν δώσανε σ' αυτόν τη νύφη, γίνηκε ο γάμος με χαρές και φαγοπότια, έφυγε ο Γέρος.
   Σε λίγο καιρό πήγε στο μαντρί του πρώτου, ντύθηκε όμως κουρέλια, κι έκανε τον άρρωστο.
 - Βοήθησέ με, κι άφησέ με να ξεκουραστώ, λέει του Τσομπάνη, έχω μέρες νηστικός, είμαι κι άρρωστος..
 - Σύρ' αποδώ, μη μας κολλήσεις την αρρώστια σου, είπε αυτός ο άσπλαχνος, ούτε μου περισσεύει τίποτα.
 - Καλά φεύγω, λέει ο Γέρος, μα τα πρόβατα που ήταν πριν κουρούνες, πάλι κουρούνες να γίνουνε..!
  Κι αμέσως πετάξανε μπροστά τους οι μαύρες κουρούνες κι ο τσομπάνος έμεινε με τη γκλίτσα του !

  Πάει, βρίσκει τ' άλλο παιδί που είχε χτίσει και λιοτρίβι, του ζητά λίγο λαδάκι να βάλει στις πληγές του, μα τον έδιωξε κι αυτός. Αμέσως οι ελιές ξαναγίνανε σκοίνα, σείστηκε το λιοτρίβι και γκρέμισε !
  Πάει σε κείνον που τον πάντρεψε, χτυπά την πόρτα του αρχοντικού του, ζητά να τον βάλουνε στο κατώϊ να κοιμηθεί λίγο τη νύχτα που ήτανε άρρωστος. Αντίς για το κατώϊ τον πήρανε μέσα στο λουτρό.
 - Δεν με σιχαίνεσαι που είμαι όλο πληγές ;
 - Άνθρωπος είσαι, γιατί να σιχαθώ ; Θα βρούμε και γιατρικό για τις πληγές σου..
  Τον τραπεζώνουνε, τον κοιμίζουνε σε καθαρό κρεββάτι. Την άλλη μέρα τους έδωσε γνωριμία ποιός ήτανε και τον κρατήσανε κοντά τους, ζήσανε όλοι μαζί καλά κι αγαπημένοι κι εμείς καλύτερα...!

''Το Τελευταίο Παραμύθι της Γιαγιάς''
Ισπανικό Παραμύθι


   - Καλή μας γιαγιά, πες μας ακόμα ένα παραμύθι, παρακαλούν τα εγγονάκια.
  Μα η γιαγιά κουνάει το κεφάλι.
 - Αρκετά είπαμε σήμερα. Άλλη φορά, τους λέει.
 - Αχ, χρυσή μας γιαγιακούλα, ένα μόνο, ένα μικρούτσικο πες μας !
 - Θα σας πω ένα, μα δε θα μου ζητήσετε άλλο.
 - Ναι, ναι γιαγιακούλα..
  Και η καλή γιαγιά ξαναρχίζει :
  Μιά φορά κι ένα καιρό ήταν ένας τσοπάνος κι έβοσκε το κοπάδι του σ' ένα ωραίο καταπράσινο λιβάδι. Είχε χίλια πρόβατα, τα πρόβατα έφαγαν γρήγορα το χορτάρι κι έπρεπε να βρει μιάν άλλη βοσκή.
  Μάζεψε λοιπόν το κοπάδι ο καλός βοσκός και ξεκίνησε. Αυτός μπροστά με τη φλογέρα και πίσω του τα πρόβατα στη σειρά : Ένα άσπρο, ένα μαύρο, ένα άσπρο, ένα μαύρο, όλο έτσι. Τελευταίος πήγαινε ο σκύλος ο Μαλλιαρός, που ήταν κατάμαυρος..
  Δεν πέρασε πολλή ώρα και φτάσανε σ ένα ποτάμι. Πάνω στο ποτάμι ήταν ένα γεφύρι τόσο στενό που δε χωρούσε να περάσουν δυό πρόβατα μαζί. Πέρασε λοιπόν το γεφύρι πρώτος ο τσοπάνος. Κι από πίσω του έρχονταν τα πρόβατα. Πρώτα ένα άσπρο πρόβατο, ύστερα ένα μαύρο, έπειτα ένα άσπρο και πίσω του πάλι ένα μαύρο, ύστερα...
 - Κι ύστερα, γιαγιά ;...
 - Ύστερα πάλι ένα μαύρο πρόβατο και πίσω ένα μαύρο και πάλι...
 - Ως πότε γιαγιά ;
 - Τί να σας κάμω ; Πρέπει να περιμένετε ώσπου να περάσουν απ' το γεφύρι πρώτα όλα τα πρόβατα και τελευταίος ο σκύλος ο Μαλλιαρός με το κατάμαυρο μαλλί.
 - Γιαγιάκα, λέει ο μικρούλης ο Κωστάκης, ώσπου να περάσουν όλα τα πρόβατα μπορείς να μας πεις ακόμα ένα μικρό παραμύθι ;
 - Α, εσύ είσαι πολύ πονηρός, λέει η γιαγιά. Ας είναι, δε θα σας χαλάσω το χατήρι. Όμως να ξέρετε, αυτό θα είναι το τελευταίο παραμύθι και να μη γυρεύετε άλλο..


  Και η γιαγιά ξαναρχίζει :
 Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο δάσος. Και μέσα στο δάσος ζούσε ένας κυνηγός. Πάνε πολλά χρόνια από τότε.
  Ο κυνηγός είχε δυό σκυλιά. Το ένα το σκυλί τόλεγαν Μ ή ν τ ο λ ε ς και το άλλο τόλεγαν Π έ σ τ ο. Παράξενα αλήθεια ονόματα. Και να το θυμάστε γιατί εγώ τα ξεχνάω.
  Τα σκυλιά ήταν γρήγορα και κυνηγούσαν πολύ καλά. Βγήκαν λοιπόν στο κυνήγι. Μπροστά πήγαινε το πρώτο σκυλί...πώς τόλεγαν είπαμε ;
 - Μήν-το-λες ! φώναξαν τα παιδιά.
 - Ε, αφού δε θέλετε να το πω κι εγώ δεν το λέω, είπε η γιαγιά...
  Τα παιδιά σκέφτονται λίγο και ύστερα φωνάζουν :
 - Α, γιαγιάκα μας γέλασες ! Σε παρακαλούμε πέστο !! ''Πέστο'' τόλεγαν το πρώτο το σκυλί.
 - Ψέμματα, λέει η γιαγιά. Τόλεγαν ''Μήντολες'' και μήντολες θα μείνει..!


                                                               *****************


Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

''Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΠ' ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, Ο ΠΙΟ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ...''

''ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ  ΤΗΣ  ΤΕΧΝΗΣ''
Αναγέννηση - Μανιερισμός - Μπαρόκ 
ARNOLD  HAUSER 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΒΟΣ
ΑΘΗΝΑ, 1980



''Το πλάτος της παιδείας του συγγραφέα είναι αξιοθαύμαστο. Παρόλη την ανάγκη για συμπίεση που του επιβάλλει η τρομακτική έκταση του υλικού του, πολλές φορές πετυχαίνει εκπληκτικές συλλήψεις στις περιγραφές φαινομένων σ' όλη τους την πολυπλοκότητα και την εσωτερική σύγκρουση. Η λαμπρή του μελέτη για τον Σαίξπηρ κι η προσωπικότητα του Τολστόϊ, λ.χ., ανήκουν στις καλύτερες σελίδες που έχω διαβάσει ποτέ γύρω από την περίπλοκη φύση της μεγαλοφυίας...''

                                                                  ΤΟΜΑΣ ΜΑΝΝ

 
Τόμας Μαν


Η Έννοια της Αναγέννησης

   Το πόσο αυθαίρετη είναι η συνηθισμένη διάκριση ανάμεσα στην Αναγέννηση και στη σύγχρονη εποχή και το πόσο είναι ρευστή η έννοια της ''Αναγέννησης'' καλύτερ' απ' όλα το δείχνει η δυσκολία που βρίσκουμε στο να παραχωρήσουμε, στη μιά ή στην άλλη από τις κατηγορίες τούτες, προσωπικότητες σαν τον Πετράρχη και το Βοκκάκιο, τον Τζεντίλε ντα Φαμπριάνο και τον Πιζανέλλο, το Ζαν Φουκέ και τον Γιάν Βαν Άϋκ. Αν το θέλει κανείς, μπορεί ακόμα και να θεωρήσει ότι ο Δάντης κι ο Τζιόττο ανήκουν στην Αναγέννηση, ενώ ο Σαίξπηρ κι ο Μολιέρος στο Μεσαίωνα.

   Εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να παραμερισθεί μ' ευκολία η ιδέα, ότι η πραγματική στροφή δε συμβαίνει πριν από το δέκατο όγδοο αιώνα κι ότι η σύγχρονη εποχή αρχίζει αληθινά με το Διαφωτισμό, την ιδέα της προόδου και τη βιομηχανοποίηση. Ίσως όμως το καλύτερο θα ήταν να θέσουμε την κρίσιμη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο μισό του Μεσαίωνα - δηλαδή στο τέλος του δωδέκατου αιώνα, όταν αναβιώνει η χρηματική οικονομία, ξεπροβάλλουν οι νέες πόλεις και η σύγχρονη μεσαία τάξη αποκτά για πρώτη φορά τα διακριτικά χαρακτηριστικά της. Θα ήταν ολότελα λαθεμένο να την τοποθετήσουμε στο δέκατο πέμπτο αιώνα, στον οποίο, είναι αλήθεια, πολλά πράγματα ολοκληρώνονται, όμως ουσιαστικά τίποτα απόλυτα καινούργιο δεν αρχίζει. Η νατουραλιστική κι επιστημονική αντίληψή μας για τον κόσμο ασφαλώς στα ουσιώδη της είναι δημιουργία της Αναγέννησης, όμως η μεσαιωνική ονοματοκρατία ήταν εκείνη που πρωτοενέπνευσε τη νέα κατεύθυνση της σκέψης, από την οποία προερχόταν τούτη η αντίληψη για τον κόσμο. Το ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο αντικείμενο, η έρευνα για τους φυσικούς νόμους, η έννοια της πιστότητας προς τη φύση, στην τέχνη και στη λογοτεχνία - αυτά διόλου δεν αρχίζουν μόνο με την Αναγέννηση. Ο νατουραλισμός του δέκατου πέμπτου αιώνα είναι απλώς η συνέχιση του νατουραλισμού της γοτθικής περιόδου, κατά την οποία αρχίζει κιόλας να γίνεται ξεκάθαρα έκδηλη η συγκεκριμένη αντίληψη για τα συγκεκριμένα πράγματα. Κι αν εκείνοι που ψέλνουν τα εγκώμια της Αναγέννησης ισχυρίζονται ότι σ' όλες τις αυθόρμητες, προοδευτικές και προσωπικές τάσεις του Μεσαίωνα βλέπουν ένα προμήνυμα ή μιάν αρχική μορφή της Αναγέννησης, αν για τον Burckhardt ακόμα και τα τραγούδια των πλανόδιων λογίων είναι πρωτο-αναγεννησιακά κι αν ο Walter Pater σε μιά τόσο απόλυτα μεσαιωνική δημιουργία, όπως στον αδόμενο μύθο (chante - fable) του Ω κ α σ σ ί ν ο υ  κ α ι  τ η ς Ν ι κ ο λ έ τ τ α ς, βλέπει μιάν έκφραση του πνεύματος της Αναγέννησης - τότε η αντίληψη αυτή μόνο που χύνει φως, από την αντίθετη άποψη, πάνω στην ίδια κατάσταση πραγμάτων, στην ίδια συνέχεια ανάμεσα στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση.

  Περιγράφοντας την Αναγέννηση, ο Burckhardt πιο πολύ τόνισε τον νατουραλισμό της περιόδου αυτής και παρουσίασε τη στροφή προς την εμπειρική πραγματικότητα, ''την ανακάλυψη του κόσμου από τον άνθρωπο'', σαν το θεμελιωδέστερο συντελεστή αυτού του ''ξαναγεννημού''. Έτσι και αυτός, όπως και πολλοί διάδοχοί του, δεν κατάφερε να δει ότι στην τέχνη της Αναγέννησης καινοφανής δεν ήταν ο νατουραλισμός καθαυτός, παρά μόνο ο επιστημονικός, μεθοδικός κι ολοκληρωτικός χαρακτήρας του νατουραλισμού, κι όσο πιο προχωρημένη από τις μεσαιωνικές αντιλήψεις δεν ήταν η παρατήρηση κι η ανάλυση της πραγματικότητας, παρά μόνο η συνειδητή σκοπιμότητα και συνέπεια με την οποία καταγράφονταν κι αναλύονταν τα κριτήρια της πραγματικότητας - ότι, κοντολογής, το αξιοσημείωτο στην Αναγέννηση δεν ήταν το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης έγινε παρατηρητής της φύσης, αλλά ότι το έργο τέχνης έγινε ''σπουδή της φύσης''. Ο νατουραλισμός της γοτθικής περιόδου άρχισε, όταν οι ζωγραφιές και τα γλυπτά άρχισαν νάχουν σκοπό κι αξία σαν απλή αναπαραγωγή των πραγμάτων του κόσμου τούτου, ξέχωρα από τη σύνδεσή τους με την υπερβατική πραγματικότητα. Τα γλυπτά της Σάρτρ και της Ρένς, καθώς είναι προφανείς οι σχέσεις τους με το υπερφυσικό, διαφέρουν από την τέχνη της ρωμανικής περιόδου εξαιτίας του εγγενούς σκοπού τους, ο οποίος μπορεί να διαχωρισθεί από τη μεταφυσική τους σημασία.


  Από την άλλη μεριά, η αλλαγή που επέφερε η Αναγέννηση είναι ότι χάνει τη δύναμή του ο μεταφυσικός συμβολισμός κι ο σκοπός του καλλιτέχνη περιορίζεται ολοένα πιο καθορισμένα και συνειδητά στην αναπαράσταση του εμπειρικού κόσμου. Όσο πιο πολύ χειραφετούνται από τα δεσμά του εκκλησιαστικού δόγματος η κοινωνία κι η οικονομική ζωή, τόσο πιο ελεύθερα στρέφεται η τέχνη στη μελέτη της άμεσης πραγματικότητας ¨όμως ο νατουραλισμός δεν είναι πρωτόφαντο δημιούργημα της Αναγέννησης πιο πολύ απ' όσο είναι η οικονομία του κέρδους.
   Η ανακάλυψη της φύσης από την Αναγέννηση ήταν εφεύρεση του φιλελευθερισμού του δέκατου αιώνα, που αντιπαράβαλλε την χαρά της Αναγέννησης, για τη φύση με το Μεσαίωνα, για να δώσει έτσι ένα χτύπημα στη ρομαντική φιλοσοφία της ιστορίας. Γιατί όταν λέει ο Burckhardt ότι ''η ανακάλυψη της φύσης και του ανθρώπου'' είναι επίτευγμα της Αναγέννησης, αυτή η θέση είναι ταυτόχρονα επίθεση εναντίον της ρομαντικής αντίδρασης και προσπάθεια να εμποδισθεί η προπαγάνδα που είχε σκοπό να διαδώσει τη ρομαντική άποψη για το μεσαιωνικό πολιτισμό. Το δόγμα του αυθόρμητου νατουραλισμού της Αναγέννησης προέρχεται από την ίδια πηγή με τη θεωρία, ότι η πάλη εναντίον του πνεύματος της αυθεντίας και της ιεραρχίας, το ιδεώδες της ελευθερίας της σκέψης και της συνείδησης, καθώς κι η χειραφέτηση του ατόμου κι οι αρχές της δημοκρατίας, είναι επιτεύγματα του δέκατου πέμπτου αιώνα. Σ' όλα αυτά, το φως της σύγχρονης εποχής αντιπαραβάλλεται με το σκοτάδι του Μεσαίωνα.


    Ο σύνδεσμος ανάμεσα στην έννοια της Αναγέννησης και στην ιδεολογία του φιλελευθερισμού είναι ακόμα πιο χτυπητός στο έργο του Michelet, που επινόησε το σύνθημα της ''découverte du monde et de l' homme'' (ανακάλυψης του κόσμου και του ανθρώπου), απ' όσο στο έργο του Burckhardt. Ακόμα κι ο τρόπος που επιλέγει τους ήρωές του και βάζει τον Ραμπελαί, τον Μονταίνιο, τον Σαίξπηρ, και τον Θερβάντες δίπλα στον Κολόμβο, τον Κοπέρνικο, το Λούθηρο και τον Καλβίνιο, ο χαρακτηρισμός του Μπρουνελλέσκι, λ.χ., σαν καταστροφέα της γοτθικής τέχνης, κι η αντίληψή του για την Αναγέννηση γενικά σαν απαρχή μιάς εξέλιξης που τελικά διασφαλίζει την ιδέα της ελευθερίας και της λογικής, δείχνουν ότι στην ανάλυσή του κυρίως ενδιαφέρεται να κυρώσει τη γενεαλογία του φιλελευθερισμού. Τον ενδιαφέρει ο ίδιος αγώνας εναντίον του κληρικαλισμού και της πνευματικής αυθεντίας, ο οποίος έδωσε και στους φιλοσόφους του Διαφωτισμού του δέκατου όγδοου αιώνα συνείδηση της αντίθεσής τους προς το Μεσαίωνα και της συγγένειάς τους με την Αναγέννηση. Για τον Μπαίλ, όπως και για τον Βολταίρο (''Essai sur les moeurs et l' esprit des nations'' : ''Δοκίμιο για τα ήθη και το πνεύμα των εθνών'', 2ο κεφ.) ο μη θρησκευτικός χαρακτήρας της Αναγέννησης ήταν έτοιμο συμπέρασμα, κι η Αναγέννηση έμεινε ως τα σήμερα φορτωμένη μ' αυτό το γνώρισμα, μολονότι στην πραγματικότητα ήταν απλώς αντικληρική, αντισχολαστική κι αντιασκητική, διόλου όμως σκεπτικίστρια. Οι ιδέες για τον άλλο κόσμο, τη σωτηρία, τη λύτρωση και το προπατορικό αμάρτημα, που γέμιζαν ολάκερη την πνευματική ζωή του μεσαιωνικού ανθρώπου, έγιναν, είναι αλήθεια, μονάχα ''δευτερεύουσες ιδέες'', όμως δε μπορεί να τεθεί ζήτημα απουσίας κάθε θρησκευτικού αισθήματος στην Αναγέννηση. Γιατί καθώς παρατηρεί ο Ernst Walser, ''αν κανείς προσπαθήσει να διερευνήσει επαγωγικά τη ζωή και τη σκέψη σπουδαίων προσωπικοτήτων του δέκατου πέμπτου αιώνα, ενός Κολούτσιο Σαλουτάτι, Πότζιο Μπρατσιολίνι, Λεονάρδου Μπρούνι, Λορέντσου Βάλλα, Λορέντσου του Μεγαλοπρεπούς ή ενός Λουίτζι Πούλτσι, το αποτέλεσμα θα ήταν πάντα ότι, κατά αρκετά παράδοξο τρόπο, τα καθιερωμένα χαρακτηριστικά του σκεπτικισμού είναι απόλυτα αταίριαστα σ' αυτούς...''. Ακόμα και προς την αυθεντία η Αναγέννηση δεν ήταν εχθρική όσο ισχυρίζονταν ο Διαφωτισμός κι ο φιλελευθερισμός. Γίνονταν επιθέσεις εναντίον των κληρικών, αλλά έδειχναν φειδώ απέναντι στην Εκκλησία σα θεσμό και όσο η αυθεντία εκείνης μειώνονταν την αντικαθιστούσε η αυθεντία της κλασσικής αρχαιότητας.

    Ο ριζοσπαστισμός της ορθολογιστικής αντίληψης του δέκατου όγδοου αιώνα για την Αναγέννηση επιτάθηκε καταφανώς από το πνεύμα της πάλης για ελευθερία στα μέσα του περασμένου αιώνα. Ο αγώνας εναντίον της αντίδρασης ανανέωσε τη μνήμη της Αναγέννησης στις Ιταλικές δημοκρατίες κι υπόβαλε την ιδέα να συνδεθεί η λάμψη του πολιτισμού τους με τη χειραφέτηση των πολιτών τους. Στη Γαλλία η αντιναπολεόντεια και στην Ιταλία η αντικληρική δημοσιογραφία ήταν αυτή που βοήθησε να διαμορφωθεί τελικά και να διαδοθεί η φιλελεύθερη αντίληψη για την Αναγέννηση και οι φιλελεύθεροι ιστορικοί της μεσαίας τάξης, καθώς και οι σοσιαλιστές ιστορικοί, προσχώρησαν στην αντίληψη αυτή. Ακόμα και σήμερα η Αναγέννηση εξυμνείται και στα δυό στρατόπεδα σαν ο μεγάλος απελευθερωτικός πόλεμος του Λόγου και σαν θρίαμβος του ατομικισμού, ενώ στην πραγματικότητα η ιδέα της ''ελεύθερης έρευνας'' δεν ήταν επίτευγμα της Αναγέννησης, ούτε ιδέα της προσωπικότητας ήταν απόλυτα ξένη στο Μεσαίωνα. Ο Ατομικισμός της Αναγέννησης ήταν καινοφανής μονάχα σα συνειδητό πρόγραμμα, σαν όπλο και σαν πολεμική κραυγή, όχι σαν φαινόμενο καθαυτό.


  Στον ορισμό της Αναγέννησης που δίνει, ο Burckhardt συνδυάζει την ιδέα του ατομικισμού με κείνη της αισθησιοκρατίας, την ιδέα της αυτοδιάθεσης της προσωπικότητας με τον τονισμό της διαμαρτυρίας εναντίον του μεσαιωνικού ασκητισμού, την εξύμνηση της φύσης με τη διακήρυξη του ευαγγελίου της χαράς, της ζωής και της ''χειραφέτησης της σάρκας''. Από αυτό το συνειρμό ιδεών ανακύπτει, εν μέρει κάτω από την επίδραση του ανηθικισμού του Χάϊνε και σαν πρόληψη της εξωηθικής ηρωολατρείας του Νίτσε, η γνωστή εικόνα της Αναγέννησης σαν εποχής ασυνείδητων κτηνών κι επικουρείων - εικόνα που τα έκλυτα στοιχεία της ίσως να μη σχετίζονται άμεσα με τη φιλελεύθερη αντίληψη για την Αναγέννηση, αλλά που θα ήταν αδιανόητα χωρίς τη φιλελεύθερη τάση για την ατομικιστική προσέγγιση του δέκατου ένατου αιώνα. Η δυσφορία από τον κόσμο της ηθικής της μεσαίας τάξης και η εξέγερση εναντίον του προκάλεσαν τον περισσό εκείνο παγανισμό που πάσχιζε να βρει ένα υποκατάστατο για τις ηδονές, που ο ίδιος δε μπορούσε να χαρεί, περιγράφοντας τα όργια της Αναγέννησης. Στην εικόνα αυτή, ο condotierre (αρχηγός μισθοφόρων), με το δαιμονικό του πόθο για την ηδονή και την αχαλίνωτη επιθυμία του για εξουσία, ήταν η μόνιμη μορφή του ακαταμάχητου αμαρτωλού, ο οποίος διέπραττε, σαν πληρεξούσιος, όλες τις τερατωδίες που φαντάζονταν η μεσαία τάξη ονειροπολώντας την ευτυχισμένη ζωή. Εύλογα τέθηκε το ερώτημα, αν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα ο απαίσιος αυτός κτηνάθρωπος, έτσι καθώς περιγράφεται στις ιστορίες της ηθικής της Αναγέννησης, κι αν αυτός ο ''αχρείος τύραννος'' ήταν ποτέ τίποτε περισσότερο από το προϊόν μνημών που προέρχονταν από τα κλασσικά διαβάσματα των ανθρωπιστών.


   Η αισθησιοκρατική αντίληψη για την Αναγέννηση βασίζεται περισσότερο στην ψυχολογία του δέκατου ένατου αιώνα παρά σε κείνη της ίδιας της Αναγέννησης. Ο αισθητικισμός του ρομαντικού κινήματος, εξάλλου, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από λατρεία του καλλιτέχνη και της τέχνης : οδήγησε σε μιάν επαναξιολόγηση όλων των μεγάλων προβλημάτων της ζωής σύμφωνα μ' αισθητικά πρότυπα. Κάθε πραγματικότητα έγινε υπόστρωμα καλλιτεχνικής εμπειρίας κι η ζωή η ίδια έργο τέχνης, στο οποίο κάθε στοιχείο ήταν μονάχα κίνητρο για τις αισθήσεις. Η αισθητική τούτη φιλοσοφία χαρακτήρισε τους δήθεν αμαρτωλούς, τυράννους και παλιανθρώπους της Αναγέννησης σε μεγάλες, γραφικές μορφές - ταιριαστούς πρωταγωνιστές του πολύχρωμου σκηνικού της εποχής. Η γενιά που, μεθυσμένη από ομορφιά και λαχταρώντας τη μεταμφίεση, ήθελε να πεθάνει ''με αμπελόφυλλα στα μαλλιά'', ήταν φυσικά εντελώς έτοινη να εκθειάσει μιάν ιστορική εποχή που ντυνόταν στο χρυσάφι και στις πορφύρες, που έκανε τη ζωή φανταχτερή γιορτή και στην οποία, όπως ήθελε να πιστεύει η ρομαντική αυτή γενιά, ακόμα κι ο απλός λαός χαιρόταν ενθουσιαστικά με τα πιο λεπτά έργα τέχνης. Βέβαια η ιστορική πραγματικότητα δε συμφωνούσε με το όνειρο αυτό των εστέτ πιο πολύ απ' ό, τι με την εικόνα του υπερανθρώπου πούχε μορφή τυράννου. Η Αναγέννηση ήταν σκληρή κι επιχειρηματική, πραγματιστική και μη ρομαντική ¨κι από την άποψη αυτή, επίσης, δεν ήταν και τόσο διαφορετική από τον όψιμο Μεσαίωνα.


[...]
   Η Αναγέννηση βαθαίνει την επίδραση αυτής της μεσαιωνικής εξέλιξης πασχίζοντας να προχωρήσει προς το καπιταλιστικό οικονομικό και κοινωνικό σύστημα μονάχα στο βαθμό που αυτό επιβεβαιώνει τον ορθολογισμό ο οποίος τώρα κυριαρχεί σ' ολόκληρη τη διανοητική κι υλική ζωή της εποχής. Οι αρχές της ενότητας, που εξουσιάζουν τη τέχνη, - η ενοποίηση του χώρου και τα ενοποιημένα πρότυπα στις αναλογίες, ο περιορισμός της καλλιτεχνικής αναπαράστασης σ' ένα μόνο θέμα κι η συγκέντρωση της σύνθεσης σε μιά άριστα κατανοητή μορφή - συμφωνούν κι αυτές με τον καινούργιο τούτο ορθολογισμό. Εκφράζουν την ίδια δυσαρέσκεια για το αστάθμητο και το ανεξέλεγκτο όσο κι η οικονομία της ίδιας περιόδου, που δίνει έμφαση στο σχεδιασμό, στην πλεονεκτικότητα και στη δυνατότητα υπολογισμού ¨είναι δημιουργήματα του ίδιου πνεύματος που απλώνεται στην οργάνωση της εργασίας, στις μεθόδους εμπορίας, στο πιστωτικό σύστημα και στη διπλογραφική τήρηση βιβλίων, στις μεθόδους διακυβέρνησης, στη διπλωματία και στη διεξαγωγή πολέμου. Ολόκληρη η εξέλιξη της τέχνης γίνεται μέρος του συνολικού προτσές της ορθολογοποίησης. Το παράλογο παύει να κάνει βαθύτερη εντύπωση. Τα πράγματα, που τώρα αισθάνονται σαν ''όμορφα'', είναι η λογική συμφωνία των μεμονωμένων μερών ενός όλου, η αρμονία των σχέσεων που μπορεί να υπολογιστεί, ο αποκλεισμός παραφωνιών από τις σχέσεις των μορφών με το χώρο που πιάνουν κι από τις αμοιβαίες σχέσεις των διαφόρων μερών του ίδιου του χώρου. Κι όπως ακριβώς η κεντρική προοπτική είναι χώρος που τον βλέπουμε από μαθηματική σκοπιά, ενώ οι ορθές αναλογίες ισοδυναμούν με τη συστηματική οργάνωση των μεμονωμένων μορφών σε μιάν εικόνα, έτσι και στην πορεία του χρόνου όλα τα κριτήρια καλλιτεχνικής ποιότητας υπόκεινται σε ορθολογική εξονύχιση, ενώ όλοι οι νόμοι της τέχνης ορθολογοποιούνται.

   Ο ορθολογισμός αυτός διόλου δεν περιορίζεται στην Ιταλική τέχνη, αλλά στο Βορρά παίρνει χαρακτηριστικά πιο ευτελή απ' ό, τι στην Ιταλία, γίνεται πιο έκδηλος, πιο αφελής. Τυπικό παράδειγμα της καινούργιας αυτής αντίληψης για την τέχνη έξω από την Ιταλία είναι η Παναγία του Λονδίνου, του Ρομπέρ Καμπέν, στο φόντο της οποίας η πάνω άκρη ενός αλεξίφλογου χρησιμεύει και για να σχηματίσει το φωτοστέφανο της Παρθένου. Ο ζωγράφος χρησιμοποιεί μιά μορφική σύμπτωση, για να φέρει ένα παράλογο και μη πραγματικό στοιχείο της εικόνας σε συμφωνία με την καθημερινή πείρα, και μολονότι είναι ίσως τόσο σταθερά πεπεισμένος για την υπερφυσική πραγματικότητα του φωτοστέφανου, όσο και για τη φυσική πραγματικότητα του αλεξίφλογου, το γεγονός και μόνο, ότι νομίζει πως μπορεί να μεγαλώσει το θέλγητρο του έργου του με τη νατουραλιστική αιτιολόγηση του φαινόμενου αυτού, είναι σημάδι μιάς καινούργιας, αν κι όχι απροάγγελτης εποχής. 





Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

''Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΤΑΙ, ΠΟΤΕ ΔΕ ΝΙΚΙΕΤΑΙ..''



O ΓΕΡΟΣ ΚΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ...

   Η ιστορία του γερο-ψαρά Σαντιάγκο και του ξιφία που ψάρεψε μετά από εβδομάδες ολόκληρες άκαρπων προσπαθειών, είναι ένα από τα τελευταία έργα του Χέμινγουαιη (κυκλοφόρησε το 1992) και αποτελεί το αριστούργημά του. Πρόκειται για μιά αλληγορία, έναν πραγματικό μύθο για τις μάχες που δίνει ο άνθρωπος - μάχες κι αγώνες που πρέπει να τις εξουσιάζει με τέτοιο τρόπο, ώστε ακόμα κι ο χαμός του να έχει αξιοπρέπεια και ν' αποτελεί ταυτόχρονα μία νίκη. ''Ο άνθρωπος καταστρέφεται, ποτέ δε νικιέται''.




ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ, ΓΙΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ' ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗ ΛΗΘΗ, ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΝΑ ΜΟΡΦΥΝΕΙ ΤΟΥ ΝΟΥ ΜΟΥ Η ΠΟΡΕΙΑ...

''Το Μαγικό Άλογο''
Περσικό Παραμύθι



     Στα πολύ παλιά χρόνια ζούσε στη Περσία ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Σαβούρ και ήταν ο μεγαλύτερος και δυνατότερος βασιλιάς τον καιρό εκείνο ! Είχε αμέτρητες χώρες και πλούτη και ήταν ξακουστός για τον καλό του χαρακτήρα. Η καρδιά του ήταν γεμάτη καλωσύνη και το χέρι του ανοιχτό και φιλόδωρο στους φτωχούς, αυστηρό όμως και χωρίς έλεος για τους κακούς. Είχε και δυό παιδιά, ένα γιο και μιά πολύ όμορφη κόρη.

    Κάθε χρόνο ο βασιλιάς Σαβούρ γιόρταζε δυό γιορτές : Την πρωτοχρονιά και την φθινοπωρινή ισημερία. Αυτές τις δύο γιορτές άνοιγε σε όλους το παλάτι του, έκανε δώρα και έδινε χάρη στους καταδικασμένους. Για να μπαίνει ο κόσμος ελεύθερα στο παλάτι, έδιωχνε τους θυρωρούς και τους φύλακες.
   Κάποτε λοιπόν σε μιά απ' αυτές τις γιορτές, παρουσιάστηκε στο βασιλιά ένας Ινδός μάγος και του πρόσφερε ένα ακριβό πράγμα. Ήτανε ένα άλογο από έβενο, πλούσια στολισμένο με χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια. Είχε μιά λαμπρή βασιλική σέλλα και χρυσά χαλινάρια κι αναβολείς. Μόνο η μιλιά του έλειπε.
   Ο βασιλιάς θαύμασε το περίτεχνο άλογο και ρώτησε το μάγο σε τί μπορούσε να χρησιμεύσει αυτό το άψυχο πράγμα.
   - Κύριέ μου, απάντησε ο μάγος, το άλογο αυτό τρέχει μαζί με τον καβαλλάρη του σε μιά μέρα, όσο θά 'τρεχε ένα άλλο άλογο σ' ένα χρόνο. Αυτό το περίεργο άλογο πετάει, δεν τρέχει.
  - Αν είναι αλήθεια αυτό που λες, σου δίνω από τώρα ό, τι κι αν μου ζητήσεις για το άλογό σου. 
   Αμέσως ο μάγος πήδησε πάνω στο άλογο, σηκώθηκε ψηλά στον αέρα κι αφού έκαμε ένα μεγάλο γύρο, κατέβηκε πάλι στη γη.
   Ο βασιλιάς τά 'χασε ολότελα.
  - Βλέπω ότι δεν είπες ψέμματα, είπε. Κρατάω λοιπόν κι εγώ το λόγο μου. Ζήτησέ μου ό, τι θέλεις και θα το έχεις αμέσως.
   Ο μάγος όμως είχε ακούσει για την όμορφη βασιλοπούλα και είπε :
  - Αν μου επιτρέπετε, θα ήθελα να πάρω την κόρη σας για γυναίκα μου.
   Ο βασιλιάς δεν περίμενε τέτοιο πράγμα, μα είχε δώσει το λόγο του και έπρεπε να τον κρατήσει. Είπε λοιπόν στο μάγο :
  - Η επιθυμία σου θα γίνει.
  Και διέταξε να κάνουν τις προετοιμασίες του γάμου.

  Η βασιλοπούλα παρακολουθούσε όλα αυτά πίσω από ένα παραπέτασμα. Και είχε δει το μάγο που ήταν ένας γέρος εκατοχρονίτης με μαδημένο κεφάλι και πρόσωπο γεμάτο ζάρες. 
   Έτρεξε λοιπόν αμέσως στο δωμάτιό της, έπεσε στο κρεββάτι της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Κατά σύμπτωση την ώρα εκείνη ακριβώς γύριζε κι ο αδελφός της από ταξίδι. Πήγε κοντά της και τη ρώτησε τί έχει.
 - Αχ, Άκμαρ αδερφούλη μου, σώσε με, φώναξε το κορίτσι. Ο πατέρας θέλει να με παντρέψει μ' έναν ασχημομούρη μάγο που τού 'δωσε ένα άσπρο άλογο και τον ξεγέλασε. Δεν θέλω να γίνω  γυναίκα του. Βοήθα με αδερφούλη !
   Ο αδερφός αφού την παρηγόρησε και της έδωσε θάρρος, έτρεξε αμέσως στον πατέρα του.
  - Τί συμβαίνει πατέρα ; τον ρώτησε. Η αδερφή μου κοντεύει να σκάσει από τη λύπη της γιατί θέλεις να τη δώσεις σ' έναν ασχημόγερο μάγο που σου πρόσφερε ένα άλογο. Αυτό δεν πρέπει να γίνει.
  Ο μάγος που ήταν δίπλα και τον άκουσε, τον κοίταξε άγρια. Κι ο βασιλιάς είπε :
 - Έτσι λες γιατί δεν ξέρεις. Αν όμως δεις τί είδος άλογο είναι, θα χάσεις το μυαλό σου.
  Και γυρίζοντας κατά το μάγο, πρόσθεσε :
 - Φέρε σε παρακαλώ εδώ το άλογο.
  Ο μάγος έφερε το άλογο και το βασιλόπουλο μόλις το είδε δεν κρατήθηκε. Πήδησε στη σέλλα του και το κέντησε με τα σπιρούνια. Το άλογο όμως δεν κινήθηκε από τον τόπο του.
 - Δείξε του πώς να το βάζει εμπρός, είπε ο βασιλιάς στο μάγο. Τότε θα καταλάβει κι ο ίδιος τί αξίζει αυτό το άλογο.
  Ο μάγος που θεωρούσε από τώρα εχθρό του τον Άκμαρ, πλησίασε και τού 'δειξε πώς να γυρίσει ένα στρόφαλο στο δεξί μέρος του αλόγου. Το βασιλόπουλο γύρισε αμέσως το στρόφαλο και το άλογο πήδησε στον αέρα και πετούσε όλο και πιο γρήγορα. Σε λίγο δε φαίνονταν πια.
   Ο βασιλιάς άρχισε να ανησυχεί για το γιο του και ρώτησε το μάγο :
 - Καλά έφυγε, μα πώς θα οδηγήσει το άλογο να γυρίσει πάλι στη γη ;

   - Βασιλιά μου, είπε με κακία ο μάγος, εγώ δε φταίω σ' αυτό. Είναι δικό του λάθος αν δεν ξαναγυρίσει ποτέ πια. Από ακαταδεξιά δε με ρώτησε να του δείξω τί θα κάνει για να γυρίσει πίσω και εγώ τη στιγμή εκείνη ξέχασα να του το πω.
  Ο βασιλιάς τότε θύμωσε και διέταξε να ρίξουν στη φυλακή τον κακό μάγο.
   Η  γιορτή σταμάτησε αμέσως, οι πύλες του παλατιού έκλεισαν και όλη η πόλη έπεσε στο πένθος.
  Εν τω μεταξύ, το βασιλόπουλο πετώντας έφτασε με το άλογο κοντά στον ήλιο. Αισθάνονταν μιά τέτοια ζέστη που του έρχονταν να λιποθυμήσει. Όμως δεν ήθελε να χαθεί.
 - ''Ένα άλογο που έχει ένα στρόφαλο για ν' ανεβαίνει, πρέπει νά 'χει κι άλλο ένα για να κατεβαίνει'', σκέφτηκε για μιά στιγμή και έψαξε με το χέρι στην αριστερή μεριά του αλόγου. Πραγματικά βρήκε εκεί έναν άλλο στρόφαλο και τον γύρισε αμέσως. Αυτό ήταν η σωτηρία του. Το άλογο άρχισε αμέσως να κατεβαίνει. Σε λίγο φάνηκε πάλι η γη. Δεν πέρασε πολύ ώρα και από κάτω του παρουσιάστηκε ένα ψηλό και ωραίο παλάτι περιτριγυρισμένο από κήπους. Έστριψε προς τα εκεί το μαγικό άλογο και δυό λεπτά αργότερα κατέβαινε στην ταράτσα του παλατιού.
  Είχε πια νυχτώσει. Ο Άκμαρ διψούσε πολύ και πεινούσε. Σε μιά άκρη της ταράτσας βρήκε μιά σκάλα που οδηγούσε στο εσωτερικό του παλατιού. Άρχισε να κατεβαίνει. Σε λίγο βρέθηκε σε μιά μεγάλη σάλα στρωμένη με άσπρο μάρμαρο. Απ' την άλλη άκρη έφεγγε ένα φως. Ο Άκμαρ τράβηξε προς τα εκεί και έφτασε σε μιά πόρτα μπροστά στην οποία κοιμόνταν ξαπλωμένος κάτω ένας γίγαντας. Δίπλα του ήταν ένα τραπεζάκι γεμάτο φαγητά και ποτά.
   Ο Άκμαρ τράβηξε παραπέρα το τραπεζάκι και στρώθηκε στο φαγοπότι ώσπου χόρτασε καλά. Ύστερα τράβηξε σιγά-σιγά από τη θήκη του και πήρε το σπαθί του γίγαντα. Μπήκε στο δωμάτιο, προχώρησε λίγο και στάθηκε μπροστά σε κάτι μεταξωτά παραπετάσματα. Τα παραμέρισε και πέρασε μέσα.
   Στη μέση του δωματίου σε ένα ψηλό, λαμπρό κρεββάτι κοιμόνταν μιά πεντάμορφη βασιλοπούλα και ολόγυρα σε χαμηλότερα κρεββάτια οι καμαριέρες της.

    Ο Άκμαρ πλησίασε στο κρεββάτι της βασιλοπούλας και της τράβηξε ελαφρά το μανίκι της νυχτικιάς της.
   Η βασιλοπούλα άνοιξε τα μάτια της και σαν είδε τον ξένο, τά 'χασε.
  Ο Άκμαρ τη χαιρέτησε με σεβασμό και είπε :
 - Αξιολάτρευτη Πριγκίπισσα, είμαι ο γιος του βασιλιά της Περσίας. Μιά απίστευτη περιπέτεια μ' έφερε στην άγνωστη για μένα χώρα σας, μα πιστεύω πως θά 'χετε την καλωσύνη να με συντρέξετε και να με προστατεύσετε.
  Και η βασιλοπούλα που εν τω μεταξύ συνήρθε, του είπε :
 - Μην ανησυχείτε αγαπητέ μου. Δε βρίσκεστε σε καμιά βάρβαρη χώρα. Στο βασίλειο της Μπεγκάλης η φιλοξενία είναι συνήθεια όπως και στην Περσία.
  Ύστερα ξύπνησε τις καμαριέρες της και τις διέταξε να ετοιμάσουν γι' αυτόν ένα δωμάτιο και να τον περιποιηθούν όπως πρέπει.
  Ο Άκμαρ κοιμήθηκε ως αργά την άλλη μέρα. Και μόλις σηκώθηκε και ετοιμάστηκε, ήρθε μιά καμαριέρα και τον ειδοποίησε πως η βασιλοπούλα θά 'ρχονταν να τον επισκεφθεί.
  Πραγματικά σε λίγο ήρθε το ωραίο κορίτσι. Μετά τους συνηθισμένους χαιρετισμούς οι δυό νέοι κάθισαν και ο Άκμαρ διηγήθηκε στη βασιλοπούλα όλη την ιστορία με το μαγικό άλογο. Εκείνη τον άκουσε με προσοχή και όταν τελείωσε είπε :
 - Ω, αν και σας βλέπω μπροστά μου γερό και ζωντανό, εν τούτοις τρέμω ακόμα όσο συλλογίζομαι την απίστευτη πράγματι περιπέτειά σας.
  Απ' τα λόγια της αυτά ο Άκμαρ κατάλαβε πως τον έβλεπε με συμπάθεια και χάρηκε πολύ.
  Η βασιλοπούλα του είπε ακόμα πως τη λένε Σέμς άλ Ναχάρ που θα πει ''ήλιος της ημέρας'', πως στο παλάτι αυτό παραθέριζε μαζί με την ακολουθία της και πως η πρωτεύουσα που έμεναν οι γονείς της δεν ήταν και πολύ μακριά.
  Οι δύο νέοι έμειναν να κουβεντιάζουν ώρες ολόκληρες και ο Ακμάρ τόσο μαγεύτηκε απ' τη χάρη και την ομορφιά της βασιλοπούλας, ώστε στο τέλος της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Η βασιλοπούλα που τον είχε κι αυτή πολύ συμπαθήσει, δέχτηκε με χαρά. Ήταν σίγουροι και οι δυό πως οι γονείς τους δε θά 'λεγαν ''όχι'' και έτσι ήταν ευτυχισμένοι.
  Ο Άκμαρ τότε είπε στη βασιλοπούλα πως θά 'πρεπε να πεταχτούν μιά στιγμή με το μαγικό άλογο ως τους γονείς του. Σίγουρα θα τον θεωρούσαν χαμένο και θα κόντευαν να σκάσουν απ' την λύπη τους. Με την ευκαιρία αυτή θα τους ζητούσε και τη συγκατάθεσή τους για το γάμο με τη Σέμς άλ Ναχάρ.

   Η βασιλοπούλα δεν έφερε αντίρρηση, του είπε όμως πως πριν θά 'πρεπε να πάνε στον πατέρα της και να ζητήσουν την άδειά του για το ταξίδι.
   Έτσι κι έγινε.
  Με το μαγικό άλογο έφτασαν στη στιγμή στο παλάτι της Σέμς άλ Ναχάρ όπου οι γονείς της τους δέχτηκαν με χαρά, τους έδωσαν την ευχή τους και την άδεια να ταξιδέψουν στην Περσία.
   Την άλλη μέρα πρωί-πρωί οι δυό νέοι ανέβηκαν στο μαγικό άλογο. Εκείνο τινάχτηκε στον αέρα και πετούσε πιο γρήγορα κι απ' τον άνεμο. Η βασιλοπούλα σφιγγόταν επάνω στον Άκμαρ.
 - Αχ, έλεγε, όλα μου φαίνονται σαν ένα απίστευτο όνειρο. Ένα όνειρο που το βλέπω όμως με ορθάνοιχτα μάτια...
  Ύστερα από τρεις ώρες ταξίδι έφτασαν στην πρωτεύουσα της Περσίας. Ο Άκμαρ έκοψε την ταχύτητα και οδήγησε σιγά-σιγά το μαγικό άλογο σ' ένα βασιλικό κήπο έξω από την πόλη. Κατέβασε τη βασιλοπούλα, την έφερε στο σπιτάκι του κήπου και της είπε :
 - Μείνε για λίγο εδώ. Εγώ θα πάω στους γονείς μου και θα τους εξηγήσω όλα τα καθέκαστα. Οι υπουργοί, ο στρατός, και οι άλλοι οι επίσημοι θά 'ρθουν να σε υποδεχτούν όπως πρέπει και να σε χαιρετήσουν. Και έφυγε.
  Στο παλάτι ο Άκμαρ βρήκε τον πατέρα, την μητέρα και την αδερφή του, όλους ντυμένους στα μαύρα γιατί πίστευαν πως είχε χαθεί. Σαν τον είδαν, ρίχτηκαν όλοι επάνω του, τον αγκάλιαζαν, τον φιλούσαν και μέσα στα δάκρυά τους τον ρωτούσαν τί του συνέβη. Αυτός τους τα διηγήθηκε όλα κι εκείνοι χάρηκαν πολύ. Η είδηση πως ξαναγύρισε ο Άκμαρ διαδόθηκε αμέσως σ' όλη την πόλη και όλος ο κόσμος χαίρονταν. Χτυπούσαν τύμπανα και μουσικές, πετούσαν τα μαύρα και φορούσαν χρωματιστά και όλοι έτρεχαν να συγχαρούνε το βασιλιά για το γυρισμό του γιου του. Ο βασιλιάς διέταξε εφτά μέρες γιορτές και φαγοπότια, έδωσε χάρη στους καταδικασμένους και άφησε ελεύθερους πολλούς φυλακισμένους. Τώρα όλοι έτρεχαν έξω στον κήπο να υποδεχτούν τη βασιλοπούλα.

   Ο μάγος όμως που βγήκε κι αυτός από τη φυλακή μαζί με τους άλλους φυλακισμένους, ορκίστηκε να εκδικηθεί σκληρά τον Άκμαρ. Και μόλις έμαθε τί έγινε έτρεξε πρώτος στο σπιτάκι του κήπου και βρήκε τη βασιλοπούλα. Εκεί δίπλα ήταν και το μαγικό άλογο.
 ''Τώρα θα μου τα πληρώσεις όλα Άκμαρ'', είπε μέσα του. ''Δε μ' άφησες να πάρω την αδερφή σου μα τώρα θα πάρω την αρραβωνιαστικιά σου''.
  Χτύπησε την πόρτα του σπιτιού κι όταν η Σέμς άλ Ναχάρ ρώτησε ποιός είναι, απάντησε :
 - Δούλος σας και υπηρέτης σας, βασιλοπούλα μου. Ο αρραβωνιαστικός σας μ' έστειλε να σας οδηγήσω με το μαγικό άλογο στην πόλη. Η βασίλισσα δεν μπορεί νά 'ρθει τόσο μακριά και δε βλέπει την ώρα να σας δει και να σας χαιρετήσει.
  Η βασιλοπούλα δε φαντάστηκε πως μπορούσε να την ξεγελάσουν και άνοιξε την πόρτα. Μα όταν είδε το αποκρουστικό πρόσωπο του μάγου, είπε :
 - Δεν είχε η κυρία σου κανέναν άλλον καλύτερο να στείλει για να με οδηγήσει κοντά της ;
  Και ο μάγος απάντησε :
 - Του κυρίου μου οι υπηρέτες είναι ο ένας ομορφότερος από τον άλλον. Έστειλαν όμως εμένα γιατί είμαι ο πιο παλιός και ο πιο πιστός τους.
  Η βασιλοπούλα τον πίστεψε και ανέβηκε μαζί του στο μαγικό άλογο. Ο μάγος γύρισε αμέσως το στρόφαλο, το άλογο πήδησε στον αέρα και σε λίγο έπαιρνε κατεύθυνση προς την μακρινή Κίνα.
   Την ίδια στιγμή ξεκινούσε από το παλάτι η μεγάλη πομπή για να πάει να υποδεχτεί τη βασιλοπούλα. Μπροστά πήγαινε ο βασιλιάς, η βασίλισσα, ο Άκμαρ και οι υπουργοί. Και πιο πίσω έρχονταν οι υπάλληλοι και ο κόσμος. Τα τύμπανα χτυπούσαν και η μουσική έπαιζε χαρούμενα.
  Μόλις έφτασαν στον κήπο ο Άκμαρ έτρεξε πρώτος και άνοιξε την πόρτα του κήπου. Το δωμάτιο όμως ήταν άδειο. Κοίταξε δεξιά-αριστερά μα πουθενά η βασιλοπούλα. Απελπισμένος έτρεξε στον κηπουρό και τον φοβέριζε να του πει τί απόγινε η αρραβωνιαστικιά του. Ο κηπουρός όμως δεν ήξερε τίποτα.
 - Δεν ήρθε κανένας σήμερα εδώ στον κήπο ; τον ρώτησε ο Άκμαρ.
 - Κανένας εκτός από τον Ινδό μάγο που τον πήρε για μιά στιγμή το μάτι μου, απάντησε ο κηπουρός.
  Αμέσως ο Άκμαρ κατάλαβε τί είχε γίνει. Ο θυμός και η λύπη τον κατέπνιγαν. Στάθηκε για λίγο σαν μαρμαρωμένος και ύστερα είπε στον πατέρα και τη μητέρα του :
 - Εσείς πηγαίνετε πίσω στην πόλη. Εγώ δε θα ξαναγυρίσω αν δε βρω την Σέμς άλ Ναχάρ.
  Οι γονείς προσπάθησαν με κάθε τρόπο να τον κάνουν ν' αλλάξει γνώμη και να τους ακολουθήσει, μα δεν τα κατάφεραν. Γύρισαν λοιπόν πίσω μόνοι τους και η χαρά που δοκίμασαν ξανάγινε λύπη.
   Στο αναμεταξύ ο μάγος είχε φτάσει στην Κίνα και κατέβηκε σε μιά πράσινη κοιλάδα κοντά σε μιά δροσερή πηγή.
  Μόλις η βασιλοπούλα πάτησε το πόδι της στο χώμα, ρώτησε το μάγο :
 - Πού είναι λοιπόν ο κύριός σου και πού οι γονείς του ;
 Κι εκείνος απάντησε :
 - Καταραμένοι να είναι όλοι τους. Εγώ είμαι τώρα ο κύριός σου. Αυτό το άλογο είναι δικό μου. Εγώ το έφτιαξα. Βγάλε από το νου σου ότι θα ξαναδείς πια τον Άκμαρ. Μη στενοχωριέσαι όμως. Εγώ είμαι τόσο πλούσιος, που θα έχεις ό, τι μου ζητήσεις. Φορέματα, στολίδια, υπηρέτες και ό, τι άλλο βάλει ο νους σου.

  Σαν άκουσε αυτά η Σέμς άλ Ναχάρ άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί...
  Κατά τύχη στο μέρος εκείνο είχε βγει για κυνήγι ο βασιλιάς της Κίνας. Και κάποια στιγμή πλησίασε στη βρύση και είδε το πανέμορφο κορίτσι που κάθονταν και έκλαιγε. Ο μάγος κοιμόνταν λίγο παραπέρα. Τον ξύπνησε και τον ρώτησε τίνος είναι το κορίτσι που κλαίει.
 - Είναι η γυναίκα μου, απάντησε ο μάγος.
  Η βασιλοπούλα όμως πετάχτηκε μονομιάς απάνω και είπε στο βασιλιά :
- Ψέμματα ! Μην τον πιστεύετε κύριε. Είναι ένας κακός μάγος που μ' έκλεψε και μ' έφερε με το ζόρι εδώ πέρα.
  Ο βασιλιάς της Κίνας τότε κατάλαβε και διέταξε τους ανθρώπους του :
- Δώστε στο γέρο ένα γερό ξύλο και ρίξτε τον στη φυλακή !
 Δυό τρεις απ' την ακολουθία του πήραν το μάγο και ο βασιλιάς παρακάλεσε την Σέμς άλ Ναχάρ να πάει μαζί του στην πόλη. Πριν να ξεκινήσουν τη ρώτησε τί είδους άλογο ήταν αυτό που είχαν μαζί τους και η Σέμς άλ Ναχάρ του απάντησε πως μ' αυτό ο μάγος κάνει διάφορα μαγικά παιγνίδια.
  Ο βασιλιάς τότε διέταξε να πάρουν και το άλογο μαζί τους.
  Όταν έφτασαν στο παλάτι οδήγησαν τη βασιλοπούλα σ' ένα ωραιότατο διαμέρισμα και την άλλη μέρα ο βασιλιάς της ζήτησε να γίνει γυναίκα του.
  Η Σέμς άλ Ναχάρ που δεν το ήθελε αυτό, άρχισε αμέσως να παριστάνει την τρελλή. Κλωτσούσε με τα πόδια της ό, τι έβρισκε, χτυπούσε με τα χέρια ολόγυρά της, ξεφώνιζε δυνατά και πετούσε τα παπούτσια της δεξιά-αριστερά.
  Ο βασιλιάς νόμισε πως ήταν πραγματικά άρρωστη και λυπήθηκε πολύ. Έβαλε καμαριέρες να την περιποιούνται και κάλεσε απ' όλα τα μέρη γιατρούς και αστρονόμους μήπως και την γιατρέψουν.
  Όλον αυτόν τον καιρό ο Άκμαρ γύριζε από χώρα σε χώρα κι από πόλη σε πόλη και ρωτούσε να βρει την αρραβωνιαστικιά του. Και η τύχη τά 'φερε να φτάσει ακριβώς τις ημέρες εκείνες στην πρωτεύουσα της Κίνας. Κατέβηκε λοιπόν γρήγορα στην αγορά για να μάθει τα νέα του τόπου. Εκεί άκουσε τους ανθρώπους να μιλούν για το βασιλιά τους και για το ωραίο κορίτσι που ήταν άρρωστο και δε μπορούσε με τίποτα να γίνει καλά. Ρωτώντας-ρωτώντας έμαθε σιγά-σιγά όλη την ιστορία με το μάγο, το άλογο και τα λοιπά.

  - Είναι τώρα ένας χρόνος με την υπόθεση αυτή, του έλεγαν, και κανένας δε μπόρεσε να κάνει καλά αυτό το κορίτσι.
  Ο Άκμαρ βεβαιώθηκε πια πως το κορίτσι δεν ήταν άλλο από την αρραβωνιαστικιά του τη Σέλμς άλ Ναχάρ και καταχάρηκε απ' τα βάθη της καρδιάς του.
  Χωρίς να χάσει καθόλου καιρό ντύθηκε σαν αστρονόμος. Φόρεσε ένα φαρδομάνικο φόρεμα και τουρμπάνι στο κεφάλι. Έβαψε τα μαλλιά του και χτένισε τα γένια του. Ύστερα πήρε ένα κουτί με λίγο άμμο μέσα και ένα παλιό βιβλίο από περγαμηνή και τράβηξε κατά το παλάτι.
 - Πέστε στο βασιλιά, είπε στο θυρωρό, πως ήρθε ένας σοφός αστρονόμος από την Περσία. Άκουσε για την αρρώστια του κοριτσιού και ζητάει να την γιατρέψει.
  Ο θυρωρός άνοιξε γρήγορα την πόρτα και οδήγησε τον Άκμαρ στο βασιλιά.
  Μπροστά στο βασιλιά ο Άκμαρ άρχισε να μουρμουρίζει διάφορα ακατανόητα λόγια όπως κάνουν οι πραγματικοί αστρονόμοι και ύστερα χαιρέτησε σκύβοντας βαθιά στη γη.
 - Ω, σοφέ άνθρωπε, του είπε ο βασιλιάς, έχω ένα κορίτσι άρρωστο εδώ και ένα χρόνο. Χτυπάει χέρια και πόδια, πετάει ό, τι βρίσκει μπροστά του και ξεφωνίζει αδιάκοπα. Αν το κάνεις καλά, θα σου δώσω ό, τι μου ζητήσεις.
 - Ας πάω πρώτα να την εξετάσω, να ιδούμε από τί ακριβώς πάσχει και ύστερα τα λέμε πάλι, είπε ο Άκμαρ.
  Ο βασιλιάς διέταξε να οδηγήσουν αμέσως τον ψευτοαστρονόμο στο διαμέρισμα του κοριτσιού.
  Ανοίγοντας την πόρτα ο Άκμαρ είδε την αρραβωνιαστικιά του και της είπε :
 - Ο Θεός να μας βοηθήσει να τα βγάλουμε πέρα Σέμς άλ Ναχάρ. Θάρρος ! Εγώ είμαι ο Άκμαρ.
  Μόλις εκείνη άκουσε την φωνή του, τον γνώρισε αμέσως. Πήδησε επάνω τρελλή απ' τη χαρά της, τον αγκάλιασε και τον ρωτούσε συνέχεια πώς βρέθηκε εκεί πέρα και τί σχέδια είχε.
 - Τώρα δεν έχουμε καιρό για πολλές κουβέντες, της είπε αυτός. Κι εγώ ακόμα δεν ξέρω με τί τρόπο θα προσπαθήσω να σε ελευθερώσω. Θα σκεφτώ όμως κάποιο σχέδιο για να τους ξεγελάσω. Εσύ να κάνεις ό, τι θα σου λέω.
  Ύστερ' απ' αυτά ο Άκμαρ πήγε στο βασιλιά και του είπε :
- Κύριέ μου, έλα να σου δείξω ένα θαύμα. Ακολούθα με !
  Ο βασιλιάς σηκώθηκε αμέσως κι έτρεξαν κι οι δυό στο δωμάτιο της άρρωστης. Μόλις μπήκαν μέσα εκείνη έπεσε κάτω κι άρχισε πάλι να χτυπιέται, να ξεφωνίζει και να αφρίζει απ' το κακό της. Ο Άκμαρ τότε πήγε κοντά της, μουρμούρισε διάφορα ξόρκια, τη φύσηξε στο πρόσωπο και πλησιάζοντας στο αυτί της, είπε με τρόπο :
 - Ησύχασε, σήκω επάνω και πήγαινε να φιλήσεις με σεβασμό το χέρι του βασιλιά.

  Η Σέμς άλ Ναχάρ ησύχασε αμέσως κι έκαμε σαν να ξύπνησε από βαθύ ύπνο. Ύστερα σηκώθηκε, πλησίασε το βασιλιά, του φίλησε το χέρι και είπε :
 - Καλώς ήρθες Μεγαλειότατε. Σ' ευχαριστώ για την επίσκεψη.
  Ο βασιλιάς τά 'χασε από τη χαρά του. Γύρισε στον ψευτοαστρονόμο και του είπε :
 - Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις και αμέσως θα γίνει το θέλημά σου.
 Ο Άκμαρ όμως του απάντησε :
 - Βασιλιά μου έχουμε καιρό ακόμη για τη πληρωμή μου. Η θεραπεία ακόμη δεν ετελείωσε. Φοβούμαι πως η αρρώστια θα ξαναφανεί αν δε λάβουμε τα μέτρα μας. Γι' αυτό πρέπει πρώτα να κάμει ένα καλό λουτρό και ύστερα να την πάμε έξω στον τόπο που την βρήκατε. Εκεί, επί τόπου, θα βρω τί ακριβώς έγινε και πώς έπαθε ό, τι έπαθε.
  Ο βασιλιάς έκαμε όπως του είπε ο αστρονόμος.
  Έτσι σε λίγο όλοι βρίσκονταν έξω απ' την πόλη κοντά στην πηγή.
  Ο Άκμαρ τότε διέταξε να ανάψουν ολόγυρα φωτιές με χόρτα ώστε να σχηματιστεί ένα σύννεφο από καπνό. Ύστερα άρχισε να μουρμουρίζει διάφορα ασυνάρτητα λόγια και μιά να κοιτάζει ψηλά τον ουρανό και μιά να χτυπάει με μιά βέργα τη γη. Αφού έκαμε όλα αυτά τα θεατρικά, ήρθε στο βασιλιά και του είπε :
 - Κύριέ μου ανακάλυψα πια την αιτία του κακού.
 - Ποιά είναι ; ρώτησε ανυπόμονα ο βασιλιάς.
 - Το κακό βρίσκεται στο σώμα ενός ζώου πού 'ναι καμωμένο από λευκό αλάβαστρο. Πρέπει αυτό το ζώο να βρεθεί και νά 'ρθει εδώ να το εξετάσω και να το ξορκίσω όπως πρέπει, αλλιώς το κορίτσι κάθε μήνα θα υποφέρει ταχτικά απ' την αρρώστια του. Ο βασιλιάς θαύμασε τώρα πιο πολύ τον ψευτοαστρονόμο και του είπε :
 - Φίλε μου είσαι ένας μεγάλος δάσκαλος και σοφός. Έτσι όπως τα λες είναι. Εγώ με τα μάτια μου είδα το λευκό άλογο από αλάβαστρο κοντά στο μάγο και το κορίτσι όταν τους αντάμωσα εδώ πέρα. Τώρα θα το φέρουν αμέσως.
   Και γυρίζοντας στους ανθρώπους του, έδωσε διαταγή να τρέξουν να φέρουν το μαγικό άλογο...
  Όταν τό 'φεραν ο Άκμαρ το εξέτασε πρώτα καλά-καλά μήπως κι είχε πάθει καμμιά βλάβη. Ύστερα διέταξε ν' ανάψουν πιο δυνατά τις φωτιές και επάνω τους έριξε μερικά βότανα, ενώ μουρμούρισε διάφορα ακατανόητα λόγια.
  Τέλος τους είπε :
 - Τώρα θα καθίσω απάνω στο άλογο μαζί με την άρρωστη. Οι καπνοί από τα βότανα που έριξα θα μπουν από το στόμα και τη μύτη του αλόγου και θα διώξουν το κακό από το σώμα του και από την άρρωστη. Όταν θα κατεβούμε ύστερα, το κορίτσι θά 'ναι εντελώς καλά.
  Ο βασιλιάς δέχτηκε μ' ενθουσιασμό. Βιαζόταν μάλιστα και φώναζε στους ανθρώπους του :
 - Εμπρός, τί κάθεστε ; Δεν ακούσατε τί είπε ο σοφός αστρολόγος ;
  Αμέσως εκείνοι άναψαν γερά τις φωτιές ενώ ο Άκμαρ με την Σέμς άλ Ναχάρ κάθισαν κρυφογελώντας στη ράχη του μαγικού αλόγου.

  Χωρίς να χάσει καθόλου καιρό ο Άκμαρ γύρισε το στρόφαλο στο δεξί πλευρό του ξύλινου ζώου. Το μαγικό άλογο τινάχτηκε σαν πουλί στον αέρα μαζί με τους δυό νέους.
  Τότε ο βασιλιάς σα να κατάλαβε επί τέλους τί γίνονταν, έβαλε τις φωνές :
 - Πιάστε τους ! Πιάστε τους !
  Μα κανένας δε μπορούσε βέβαια να τους πιάσει.
  Και μόνον η φωνή του Άκμαρ ακούστηκε από ψηλά :
 - Βασιλιά, όταν θελήσεις στο μέλλον να παντρευτείς, ρώτα πρώτα και το κορίτσι αν σε θέλει !!
  Σε λίγο το μαγικό άλογο είχε πια χαθεί στα βάθη του ουρανού. Ένας λαμπρός ήλιος φώτιζε τα γεμάτα ευτυχία πρόσωπα των δυό νέων, ενώ από κάτω τους περνούσαν αδιάκοπα σε υπέροχες εικόνες οι ομορφιές του κόσμου.

  Τέλος ο Άκμαρ και η Σέμς άλ Ναχάρ έφτασαν στην πρωτεύουσα της Περσίας. Αυτή τη φορά κατέβηκαν ίσια στο παλάτι. Οι γονείς του μόλις τους είδαν, έκλαιγαν απ' τη χαρά τους. Η ευχάριστη είδηση διαδόθηκε αμέσως σ' όλη την πόλη. Και ξανάρχισαν πάλι οι χαρές και τα τραγούδια χωρίς να διακοπούν αυτή τη φορά.
   Ο βασιλιάς της Περσίας έστειλε και κάλεσαν τους γονείς της Σέμς άλ Ναχάρ και αμέσως έγιναν οι γάμοι. Εφτά μέρες και εφτά νύχτες γλεντούσε ο κόσμος. Και αν ρωτάτε για το μαγικό άλογο, τό 'βαλαν μέσα στο δωμάτιο με τους θησαυρούς. Φαίνεται όπως πως απ' τους πολλούς καπνούς που ρούφηξε, κάτι θα έπαθε, γιατί από τότε δεν ξανακούστηκε να πετάξει...

                                                                                   *******
                                                                         ******************