Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

...Χιλιάδες φωτάκια απλώνονται μπροστά στην σκηνή...Πού είναι οι εποχές που το κοινό χτυπιόταν, χόρευε ή δάκρυζε αναλόγως των συναισθημάτων ;...

Η Adele και οι νέο-νάρκισσοι

fasianos_anasynthesi
Η Adele είναι η πιο επιτυχημένη τραγουδίστρια της γενιάς της, με ένα κοινό νεαρής ηλικίας που την ακολουθεί φανατικά. Είναι, αυτό που λέμε: ¨Τι παίζει τώρα¨. Πρόσφατα σε συναυλία, απευθύνθηκε προσωπικά σε μία θαυμάστρια που την βιντεοσκοπούσε συνέχεια με το κινητό της: «Μην το κάνεις αυτό, της είπε,  είμαι εδώ ζωντανή μπροστά σου! Απόλαυσε το!». Δεν ξέρω αν ο τρόπος ήταν σωστός ούτε ξέρω πως ένιωσε η νεαρή θαυμάστρια, αλλά η Adele νομίζω ορθώς έθιξε ένα υπαρκτό πρόβλημα: Την εικονική πραγματικότητα των νέο-νάρκισσων…
Συμβαίνει το εξής περίεργο. Κάποιος, π.χ. στήνεται να πληρώσει -πολλά..- στην ουρά των εκδοτηρίων, καταφέρνει να βρει μία καλή θέση στην συναυλία του καλλιτέχνη που αγαπά (;) και όταν έρχεται η στιγμή να απολαύσει τα τραγούδια και το θέαμα ιδίοις όμμασι…  επιλέγει  να τα βλέπει και να τα καταγράφει όλα μέσα από την οθόνη του κινητού! Και δεν είναι μόνο ένας. Χιλιάδες φωτάκια απλώνονται μπροστά στην σκηνή… Πού είναι οι εποχές που το κοινό κτυπιόταν, χόρευε ή δάκρυζε αναλόγως των συναισθημάτων; Πάνε αυτά: Στρατιωτάκια αμίλητα, αγέλαστα μήπως και κουνηθεί η εικόνα…

Ίσως σκεφτούμε αγαθά: Θέλουν προφανώς να θυμούνται τις στιγμές. Κι όμως. Δεν μιλάμε για στιγμές μιλάμε για ώρες εμπειριών που κάποιοι προτιμούν να τις καταγράφουν από το να τις ζουν. Έπειτα, η καταγραφή αυτή δεν μπαίνει σε κάποιο προσωπικό άλμπουμ ή σε ένα ρομαντικό εφηβικό ημερολόγιο. Μακάρι να ήταν τόσο απλά… Η καταγραφή πλέον ανεβαίνει σε ζωντανό χρόνο σε λογαριασμούς social media ή σε κανάλια του YouTube. Από κάτω ήδη αρχίζουν τα χεράκια με τον υψωμένο αντίχειρα: Τα πολυπόθητα likes! «Ήμουν και εγώ εκεί!» θέλουν να πουν. Αλήθεια όμως, ήταν πραγματικά «εκεί»; 
Μία 15ετία πριν, και για αιώνες ο ¨νάρκισσος¨  ήταν κάποιος ο οποίος απολάμβανε ένα κάποιο είδος ηδονής καμαρώνοντας το είδωλο του στον καθρέπτη…

Ξεχάστε το. 
Φασιανός Αλέκος Νάρκισσος, 2003
Φασιανός Αλέκος
Νάρκισσος, 2003
Ο ναρκισσισμός έχει προχωρήσει πολύ παραπέρα. Πλέον ο νάρκισσος δεν ποζάρει μόνον. Ποζάρει για να post-άρει… Στην θέση του καθρέπτη έχει μπει η σελίδα ή ο ¨τοίχος¨ του facebook. Το ημερολόγιο των δραστηριοτήτων δεν είναι καθόλου προσωπικό, και αυτό γίνεται οικειοθελώς. Έτσι η μπάλα περνάει πλέον στην εξέδρα. Σε μία μάλιστα τραβηγμένη βερσιόν αυτής της κουλτούρας, ο χρήστης  καταντά να ζει σχεδόν ψηφοθηρικά μέσω του προφίλ του: Δεν καμαρώνω για αυτά που κάνω και μπορεί και να μην ξέρω καν αν τα θέλω, μέχρι να τα εγκρίνουν μαζικώς οι υπόλοιποι μέσω μίας στιγμιαίας ψήφου! Μέχρι δηλαδή να γίνουν κάπως…viral (δημοφιλή). Τότε μόνον αξίζουν και μου αρέσουν και εμένα… Για να καταλάβετε: Φίλος που ασχολείται με παιδιά μου περιέγραψε πως είδε έναν έφηβο εμφανώς στενοχωρημένο και αμίλητο. Όταν τον ρώτησε τί έχει πήρε την εξής απάντηση: «έχω κάνει post νέα φωτογραφία με την κοπέλα μου, εδώ και λίγη ώρα και ακόμα δεν έχω ούτε ένα like…» Για αυτό λέω: Καλά έκανε η Adele… Και ίσως η κάθε Adele θα πρέπει σιγά-σιγά να αφυπνίσει ένα μέρος μίας ολόκληρης γενιάς που νοιάζεται περισσότερο να ¨ανεβάζει¨ την ζωή της στην κρίση του ιντερνετικού όχλου της στιγμής, παρά να την ζει… 

Ο ωραίος Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ πούλησε την ψυχή του, ώστε να μείνει πάντα νέος και όμορφος όπως στο πορτραίτο του. Τουλάχιστον όμως πίστευε πως εκείνη η ομορφιά ήταν δική του. Οι ωραίοι 18άρηδες, «πουλούν» την ζωή τους στα πρωτοσέλιδα των social media περιμένοντας από άλλους την έγκριση ενός προφίλ που τους γίνεται όλο και πιο πολύ επιφανειακό και ξένο…
Χαράλαμπος Πετρουλέας 
 Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει (εις διπλούν) τη σελίδα είναι έργο του Αλέκου Φασιανού.
ΠηγήAντίφωνο 
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ, ΩΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΙ ΩΣ ΤΕΧΝΗ, ΕΧΕΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΣΕΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΙΣΟΝ ΑΙΩΝΑ...

Οι 10 καλύτερες ελληνικές ταινίες

740full-attenberg-screenshot
To Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (BFI) επέλεξε πρόσφατα τις 10 καλύτερες ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, από την εποχή Μιχάλη Κακογιάννη και του Θόδωρου Αγγελόπουλου μέχρι το λεγόμενο «weird wave» του Γιώργου Λάνθιμου και της Ραχήλ Τσαγγάρη.
Η Christina Newland του BFI που επιμελήθηκε την λίστα, γράφει στο συνοδευτικό κείμενο:
«Ο ελληνικός κινηματογράφος, ως επιχείρηση και ως τέχνη, έχει χαρακτηριστεί από την αντιπολίτευση και αγωνίζεται να επιβιώσει εδώ και μισό αιώνα. Την ίδια στιγμή που η τέχνη του κινηματογράφου σε άλλες χώρες ανθίζει -συχνά παρά τα δικτατορικά καθεστώτα και εν καιρώ πολέμου- η βιομηχανία του κινηματογράφου στην Ελλάδα παραπαίει. Χωρίς κρατικά κεφάλαια και αυστηρά ελεγχόμενοι από την προπαγάνδα της εποχής, ακόμα και οι πιο αποφασισμένοι σκηνοθέτες βρήκαν δεκάδες εμπόδια από το πολιτικό τοπίο της χώρας.
Μετά το τέλος της ναζιστικής κατοχής, το έθνος βυθίστηκε σε ένα βάναυσο εμφύλιο πόλεμο, βάζοντας αντιμέτωπους τις βασιλικές δυνάμεις με τους επαναστάτες κομμουνιστές. Κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60 υπήρξε μια καλλιτεχνική ανάπαυλα -που αντιπροσωπεύτηκε από τον «νέο ελληνικό κινηματογράφο». Δανειζόμενοι στοιχεία του ιταλικού νεορεαλισμού και εκφράζοντας, ακόμα και πλαγίως, τους αγώνες του πρόσφατου παρελθόντος, σκηνοθέτες όπως ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Νίκος Κούνδουρος και ο Αλέξης Δαμιανός ξεκίνησαν μια νέα στυλιστική αναγέννηση. Αυτό το ορμητικό ρεύμα, όμως σταμάτησε απότομα το 1967, όταν ένα πραξικόπημα οδήγησε σε μια στρατιωτική χούντα που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία. Το καθεστώς αυτό ήταν γνωστό για την καταστολή και τη σκληρή λογοκρισία που ασκούσε, με αποτέλεσμα τα στούντιο στην Ελλάδα να καταρρεύσουν.
Οι εγχώριοι κινηματογραφιστές έχουν καταφέρει να κερδίσουν παγκόσμια αναγνώριση μόνο φευγαλέα, καθώς δεν είναι πολλές οι ελληνικές ταινίες που έχουν παρουσιαστεί στο αγγλόφωνο κοινό. Τα τελευταία χρόνια όμως αυτό έχει αλλάξει ραγδαία, με μια χούφτα avant-garde σκηνοθετών με περιορισμένο budget να έχει καταφέρει να εισχωρήσει στα μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ. ΤΟ 2009 ο Γιώργος Λάνθιμος κέρδισε το βραβείο Ένα Κάποιο Βλέμμα (Un Certain Regard) στις Κάννες με τον παράξενο «Κυνόδοντα».
Παρά το γεγονός πως η οικονομική κρίση του 2008 εξακολουθεί να τονίζει τις πολιτικές διαμάχες που συνεχίζουν εδώ και χρόνια στη χώρα, έχει επίσης υποδεχθεί την ανεξέλεγκτη αναρχία ενός νέου είδους κινηματογράφου -το οποίο έχει κατηγοριοποιηθεί χοντρικά ως “weird wave”. Οι σκηνοθέτες αυτού του είδους έχουν αντικρούσει την επικρατούσα ελληνική κινηματογραφική παράδοση, επικεντρώνοντας στην ελληνική ιστορία και ταυτότητα και αντιμετωπίζοντας το αυστηρά λογοκριμένο παρελθόν.
Έχοντας όλα αυτά υπόψη, είναι συναρπαστικό να δούμε τι θα κάνει στο άμεσο μέλλον το ελληνικό σινεμά, έτσι όπως βρίσκεται αυτή τη στιγμή ανάμεσα σε μια αναμέτρηση με τη δική του ιστορία και την τολμηρή απόφαση να χαράξει μια εκκεντρική πορεία προς το μέλλον».
Αυτές είναι οι 10 ελληνικές ταινίες που επέλεξε το BFI.
Στέλλα (1955)
Σκηνοθέτης: Μιχάλης Κακογιάννης

Ο Κακογιάννης είναι ίσως ο πιο γνωστός Έλληνας σκηνοθέτης στο αγγλόφωνο κοινό. Η «Στέλλα», επηρεασμένη τόσο από τον ιταλικό νεορεαλισμό όσο και από την κλασική ελληνική τραγωδία, αφηγείται την ιστορία μιας απελευθερωμένης γυναίκας (Μελίνα Μερκούρη) που παρά τη θέλησή της να μην δεσμευτεί, εγκλωβίζεται σε έναν γάμο με έναν ποδοσφαιριστή. Η Στέλλα είναι «η χαρά της ζωής», είναι οι αποφάσεις της όμως που της επιφυλάσσουν ένα όχι και τόσο αισιόδοξο μέλλον.
Ο Δράκος (1956)
Σκηνοθέτης: Νίκος Κούνδουρος

Ο Κούνδουρος έφτιαξε, ουσιαστικά, ένα ελληνικό φιλμ νουάρ εμπνευσμένο από ένα διαβόητο Έλληνα γκάνγκστερ της εποχής. Ο Θωμάς, ο άτυχος πρωταγωνιστής που υποδύεται συγκλονιστικά ο Ντίνος Ηλιόπουλος, είναι σωσίας του γκάνγκστερ, κάτι που προκαλεί μια σειρά τεράστιων παρεξηγήσεων στην πόλη. Τα όρια της ηθικής θολώνουν σε μια ταινία που έχει ψηφιστεί επανειλημμένα ως η καλύτερη ελληνική ταινία όλων των εποχών.
Ποτέ την Κυριακή (1960)
Σκηνοθέτης: Ζυλ Ντασέν

Ο Ντασέν φτιάχνει μια ταινία-όχημα προς την απόλυτη διασημότητα για τη γυναίκα του, Μελίνα Μερκούρη, η οποία υποδύεται την καλόκαρδη πόρνη Ίλια που αγαπά τις αρχαίες τραγωδίες αρκεί να έχουν το happy end που τους δίνει και αντιπροσωπεύει το μάχιμο πνεύμα μιας γενιάς σκληροτράχηλων Ελλήνων.
Ο Θίασος (1975)
Σκηνοθέτης: Θεόδωρος Αγγελόπουλος

Ένα μπουλούκι ηθοποιών ταξιδεύει το 1939 κατά μήκος της ελληνικής επαρχίας, βιώνει τον εμφύλιο και μέσα από το ταξίδι του αποτυπώνεται ολόκληρη η ιστορία μισού αιώνα της Ελλάδας. Ο Αγγελόπουλος, μέσα από αργά, μακρόσυρτα πλάνα -χαρακτηριστικό του στυλ του ως δημιουργός- συνθέτει ένα αριστούργημα αφήγησης, αισθητικής και φόρμας που αποτελείται από, μόλις, 80 λήψεις.
Ρεμπέτικο (1983)
Σκηνοθέτης: Κώστας Φέρρης

Η ταινία αποτελεί μυθιστορηματοποίηση της ζωής της διάσημης λαϊκής τραγουδίστριας Μαρίκας Νίνου, η οποία λειτουργεί ως αφορμή για τον Φέρρη ώστε να παρουσιάσει ταυτόχρονα την ιστορία της Ελλάδας από την αρχή του αιώνα μέχρι τη δεκαετία του '50. Το ίδιο το ρεμπέτικο λειτουργεί ως φορέας μνήμης και πολιτικού σχολιασμού.
Ταξίδι στα Κύθηρα (1984)
Σκηνοθέτης: Θεόδωρος Αγγελόπουλος

Η πρώτη ταινία της, άτυπης, «Τριλογίας της Σιωπής» του Αγγελόπουλου, αφηγείται την επιστροφή ενός ηλικιωμένου άντρα στην πατρίδα του, μετά την εξορία του κατά τον εμφύλιο εξαιτίας των αριστερών πολιτικών του πεποιθήσεων. Μετά από 35 χρόνια στη Σοβιετική Ένωση, ο άντρας αυτός (Μάνος Κατράκης) επιστρέφει σπίτι του για να βρει τη, γερασμένη πλέον, σύζυγό του και τα ενήλικα παιδιά του να τον περιμένουν, παλεύοντας ταυτόχρονα να νιώσει κάτι για αυτούς.
Κυνόδοντας (2009)
Σκηνοθέτης: Γιώργος Λάνθιμος

Το πλέον χαρακτηριστικό δείγμα του «weird wave» και ίσως η ταινία που το καθιέρωσε, ο «Κυνόδοντας» του Λάνθιμου δεν είναι μια ταινία που βλέπεις ευχάριστα, ούτε μια ταινία που ξεχνάς εύκολα. Συζητήθηκε όσο λίγες, αποθεώθηκε αλλά και απαξιώθηκε επίσης όσο λίγες και κατάφερε να φτάσει μέχρι τα Όσκαρ, κάνοντας το όνομα του Λάνθιμου γνωστό σε όλο το Hollywood.
Ακαδημία Πλάτωνος (2009)
Σκηνοθέτης: Φίλιππος Τσίτος

Μια υποτιμημένη ταινία που σχολιάζει την αντιπαράθεση του εθνικισμού με την πολυπολιτισμικότητα στην Ελλάδα, μια αντιπαράθεση που έγινε πολύ πιο επίκαιρη τα τελευταία χρόνια με την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων και την προσφυγική κρίση στην Ελλάδα. Ένας Ελληναράς που περνά όλη του την ημέρα έξω από ένα ψιλικατζίδικο, αμπελοφιλοσοφώντας με άλλους αργόσχολους, ανακαλύπτει πως έχει αλβανικό αίμα και αναγκάζεται να αλλάξει τον τρόπο σκέψης που είχε μέχρι τώρα.
Attenberg (2012)
Σκηνοθέτης: Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη

Η ταινία της Τσαγγάρη είναι ένα αταξινόμητο δράμα σεξουαλικής σύγχυσης, σύγχρονης αποξένωσης και γυναικείας φιλίας. Η Μαρίνα, μια απομονωμένη νεαρή γυναίκα, περνά τις μέρες της κλεισμένη μέσα στο σπίτι που συγκατοικεί με τον άρρωστο πατέρα της και έχει εμμονή με τα ντοκιμαντέρ για τη φύση του David Attenborough. Με έναν ακαθόριστο τρόπο, η ταινία αντικατοπτρίζει την αναταραχή της χώρας και σχολιάζει τα θέματα της απώλειας και του αποπροσανατολισμού.
OXI: An Act of Resistance (2014)
Σκηνοθέτης: Ken McMullen
oxi an act of resistance
Αν και outsider, το ΟΧΙ αποτελεί μια διορατική, φιλοσοφική απάντηση στην ελληνική οικονομική κρίση, τοποθετώντας την σε ένα ευρύτερο ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο από ότι θα την έβαζε ένας παραδοσιακός ιστορικός ή οικονομολόγος. Χρησιμοποιώντας το εθνικό πνεύμα της αμφισβήτησης ως οδηγό, ο McMullen διερευνά τόσο την αρχαία ιστορία όσο και το σύγχρονο κλίμα της εποχής.
_____________________________
  Πηγή: huffingtonpost.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com









Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

"ΔΙΨΑΩ, ΠΕΙΝΑΩ, ΚΡΥΩΝΩ...Κι η καρδιά μου είναι μία Επιθυμία που ψυχορραγεί" ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΕΜΠΕΛΗ

Για σένα, άλλοθι δεν θέλω


..

..
Για σένα, άλλοθι δεν θέλω
..
Η καρδιά μου
είναι μια σπηλιά μ’ αγρίμια,
με σκουριασμένες λύπες κι αγριόχορτα.
Άγριοι άνεμοι φυσάνε από παντού,
γεμίζει σαπισμένα φύλλα.

..
Πολύχρωμο χιόνι,
δε βρίσκω πουθενά.
Σκουλήκια μόνο
ακουμπούν τα πόδια μου.
Νεκρές οι πεταλούδες,
γκρίζα τα ουράνια τόξα.
Και μόνο κάτι κόκκινα φιλιά,
επιμένουν να κολλάνε πάνω μου..



..
Η καρδιά μου λοιπόν,
ειν’ η Αλήθεια που δεν αθωώνεται.
..
Ορθή περιμένω το κατηγορητήριο.
Στα μάτια μπορώ,
να τους κοιτάξω όλους.
Γιατί εγώ
για σένα,
άλλοθι δεν θέλω.

..
Κι αν κυνηγιέμαι μ’ ένα φθινόπωρο
κι όλο κουρέλια ντύνομαι,
άδοξα ηττημένη,
στα γόνατα δεν πέφτω.
Δεν παρακαλάω το Θεό μου
να με γλυτώσει απ’ τα καρφιά,
το ξύδι,
το αγκάθινο στεφάνι.
Γιατί εγώ για σένα,
άλλοθι δεν θέλω.
..
Διψάω, πεινάω, κρυώνω..
Κι η καρδιά μου
είναι μια Επιθυμία που ψυχορραγεί.

..
Αλλά μη νοιάζεσαι Βασιλιά μου..
Μέτρησε τα τριάντα αργύρια.
Χαμογέλασε στους τοκογλύφους σου και πούλα με.
Εγώ για σένα,
άλλοθι δεν θέλω.
..
..
Αικατερίνη Τεμπέλη

..

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

"Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν μόνος του. Όποιος πέρασε έξω από το μπακάλικό του εκείνη την ημέρα τον είδε να έχει τη φώκια στα πόδια του και τρυφερά να την ταΐζει" ΜΑΚΗΣ ΜΩΡΑΙΤΗΣ

Μάκης Μωραΐτης: 

Ἀσυνήθιστος ἔρωτας


Moraitis,Makis-AsynithistosErotas-Eikona-01

Μάκης Μωραΐτης

Ἀ­συ­νή­θι­στος ἔ­ρω­τας


12-Omikron-Hymnus_in_Romam_61_2ΛΗ ΤΟΥ ΤΗ ΖΩΗ ὁ Ἀν­τρί­κος Κου­ρού­κλης τὴν πέ­ρα­σε στὸ μα­κρό­στε­νο μπα­κά­λι­κό του. Ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα ἄ­νοι­γε τὸ μα­γα­ζί του, ἄ­να­βε τὸν ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­δύ­να­μο λαμ­πτή­ρα, φό­ρα­γε τὴν πο­διά του καὶ ἔ­πι­α­νε δου­λειά. Τὴν πόρ­τα ἄ­φη­νε ἀ­νοι­χτὴ τὰ κα­λο­καί­ρια, τὴν ξυ­λό­σομ­πα ἄ­να­βε τοὺς χει­μῶ­νες. Μό­νη του δι­α­σκέ­δα­ση νὰ με­τρά­ει τὰ λε­φτά, νὰ τὰ κά­νει μα­σού­ρι καὶ νὰ τὰ κρύ­βει.

       Μπῆ­κε ὁ χρό­νος βγῆ­κε ὁ χρό­νος καὶ ὁ Ἀν­τρί­κος ἐ­κεῖ, μό­νο νὰ βλέ­πει τὴ μιὰ τὰ νε­ρὰ τῶν βρο­χῶν νὰ τρέ­χουν στὴν κα­τη­φό­ρα, τὴν ἄλ­λη τὸν ἀ­γέ­ρα νὰ ση­κώ­νει σύν­νε­φα σκό­νης, σέρ­νον­τας ὁ ἴ­διος τὸ δε­ξί του πό­δι λό­γῳ τῆς ἐκ γε­νε­τῆς ἀ­να­πη­ρί­ας του. Γυ­ναί­κα δὲν εἶ­χε στὴ ζω­ή του, οὔ­τε γά­μο ἔ­κα­νε πο­τέ, μό­νο μιὰ ἀ­δελ­φὴ ποὺ τὴν ἔ­χα­σε ἀ­πὸ νω­ρίς.
       Καὶ ἦρ­θε ἡ φώ­κια στὸν Πα­ρα­λια­κὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χει­μώ­να. Με­ρό­νυ­χτα πολ­λὰ πή­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν σὲ ὅ­λη τὴν ἔ­κτα­ση τῶν ρη­χῶν νε­ρῶν, τὴ μιὰ νὰ σκού­ζει, τὴν ἄλ­λη νὰ μοι­ρο­λο­γᾶ. Πό­νο πο­λὺ ἔ­βγα­ζαν τὰ κρω­ξί­μα­τά της. Γιὰ κα­κὸ ση­μά­δι τὸ πῆ­ραν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι καὶ ἔ­κα­ναν τὸν σταυ­ρό τους κα­θὼς περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ κεῖ, ἰ­δι­αί­τε­ρα βέ­βαι­α οἱ ψα­ρά­δες τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Λὲς καὶ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, κοί­τα­ζε στὰ μά­τια ὅ­σους πλη­σί­α­ζαν ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ μώ­λου καὶ σὰν νὰ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια γιὰ κά­τι ποὺ ἦ­ταν ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο. «Πρέ­πει νὰ ἔ­χα­σε τὸ παι­δί της», εἶ­πε κά­ποι­α καὶ αὐ­τὸ φά­νη­κε σὲ ὅ­λους ὡς ἡ πιὸ πι­θα­νὴ αἰ­τί­α.

       Ἀ­πο­με­σή­με­ρο ἦ­ταν ὅ­ταν κα­τέ­βη­κε στὸ μῶ­λο ὁ Ἀν­τρί­κος νὰ τὴν δεῖ κι αὐ­τός, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­ση κου­βέν­τα ποὺ εἶ­χε γί­νει ἀλ­λὰ καὶ ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἀ­πό­η­χο τῶν κρω­ξι­μά­των της ποὺ ἔ­φτα­ναν μέ­χρι τὸ μα­γα­ζί του. Τὴν βρῆ­κε σὲ πό­νο με­γά­λο καὶ τὴ συμ­πό­νε­σε. Πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ του ἔ­βγα­λε πρὸς τὰ ἔ­ξω συ­ναι­σθή­μα­τα ὁ Ἀν­τρί­κος, μά­λι­στα μό­λις τὸ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε τα­ρα­κου­νή­θη­κε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κα­τέ­βη­κε στὸ μῶ­λο καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, πρω­ὶ-πρω­ὶ μά­λι­στα, προ­τοῦ ἀ­νοί­ξει τὸ μα­γα­ζί. Τὸ σφί­ξι­μο ποὺ ἔ­νι­ω­σε, πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή του, δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­σει. Καὶ νὰ τοῦ ζη­τοῦ­σες νὰ στὸ ἐκ­φρά­σει μὲ λό­για σί­γου­ρα δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε.



       Ἄλ­λα­ξε τὶς ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Στὸ μα­γα­ζί του δού­λευ­ε ἀλ­λὰ χω­ρὶς μυα­λό. Αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε χά­σει πλέ­ον, ἀ­φοῦ ὅ­λο τὴ φώ­κια σκε­φτό­ταν. Ἐ­πι­τέ­λους στὴν ἀ­κύ­μαν­τη ζω­ή του, ὁ Ἀν­τρί­κος εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ!
       Τὴν τρί­τη ἡ­μέ­ρα, χά­ρα­μα ὅ­πως πάν­τα, μὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ἔ­δει­χνε πὼς ὁ και­ρός της θὰ ἦ­ταν μουν­τός, μπῆ­κε ἕ­νας ἄλ­λος Ἀν­τρί­κος στὸ μα­γα­ζί του. Στὴν ὄ­ψη καὶ στὰ μέ­σα του.
       Μό­νο ποὺ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν ἦ­ταν μό­νος του. Ὅ­ποι­ος πέ­ρα­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπα­κά­λι­κό του ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τὸν εἶ­δε νὰ ἔ­χει τὴ φώ­κια στὰ πό­δια του καὶ τρυ­φε­ρὰ νὰ τὴν τα­ΐ­ζει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μά­κης Μω­ρα­ΐ­της (Λη­ξού­ρι, 1951). Κι­νη­μα­το­γρά­φος, σκη­νο­θε­σί­α, με­λέ­τη, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε κι­νη­μα­το­γρά­φο στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν ὡς σκη­νο­θέ­της στὴν κρα­τι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ δί­δα­ξε σὲ σχο­λὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ στὸ ΤΕΙ Φω­το­γρα­φί­ας Ἀ­θη­νῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε πολ­λὰ βι­βλί­α γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν: Ἡ ποι­η­τι­κὴ εἰ­κό­να (1987). Ὁ ποι­η­τὴς Ἀν­τρέ­ι Ταρ­κόφ­σκι (1996), Ἀ­κό­μη σοῦ χρω­στᾶ­με Νί­κο. Ἡ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Νί­κου Σταυ­ρί­δη (2001). Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ τὸ πο­τά­μι κα­τέ­βα­σε κυ­δώ­νια (1985) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ὁ Μου­νέ­λης (2004) καὶ Μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ Λη­ξού­ρι (2015). Ἐ­ξέ­δω­σε τὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά Σι­νε­μά (1978-1981) καὶ Κα­θρέ­φτης (1997-2001).




Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

.."Έβγαινε από τον κήπο κρατώντας στο χέρι ένα μεγάλο άσπρο τριαντάφυλλο. Ερχόταν προς το μέρος μου αργά, ο ήλιος στεφάνωνε τα μαλλιά της, κάτω από την μαύρη ποδιά της πρόβαλαν δυό ολοστρόγγυλα βυζιά"

Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος: Οἱ φρακασάνες



Ἠ­λί­ας Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος

Oἱ φρακασάνες



ΑΘΩΣ  ΓΥΡΙΖΑ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.
         Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα , πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τό­φε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.

        Ἕνα με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά.
        Ἄ­κου­σα βή­μα­τα στὰ χα­λί­κια κι ὅ­ταν σή­κω­σα τὸ κε­φά­λι μου, εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἡ Ἑ­λέ­νη, ντυ­μέ­νη μὲ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φό­ρε­μα γε­μά­το πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια. Θέ­λω πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­τρά­διο τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, μοῦ εἶ­πε καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να ἀ­πλα­νὲς χα­μό­γε­λο, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να πλα­νιό­ταν πέ­ρα δῶ­θε κι ἅ­πλω­νε τὰ χέ­ρια της νὰ φθά­σει ἕ­να κλα­δὶ τοῦ δέν­τρου. Δὲν τὸ ἔ­χω, τῆς εἶ­πα, θὰ μοῦ τὸ φέ­ρει ὁ Τά­κης τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­λα νὰ δι­α­βά­σου­με μα­ζί. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἔ­πια­σε τὸ κλα­δί, τὸ ἅρ­πα­ξε μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια καὶ ἔ­κα­νε μιὰ μᾶλ­λον ἀ­δέ­ξια ἕλ­ξη, τεν­τώ­νον­τας νω­χε­λι­κὰ τὸ κορ­μί της. Ὕ­στε­ρα πή­δη­σε, τί­να­ξε τὸ κε­φά­λι νὰ δι­ορ­θώ­σει τὰ μαλ­λιά της κι ἔ­φυ­γε. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, μοῦ φώ­να­ξε.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρα τὰ βι­βλί­α μου καὶ πῆ­γα στὸ ἀμ­πέ­λι. Ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ παίρ­νει τὴ γνώ­ρι­μη μυ­ρου­διά του τὸ κλῆ­μα. Τῆς Ἁ­για Μα­ρί­νας ρό­γα καὶ τ’ Ἁ­η­λιὸς στα­φύ­λι, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά μου. Ἔ­φε­ρα στὸ μυα­λό μου τὶς ρό­γες τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἐ­κεί­νη ἦρ­θε σὲ λί­γο φο­ρών­τας μιὰ στε­νὴ χα­κὶ φού­στα καὶ ἄ­σπρο που­κά­μι­σο χω­ρὶς σου­τι­έν. Θέ­λεις νὰ φᾶ­με κα­νέ­να σύ­κο, τῆς εἶ­πα καὶ τὴν πῆ­γα στὴν ἄ­κρη τοῦ ἀμ­πε­λιοῦ. Τὰ πρῶ­τα σύ­κα εἴ­χα­νε ἤ­δη γίνει, οἱ φρα­κα­σά­νες ὅ­πως τὰ ἔ­λε­γαν. Με­γά­λα ἴ­σα­με ἕ­να πορ­το­κά­λι, ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τους κρε­μό­ταν μιὰ στα­γό­να πη­χτὸ μέ­λι μὲ κα­φὲ χρῶμα. Ἔ­βα­λα τὴν Ἑ­λέ­νη νὰ κα­θή­σει, τῆς ἔ­φε­ρα σύ­κα καὶ τῆς ἄ­νοι­ξα τὸ κουμ­πὶ ἀ­πὸ τὸ ἄ­σπρο της που­κά­μι­σο. Τὸ δε­ξί της βυ­ζὶ γλί­στρη­σε ἔ­ξω, ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο στρογ­γυ­λὸ ἀ­π’ ὅ­σο τὸ φαν­τά­στη­κα, ἡ ρό­γα του κά­πως κω­νι­κή. Ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου καὶ κεί­νη ἔ­σκυ­ψε ὁ­λό­τε­λα πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Φράπ, ἀ­κού­στη­κε τό­τε στὸ φρά­χτη καὶ φά­νη­κε ὁ τσό­γλα­νος, ὁ ἀ­δελ­φός της, ψη­λὸς καὶ κα­κο­βι­δω­μέ­νος. Ἡ Ἑ­λέ­νη κουμ­πώ­θη­κε βι­α­στι­κά, ἄ­νοι­ξε ἕ­να βι­βλί­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει, ἐ­μέ­να τὰ πό­δια μου ἔ­τρε­μαν. Ὁ ἀ­δελ­φός της μᾶς χαι­ρέ­τη­σε με­θ’ ὑ­πο­κλί­σε­ως, σάλ­τα­ρε στὴ συ­κιὰ κι ἄρ­χι­σε νὰ τρώ­ει φρα­κα­σά­νες. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἀ­πό­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει, γύ­ρι­ζε τὶς σε­λί­δες τοῦ βι­βλί­ου καὶ κά­θε τό­σο ἴ­σι­ω­νε τὴ φού­στα της. Ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πα­τή­σα­με μα­ζὶ πιὸ πέ­ρα. Μπή­κα­με σὲ ἕ­να με­γά­λο λάκ­κο ἀ­νά­με­σα σὲ κλή­μα­τα, τὸν εἴ­χα­με σκά­ψει στὴν Κα­το­χὴ καὶ κρύ­ψα­με μέ­σα χαλ­κώ­μα­τα καὶ ὅ­πλα. Δο­κί­μα­σα νὰ πιά­σω πά­λι τὸ βυ­ζὶ τῆς Ἑ­λέ­νης, ἐ­κεί­νη τρα­βή­χτη­κε, για­τὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι, μοῦ εἶ­πε. Μά­ζε­ψε τά βι­βλί­α της, φώ­να­ξε τὸν ἀ­δελ­φό της καὶ ἔ­φυ­γε. Ἐ­κεῖ­νος πή­δη­σε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο, μὲ πα­ρα­τή­ρη­σε μὲ βλέμ­μα κά­πως μυ­στή­ριο κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε χω­ρὶς νὰ μὲ χαι­ρε­τή­σει, τρώ­γον­τας φρα­κα­σά­νες.
   (1962)


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὀ­δον­τό­κρε­μα μὲ χλω­ρο­φύλ­λη, Τράμ, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1973.

 

Ἠ­λί­ας Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος (Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 1930). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Στρα­τι­ω­τι­κὸς Ἰ­α­τρός. Βι­βλί­α του:  Ὀ­δον­τό­κρε­μα μὲ χλω­ρο­φύλ­λη (Τράμ, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1973), Θερ­μὰ θα­λάσ­σια λου­τρά (Ἐ­γνα­τί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1981) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ὁ θη­σαυρὸς τῶν ἀη­δο­νιῶν καὶ ἄλ­λα δι­ηγή­μα­τα (Γα­βρι­ηλί­δης, Ἀθή­να, 2009).