Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Ο ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ..."Για την εθνικήν μας κυβέρνησιν, τί πιστεύεις ; - Κύριε διοικητά μου τί να σας πω ! Τα καλύτερα ! Αυτοί οι άνθρωποι μας έσωσαν. Δεν ακούσατε τί είπε ο κύριος Πρόεδρος ; '' Η Ελλάς ευρίσκετο προ ενός αδιεξόδου οδεύουσα προς τον κομμουνιστικόν κρημνόν...''

                   
        Ο Βασιλάκης

Μυθιστόρημα Εποχής, Πολιτικής και Κοινωνικής χροιάς
του Γιώργου Β. Χατζηκυπραίου

    1)                                            Τέσσερα κατοστάρικα   

  Γέμισε τον δίσκο με καφέδες και νερά. Ήταν η ώρα για την πρωινή διανομή και στα γύρω μαγαζιά τον περίμεναν σαν θεό. Πώς να ξεκινήσει η μέρα χωρίς να κατεβάσεις την πρώτη γουλιά; Ούτε καλημέρα δεν μπορείς να πεις καλά - καλά  Ήταν προχωρημένος Απρίλης και ο καιρός είχε αρχίσει να στρώνει για τα καλά. Από χρόνια τώρα αυτός ο μήνας ήταν ανήσυχος για το Αιγάλεω, η ανοικοδόμηση της Αθήνας ήταν στο φόρτε της. Απ’ τον καιρό που άρχισε αυτό το κόλπο με την αντιπαροχή τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά για τα οικοδομικά επαγγέλματα, αλλά εδώ και τρία χρόνια που ήρθε η χούντα, όλο το βάρος έπεσε στο τι θα χτιστεί. Πολλοί Αιγαλαιώτες δούλευαν στην οικοδομή και έμπαινε αρκετό χρήμα στο προάστιο. Δούλευαν καλά τα εμπορικά μαγαζιά στην περιοχή και μαζί μ’ αυτά και ο καφενές του Βασίλη, που είχε διαδεχτεί τον πατέρα του στην δουλειά. Αυτός του είχε μάθει να είναι συνεπείς με τους πρωινούς καφέδες. Βιαστικός λοιπόν με τον κρεμαστό δίσκο και μοναδική ισορροπία που τον είχε διδάξει η μακροχρόνια πείρα. Είχε να το λέει ότι εδώ και χρόνια δεν είχε χύσει ούτε σταγόνα, όσο βιαστικός κι αν ήταν. Μόνο που αυτοί οι καφέδες δεν είχαν καμία τύχη.
- Άκρηηη!!
Μια φωνή πίσω του και πριν προλάβει να παραμερίσει πέρασε ένας νεαρός τρεχάτος που παρέσυρε τον δίσκο σκορπίζοντας το περιεχόμενό του στο πεζοδρόμιο. Πίσω του έτρεχαν κάποιοι τύποι με βλοσυρές φάτσες. Ο ένας τους έπεσε πάνω στον Βασίλη και κυλίστηκαν μαζί κατάχαμα. Δυο άλλοι πρόλαβαν τον νεαρό και τον έριξαν κάτω χτυπώντας τον με γροθιές και κλοτσιές. Ο ένας τους έβγαλε ένα μικρό γκλομπ και τον χτυπούσε με μανία κάνοντάς τον να ουρλιάζει από τον πόνο.  Οι φωνές του έβγαλαν τον κόσμο στις πΑγαπητέ(ή) Microsoft 365,όρτες και τα παράθυρα. Σε δευτερόλεπτα κατέφθασαν και δυο σκουρόχρωμα αυτοκίνητα. Οι τύποι άρπαξαν τον φουκαρά, που βογκούσε από τα χτυπήματα και τον τσουβάλιασαν στο ένα απ’ αυτά. Όλοι κατάλαβαν. Μπήκαν γρήγορα μέσα στα μαγαζιά χωρίς να περιμένουν την συνέχεια. Ο Βασίλης σηκώθηκε από κάτω, μάζεψε τον δίσκο και όσα από τα φλιτζάνια είχαν περισωθεί και γύρισε βιαστικός στο καφενείο για να ετοιμάσει νέα παρτίδα.
Καλό παιδί ο Βασιλάκης, δουλευταράς και τίμιος. Κοίταζε τη δουλειά του και φρόντιζε να μην ενοχλεί κανένα. Ούτε ήθελε να τον ενοχλούν. Πάνω απ΄ όλα προσπαθούσε να περνάει απαρατήρητος.  Όταν περπατούσε στο δρόμο μαζί μ΄ άλλον ένα διαβάτη, κανείς δεν έβλεπε αυτόν, πάντοτε πρόσεχε τον άλλον, τον οποιονδήποτε άλλον.


«Βλέπεις.. οι καιροί είναι πονηροί και ένα μπλέξιμο δεν ξέρεις που μπορεί να σε βγάλει»
Ναι ρε γαμώτο και πότε δεν είναι πονηροί οι καιροί σε τούτον τον τόπο; Για να κρατούν τον κόσμο φοβισμένο, κάθε τόσο του πετούνε και μια βαρύγδουπη κοτσάνα.
Η πιο γνωστή κοτσάνα ήταν το ¨πρέπει να σώσομεν την πατρίδαν από τας απειλάς¨ Όπου η πάγια απειλή ήταν οι πολιτικοί αντίπαλοι. Όταν το καθεστώς έβλεπε ότι ο κοσμάκης είχε πάρει χαμπάρι ότι η μόνη τους φροντίδα ήταν να ξεκοκαλίσουν τα πάντα ενώ ξεπουλούσαν αυτήν την έρμη την χώρα και ήταν έτοιμοι να τους ρίξουν, άρχιζαν να βλέπουν παντού εθνοπροδότας και κατασκόπους. Έστηναν και μια ζόρικη δικτατορία, μπαγλάρωναν τους πολιτικούς τους αντιπάλους και ¨έσωζαν την πατρίδαν¨ χοντρικώς. Τώρα αν τολμούσε κανείς να πει:
 -Και τον εαυτόν μας, ρε παιδιά, πότε θα τον σώσωμεν;
Τότε μαύρο φίδι που τον έφαγε! 
Εξαφανίζονταν μες στη νύχτα και τον έβρισκαν σκοτωμένο από το ξύλο. Πέταγαν και στα γρήγορα ένα πιστοποιητικό θανάτου (απεβίωσεν εξ αιτίας καρδιακής ανακοπής)
Στην κηδεία οι κοντινοί του τον έκλαιγαν.  Οι πιο μακρινοί, είχαν ψιλοαδιάφορο ύφος του τύπου ¨άντε μια υποχρέωση είναι κι αυτή να τελειώνουμε να πάμε σπίτι μας¨.
Αλλά φεύγοντας απ΄ την κηδεία είχαν τα χείλια σφιγμένα και το μέτωπο γεμάτο χαρακιές από μια αγανάκτηση που δεν μπορούσε να ξεσπάσει σε ουρλιαχτό.  
 Ας είναι! Στο κάτω – κάτω αυτός ποτέ δεν είχε τέτοια νιτερέσα.
«Τι να μπλέκεις τώρα με τέτοια; Το μεροκάματο βγαίνει; Όλα πάνε καλά!»
Γιατί, μη βλέπεις τι λέει η γυναίκα του η Τούλα! Πως τάχα μου, σκοτώνεται όλη μέρα και στο τέλος τι του μένει; Πενταροδεκάρες!
«Για έλα συ, κυρά μου που κάνεις την έξυπνη, να δούμε πως θα καταφέρεις να τσεπώσεις το μάτσο τα χιλιάρικα; Ή θαρρείς ότι φυτρώνουν στα θάμνα, στο παρκάκι και θα πάω να τα μαζέψω;    Ε;!»
 Λοιπόν ένα πράγμα που διαόλιζε την Τούλα ήταν αυτό το¨ Ε!¨. Αγρίευε με τη μία!
 Εκεί ήταν που θυμούνταν πως την είχε ο πατέρας της:
(Πριγκιποπούλα! Ποτέ δεν της χάλαγε χατίρι κι η μάνα της όταν κοιμόνταν επέβαλε σιγή στο σπίτι μη τυχόν κι ενοχληθεί το βλαστάρι της).
 Αλήθεια είναι πως ο μπάρμπα- Κώτσος, ο πατέρας της, την είχε μοναχοκόρη, καμάρι του σπιτιού του, κι όταν αποφάσισε να παντρευτεί τον Βασίλη κόντεψε να πάει στον άλλο κόσμο.  Αυτός την φαντάζονταν μεγαλοκυρά στο πλάι ενός εφοπλιστή!  Που να φανταστεί ότι θ’ αποφάσιζε να γίνει η γυναίκα ενός καφετζή!!
Αλλά ο ανθρωπάκος δεν είπε και τίποτα.  Αφού έτσι ήθελε το κορίτσι! Αυτή που έφαγε τα λυσσακά της, ήταν η μάνα της.
Τον πρώτο χρόνο του γάμου, τους είχε κάνει άνω κάτω .
Μετά πέθανε κι ησύχασαν.


Κρίμα η καημένη πολύ νέα ¨έφυγε¨. Δε βαριέσαι!   Αν δεν έφευγε αυτή, θα πήγαινε ο Βασίλης στο Δαφνί.. το ΄χαν και γειτονιά!  Πάντως, όπως και να το δεις ένα δηλητήριο το άφησε πίσω της για να ΄χει να λέει η Τούλα πως ¨Η καημένη η μαμά πέθανε απ΄ την πίκρα της που δεν μ΄ είδε όπως αυτή ήθελε¨. Τα πεντακόσια κιλά της δεν τα ΄βλεπε και τα βουβάλια που έτρωγε στην καθισιά της! 
Τέσσερα παλικάρια βοήθησαν τα κοράκια να κουβαλήσουν την κάσα και οι δύο απ΄ αυτούς, την άλλη μέρα, βρέθηκαν στο κρεβάτι με οσφυαλγία.
Έμεινε μόνος κι ο μπάρμπα-Κώτσος στη φροντίδα της Τούλας, μια και ο αδελφός της, ο Μάρκος, είχε φύγει για την Γερμανία το ’62.
Καλό παιδί ο Μάρκος, από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν έγιναν φιλαράκια. Θα ΄λεγες  ότι τον ήξερε από χρόνια. Αλλά κι αυτός είχε να έρθει στην Ελλάδα εδώ και τρία χρόνια, δηλαδή από τότε που μας κάθισε στο σβέρκο η δικτατορία.
Ίδια κι αυτή σαν την προηγούμενη . Μόνο που τούτοι ‘δω είχαν εχθρούς τους ¨κομμουνιστάς¨  όταν, λοιπόν ήθελαν να ξεμπερδέψουν κανέναν, τον κατηγορούσαν για κομμουνιστή και τον έχανε το σπίτι του. Κάποιοι που ήξεραν ψιθύριζαν πως τους κουβαλούσαν σ’ ένα ξερονήσι, τα Γιούρα, (επίσημα Γυάρος) αλλά και γι’ άλλους που τους  έστελναν στην Ικαρία, στη Λέρο και όπου αλλού βάλει ο νους του ανθρώπου. Άλλους, λένε, ότι τους έχωσαν στις φυλακές Αβέρωφ. 
Χώρια αυτά που ακούγονταν για την ΕΣΑ! 
Εκεί, λέει, γίνονται εγκλήματα.. σκοτώνουν τον κόσμο στο ξύλο. Καθώς και πάρα δίπλα στην ασφάλεια. Τσάκιζαν τον κόσμο στα βασανιστήρια ¨δια να σώσουν την Ελλάδα από τον κομμουνιστικόν κρημνόν¨  Να δούμε απ’ αυτούς ποιος θα μας σώσει. Αλλά έτσι είναι.. αυτοί είναι οι νόμιμοι γιατί καπάκωσαν την κατάσταση κι έχουν το πάνω χέρι. Έτσι λοιπόν, δεν είναι δικτατορία.. είναι επανάστασις ή… ¨εθνική κυβέρνησις¨
Η επανάστασις …. Η εθνική κυβέρνησις…. Σκατά! 
Αυτός όμως ήξερε να παίζει το παιχνίδι καλά.  Μέσα στον καφενέ είχε κρεμάσει το ¨πουλί¨ και δίπλα μια φωτογραφία του Παπαδόπουλου. Όχι πως γούσταρε τη φάτσα του, αλλά να.. ούτε υγειονομικό πλησίαζε, ούτε αγορανομία, ούτε εφορία.
Είχε βρει την ησυχία του, κανείς δεν του ζάλιζε.. τον μπεζαχτά.
Απ΄ την άλλη όμως του μπαίνανε στο μαγαζί κάτι γεράκια.. (άνθρωποι της κατάστασης) που θεωρούσανε το μαγαζί τους ¨δικό τους στέκι¨. 
Κάθονταν με φάτσα την φωτογραφία του ¨μεγάλου¨ και παρίσταναν τα πολύ σπουδαία πρόσωπα.
Σιχαμάρα!
Για καλό και για κακό απέφευγε να τους πιάσει την κουβέντα. Όταν κανένας απ’ αυτούς προσπαθούσε να του ανοίξει συζήτηση, έκανε τον υπεραπασχολημένο. Τη μια τα ποτήρια, την άλλη οι καφέδες, ξέφευγε και δεν τους άφηνε να του ανοίξουν κανένα « επικίνδυνο» θέμα.
Αυτός που δεν κατάφερε να του ξεφύγει ήταν ο Νικολάκης ο Παπαδόπουλος.
Ένας τύπος  που έρχονταν μαζί με κάποιους ορκισμένους χουντικούς. 
Ο Νικόλας λοιπόν ένα μεσημεράκι τού ΄πεσε από δίπλα κι άρχισε να τον τριβελίζει:
-Για δυο, τρεις, το πολύ, μέρες κύριε Βασίλη. Δεν είναι δα και κανένα φοβερό ποσόν. Τετρακόσιες δραχμές!
«Τετρακόσιες δραχμές;  Τέσσερα κατοστάρικα;  Για ποιόν με πήρε, γαμώτο; Για τον Ωνάση; Τέσσερα κατοστάρικα, την σήμερον ημέρα, είναι δυο ΄μερών τζίρος απ΄ τον καφενέ!»
Αλλά και τι να πει; Αυτός όταν έρχονταν κερνούσε και τους υπόλοιπους, άφηνε και καλό μπουρμπουάρ. Σφίχτηκε, ζορίστηκε, στο τέλος τα ξεκόλλησε και του τα ‘δωσε. Τι το ΄θελε;  Πέρασαν δυο βδομάδες και τα τέσσερα εκατόμπαλα άφαντα μαζί με τον Νικολάκη.
Αλλά αγαπάει θεός τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη. Τον πήρανε μάτι τον κύριο Νικολάκη!  Τον είχε δει ο κουμπάρος του ο Μάκης, ξάδερφος της Τούλας, που είχε βαφτίσει τον γιό του τον Αλέκο, να βγαίνει από μια πολυκατοικία στην Καποδιστρίου.
Χρυσό παιδί ο Μάκης, τον καταλάβαινε απόλυτα, κι αυτουνού η γυναίκα είχε το ταλέντο της Τούλας. Πολυβόλο! Tριακόσιες πενήντα λέξεις το λεπτό. Το μαρτύριο τους είχε αδερφώσει και τα ΄λεγαν συχνά , σαν παλιοί συμπολεμιστές.


Να τος, λοιπόν στημένος από δω και μιάμιση ώρα, με το καπέλο του μπάρμπα-Κώτσου, για παραλλαγή, και  το μάτι καρφωμένο στην είσοδο της πολυκατοικίας. 
Ακόμα και καμιά νόστιμη να περνούσε, ο Βασίλης δεν την έβλεπε.  Το μάτι έμενε ακίνητο πάνω στην πόρτα της εισόδου.   Το ΄ξερε πως κάτι τέτοιες ώρες ξεμύταγε το λεβεντόπαιδο και δεν εννοούσε να τον χάσει.
Είχε πάρει και τις προφυλάξεις του, δεν έδειχνε πολύ πρόσωπο μη τον δει ο τύπος και την κοπανήσει.  Είχε μαζί του κι ένα δεύτερο πακέτο τσιγάρα, μπας και η χωσιά κρατήσει πάρα πάνω.
Ίσως γι’ αυτό δεν κατάλαβε τι γινόντανε πίσω του.  Αυτό το κατάλαβε μόλις ένιωσε ένα χέρι να του κρατάει σταθερά το μπράτσο Έτσι απορροφημένος όπως ήταν, με καρφωμένο το βλέμμα πάνω στην πόρτα, του ήρθε ξαφνικό.
Αναπήδησε τρομαγμένος.  Ο τύπος που τον είχε γραπώσει δεν του άφησε κανένα περιθώριο αντίδρασης. Η φωνή του ακούστηκε σιγανή αλλά και επιτακτική δίπλα στ΄ αυτί του.
-Έλα μαζί μας, χωρίς πολλά - πολλά.
Πλοίο να είχε σφυρίξει μες΄ τ΄ αυτιά του, δεν θα τον είχε τρομάξει τόσο.
-Τι είναι ρε παιδιά;  Είπε, ρίχνοντας ένα βιαστικό βλέμμα στα ¨παιδιά¨. 
Γνωστές φιγούρες:  σκούρες καμπαρντίνες, μαύρο γυαλί, καπέλο χωμένο ως τ΄ αυτιά. Βρώμαγαν ΚΥΠ από εκατό μίλια μακριά.  
-Για σταθήτε ρε παιδιά, τι έκανα και με τραβάτε;
Διαμαρτυρήθηκε, με τη φωνή του πνιγμένη απ΄ την αγωνία.
-Σκάσε κι ακολούθα !
Ο τόνος της τελευταίας διαταγής ήταν κοφτός, άγριος και γεμάτος από οσμή βάρβαρης εξουσίας.
Τον πλημμύρισε ένας τρόμος γεμάτος από σκοτεινή κρατική βία και ψιθύρους για τρομερά βασανιστήρια. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει απότομα, δυνατά και τα πόδια του λύγισαν. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν από τον τρόμο, την κούραση ή κι απ΄ τα δυο, ούτε ήθελε να δείξει στους χαφιέδες τον φόβο του. Έτσι μπορεί να νομίσουν ότι έχει κάτι να φοβηθεί. Αλλά ούτε και πρόλαβε ν΄ αντιδράσει. Τον άρπαξαν απ΄ τα μπράτσα και τον κουβάλησαν καροτσάκι σ΄ ένα σκούρο φόρντ.
Τον έσπρωξαν μέσα, στο πίσω κάθισμα και δίπλα του έκατσε ο ένας τους. Ο άλλος έκατσε μπροστά κι έτσι δεν μπορούσε να δει τη φάτσα του.  Μέσα στ΄ αυτοκίνητο μπόρεσε να βρει την ψυχραιμία του και να σκεφτεί τα πράγματα πιο ήρεμα.
Δεν είχε και τίποτα να φοβηθεί. Πουθενά μπλεγμένος δεν ήταν. Στο μαγαζί φιγουράριζε το πουλί και η φωτογραφία του Παπαδόπουλου (φαρδιά- πλατιά).
Στο κάτω- κάτω αν έβλεπε πως τα πράγματα πήγαιναν στραβά, θα έψαχνε καμιά απ΄ τις φάτσες που μαζεύονταν στο μαγαζί. Όλο και κάποιον θα εύρισκε να μιλήσει για λογαριασμό του.
 «Αμάν!  Το μαγαζί!»
Μ΄ όλη τούτη τη φασαρία ξέχασε πως είχε αφήσει τον μπάρμπα- Κώτσο στο πόδι του.  Τώρα;  Θα του κόψει να ψάξει που τον έχουν ή θα πάει σπιτάκι του και μη τον είδατε τον Παναγή;
Ύστερα είναι κι η Τούλα, έτσι θα τον αφήσει ή θα σηκώσει τον κόσμο στο ποδάρι; Αν, μάλιστα, της περάσει απ΄ το νου ότι κάνει κάτι πονηρό, τότε να δεις για πότε θα τον ξετρυπώσει.
Μ’ αυτή την τελευταία σκέψη μισοχαμογέλασε.
-Γελάς ρε;
Η αγριοφωνάρα του ¨συνοδού¨ του, τον κατατρόμαξε. 
Του ΄φυγαν και οι σκέψεις αφήνοντάς τον μόνο του  με τους χαφιέδες.  Αυτό τον ζόρισε και τον έκανε να σκεφτεί την τρέχουσα κατάσταση.
«Δεν πρέπει να με πιάνουν μπόσικο, σκέφτηκε, μη θαρρούν ότι έχω να φοβηθώ τίποτα. Γιατί, πώς να το κάνουμε, κάποιο λάθος θα ΄χει γίνει και με πήρανε γι΄ άλλον.
Να όπως έγινε με τον θείο της Τούλας τον Ανέστη, το ΄68 στην Καλλιθέα.
Ο ανθρωπάκος εκεί που περπατούσε μπροστά στη Χαροκόπειο έσκασε μια μπόμπα στο παρκάκι, αποκεφαλίζοντας το άγαλμα της Φρειδερίκης. 
Το μπαμ ήταν δίπλα στ΄ αυτί του κι αυτός έτρεξε να φύγει μπας και τον βρει τίποτα στο δόξα πατρί.  Για πότε βρέθηκαν δυο μπάτσοι και τον τσουβάλιασαν ούτε που το κατάλαβε. 
Πέντε μέρες τον είχε χαμένο το σπίτι του.  Οι αθεόφοβοι,  τον κουβάλησαν στην ασφάλεια και τον βριζοκοπανούσαν ολημερίς κι οληνυχτίς για να ομολογήσει ποιος έβαλε την μπόμπα και ποια ήταν η οργάνωσή τους. Είδε κι έπαθε να τους πείσει ότι ήταν απλά περαστικός.  Του άργασαν το τομάρι.  Ο θεός να σε φυλάει από τέτοια μπλεξίματα. 


Άσε που μετά, για μήνες, έτρεχαν στους γιατρούς για να τον ξαναμαζέψουν και να τον στήσουν στα ποδάρια του.  Χώρια  που τον ¨ζωγράφισαν¨ κιόλας για.. ύποπτον.  Ποιόν;  Τον Ανέστη!  Το αρνί του θεού, που δεν ήξερε τι θα πει καφενείο. Απ΄ τη δουλειά και στο σπίτι.  Αλλά είπαμε… οι καιροί είναι πονηροί. Λίγο μυαλό να ΄χεις, ξέρεις πως πρέπει να φυλάγεσαι από μπλεξίματα».
Τέλος έφτασαν σ΄ ένα κεντρικό  κτήριο, σταμάτησαν μπροστά από μια ταμπέλα που έγραφε¨ υπηρεσιακά αυτοκίνητα¨ .  Εκεί επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι του.
«-Καλά το κατάλαβα.»  Είπε με το νου του.  «Ρουφιάνοι είναι οι κερατάδες.»
-Ακολούθα μας.
Κοφτή διαταγή, κάθετη, γεμάτη απειλή.
Κατέβηκε ή μάλλον τον  κατέβασαν, τραβώντας τον σα σακί.  Σκόνταψε στο κράσπεδο, χτυπώντας δυνατά στον κάλο.  Μούγκρισε ένα πνιχτό ωχ!  Οι άλλοι έδειξαν να μην καταλαβαίνουν τίποτα.  Τον έσερναν μαζί τους, τρεχάτοι, ανηφορίζοντας μια σκάλα για πέντε πατώματα.  Μαρτύριο!   Αν δεν τον κρατούσαν θα σωριάζονταν στο δεύτερο κεφαλόσκαλο. Την υπόλοιπη σκάλα, ούτε θυμόνταν πως την ανέβηκε. Το μόνο που του ΄μεινε  στο νου ήταν η πιασμένη του ανάσα κι ο πόνος στον κάλο που τον τρυπούσε μέσα στο μυαλό. Το μαρτύριο πήρε τέλος στον πέμπτο όροφο.  Σέρνοντας, τον κουβάλησαν κατά μήκος ενός διαδρόμου με κλειστές πόρτες.  Τον πέταξαν σ΄ ένα παγκάκι που υπήρχε έξω από ένα γραφείο.
Καταϊδρωμένος, λαχάνιαζε σα σκύλος στην ανηφόρα. Του ΄ρθε μια απότομη ζαλάδα και κρατήθηκε απ΄ τα ξύλα του πάγκου, για να μην καταρρεύσει εκεί μπροστά σ΄ όλους.
Ξαναβρήκε την ανάσα του τη στιγμή που ο ένας απ΄ τους χαφιέδες χτύπαγε την πόρτα του γραφείου.
-Ναι
Ο χαφιές μισάνοιξε την πόρτα κι έχωσε τη μούρη του μέσα.
-Κύριε διοικητά φέραμε τον...
-Να περιμένει!
Η φωνή που απάντησε μες απ΄ το γραφείο, μύριζε γαλόνια.
Λοιπόν κοίτα να δεις κάτι πράγματα, τους γαλονάδες τους καταλαβαίνεις απ΄ τη φωνή, βλέποντας τους ή όχι.
Έτσι κι ένας ξάδερφός του, ο Παύλος. Ίδια ηλικία είχαν και τα σπίτια τους ήταν κοντινά. Από τη στιγμή που πέρασε στην ευελπίδων, άλλαξε ακόμα και ο τόνος της φωνής του. Τον άκουγε στο τηλέφωνο και θαρρούσε πως του μιλούσε ο Παπάγος.  Μέγας  είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου.
Ο χαφιές γύρισε προς το μέρος του και του είπε ξερά:
-Κάτσε κει που είσαι και περίμενε να σε φωνάξουν.
Κατόπιν απομακρύνθηκαν με γρήγορα βήματα. Τους παρακολουθούσε καθώς προχωρούσαν στο βάθος του διαδρόμου, μέχρι που το μάτι του σταμάτησε σ΄ έναν νεαρό που κάθονταν στην άλλη άκρη του πάγκου και τον κοίταζε ερευνητικά.
-Καλησπέρα σας. Είπε ο νεαρός μουρμουριστά.
«Μμμ.. τούτος έχει όρεξη για κουβέντα, σκέφτηκε.»
-‘Σπέρα.    Είπε με μισό στόμα για να τελειώνει την κουβέντα μαζί του.
-Εδώ πρέπει να έχετε υπομονή. Αργούν πολύ να σε πάρουν μέσα.. αν σας πάρουν σήμερα.
«-Αει να μου χαθεί ο γρουσούζης. Βαλτός είναι να μου τσακίσει τα νεύρα;»
Τον κοίταξε με μια γρήγορη ερευνητική ματιά
«Μάλλον κάνα κλεφτρόνι θα είναι και τον έχουν μπουζουριάσει.  Ωχ  αδερφέ δε θα σκάσω και με δαύτονε.  Κοφ΄ του την κουβέντα να τελειώνουμε.»
-Καλά θα.. δούμε.. 
Είπε με μισή φωνή για να καταλάβει ο πιτσιρικάς ότι δεν ήθελε κουβέντες και γύρισε απ΄ την άλλη μεριά τα μούτρα του. 
«Να μη πιάσουμε και σχέσεις μέσα σε τούτες τις πόρτες.»
Ο νεαρός κατάλαβε ότι ο άλλος ήταν βαρύθυμος και δεν έδωσε συνέχεια. Κατέβασε το κεφάλι και μισόκλεισε τα μάτια σα να λαγοκοιμόταν ή σα να προσεύχονταν.                    
Ο Βασίλης έχωσε το χέρι στην τσέπη κι έπιασε τα τσιγάρα του. Είχε μείνει το ένα πακέτο κι αυτό μισό. Σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο διάδρομο για να ξεμουδιάσει και λίγο. Η ώρα περνούσε και δεν φαίνονταν κανένας απ΄ αυτούς που μιλούσαν μέσα από τις κλειστές πόρτες. Καμιά φορά ακούγονταν βήματα στη σκάλα από κάποιους που ανέβαιναν στον πέμπτο. Τότε έτρεχε να κάτσει στο παγκάκι σα μαθητής που θα τον έπιαναν να κάνει αταξίες.
Κάθονταν σα.. να μην τρέχει τίποτα μ’ ένα ύφος που έλεγε:
«Εγώ;  Δεν ξέρω καν τι γυρεύω εδώ μέσα!  Είμαι άσχετος μ΄ ό,τι έχει να κάνει με τούτο το κτίριο»
 Σκέφτηκε ν’ αρχίσει να σφυράει αδιάφορα, αλλά μήπως τους έδινε αφορμές για να νομίσουν ότι είναι κάνας χαζούλης και πάει η σοβαρή του εικόνα. Έτσι με μηχανικές κινήσεις άναψε ένα τσιγάρο ακόμη.
«Ρε γαμώτο, κάπνισα τ΄ άντερά μου σήμερα. Το βράδυ δε θα με πιάνει ο ύπνος απ΄ το βήχα.»
Ποιο βράδυ;  Είχε φτάσει δέκα η ώρα και δε φαίνονταν να παίρνει τέλος τούτη η ιστορία.
« Έχει γούστο να ξέρει τι λέει ο πιτσιρικάς.  Ποιος ξέρει πόσες φορές τον κουβάλησαν εδώ μέσα κι έχει μάθει το… πρόγραμμα εργασιών.»


Μήπως να τον ψάρευε να δει τι ξέρει από τούτες τις δουλειές;
«Μπα ασ΄  τον  καλύτερα.   Θα θέλει να πιάσει πάλι την κουβέντα και δε γουστάρω καθόλου.»
Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Έντεκα παρά τέταρτο!
«Πω-πω η Τούλα θα τρελάθηκε απ΄ την αγωνία της. Μη πάρει σβάρνα τα νοσοκομεία και με ψάχνει!»
Τέλος το πήρε απόφαση. Θα  μιλούσε στον νεαρό. Τι είχε να χάσει; Μήπως θα του ΄δεινε ραπόρτο ποιος είναι και τι κάνει;
-Έχεις υπ΄ όψη σου πως πάει το πράγμα εδώ χάμω;
Ο νεαρός βγήκε απ΄ τον ύπνο ή την προσευχή του, μισοχαμογέλασε κι άρχισε πάλι να μιλάει μουρμουριστά.
-Εμ..  ανάλογα… για τι ακριβώς σας έφεραν.
 «Οπα!  Δεν κατάλαβα;  Αναφορά θα του δώσω του λεβέντη;  Αλλά πάλι.. δε ρώτησε και τίποτα σπουδαίο.  Κάτι θα ξέρει για να ρωτάει.»
Αποφάσισε να του ανοιχτεί λίγο, αλλά χωρίς να του λέει και τίποτα που να επιβαρύνει τη θέση του.
Πλησίασε κοντά στον νεαρό και άρχισε κι αυτός να μιλάει μουρμουριστά.
-Ξέρω ‘γω ρε παιδάκι μου, να στα καλά καθούμενα. Μ΄ άρπαξαν και με κουβάλησαν. Χαμπάρι δεν έχω τι θέλουν από μένα.
-Ε συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Μήπως κι εγώ ξέρω γιατί με κουβαλάνε κάθε τρεις και λίγο; Νομίζεται πως θέλουν… την άδεια;
-Δηλαδή, τι εννοείς ρε καλόπαιδο ¨κάθε τρεις και λίγο¨;
-Ό,τι λέω.  Κάθε τρεις και λίγο!
«Να τα μας. Σεσημασμένος κακοποιός είναι ο τύπος. Καλά το ‘λεγα εγώ απ’ την αρχή. Δεν είναι να πιάνεις κουβέντες σε τούτες τις πόρτες. Άσε να δούμε πως θα ξεμπλέξουμε κι ας κανονίσει τούτος τα δικά του τα μπλεξίματα. Ωχ αδερφέ παρασκοτίστηκα και με δαύτονε.»
-Καμιά φορά, αλλάζουν βάρδιες και μετά ασχολούνται μαζί σου, συνέχισε ο νεαρός. Ή απλά σου λένε: Πάρε δρόμο. Σου ρίχνουν και λίγα γαλλικά για… να μη παίρνεις θάρρος και σ΄ αμολάνε, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα.  Εκτός και αν…
-Τι εννοείς αν; 
Τώρα του άναψε για τα καλά την περιέργεια.
« Γαμώτο αυτός ξέρει πολλά πράγματα.  Τι δεν του μιλούσα τόσην ώρα μπας και ξεστραβωθώ;  Έτσι για να ξέρω τι γίνεται. Όχι τίποτ΄ άλλο, μπορεί να μου πει και κάτι που να με βοηθήσει να ξεμπλέξω πιο γρήγορα»
-Μπα τίποτα.  Όταν συμβαίνουν αυτά, γίνεται τρελλοκομείο εδώ μέσα.
-Δηλαδή σαν τι πράγματα; Όχι πως μ΄ ενδιαφέρει, αλλά να… έτσι, κουβέντα να γίνεται.
-Εμμμ, αφήστε το καλύτερα. Δεν είναι να τα συζητάς αυτά τα πράγματα. Όχι εδώ μέσα!
-Καλά εσύ τι θαρρείς, ότι εγώ θα βγάλω παράρτημα;    

                                  
 Προσπάθησε να τον ξεθαρρέψει.  Άσε που είχε πάρει και συνωμοτικό ύφος. Αν τον έβλεπε κανένας γνωστός του θα λυνόνταν ο αφαλός του απ΄ τα γέλια.  Ο Βασίλης Τζεημσμπόντ!    Σα να βλέπεις το Μανέλη να κάνει τον ακροβάτη.
Αλλά έπρεπε να ξεθαρρέψει ο μικρός για να μιλήσει.    Ίσως κι αυτός να φοβόνταν. Ίσως να νόμιζε πως ο Βασίλης ήταν βαλτός, για να τον ψαρέψει. Μπορεί να ήταν μικρός, αλλά ήξερε πολύ περισσότερα απ΄ τον ίδιο, που φάνταζε νεοσύλλεκτος μπροστά σε παλιοσειρά.
-Να.. είναι καμιά φορά που φέρνουν αριστερούς. Τότε, εδώ… γίνεται χαλασμός κόσμου. Φωνές, ουρλιαχτά…ξύλο.  Εμάς συνήθως μας διώχνουν….
-Εσύ πως έγινε και βρέθηκες σε τούτες τις πόρτες;
-Εεε… δεν κατάλαβα και πολύ καλά.  Από κάποιους συγγενείς μου.  Έτυχε.. τι να σας πω τώρα;  Είχα πάει σ’ έναν θείο μου που παλιά αγόραζε την ¨Αυγή¨  και… καταλαβαίνετε.
«Αν καταλάβαινε; Πως δεν καταλάβαινε! Είναι αυτά που λέγανε με τον Ανέστη όταν εκείνος κατάφερε να ξεμπερδέψει απ΄ το διάολο που τον είχε καβαλήσει.»
-Κατάλαβα.  Ου μπλέξεις, δηλαδή!
-Ναι .. ναι.
Ξανά τσιγάρο, κοίταξε  στο πακέτο, είχαν μείνει δυο τσιγάρα,  το στόμα του είχε γίνει τσαρούχι. Χώρια που τον είχε πιάσει πανικός.
«Τι θα γίνει ρε γαμώτο;  Πότε θα ξεμπερδέψω από ΄δω;»   
Ξανά ματιά στο ρολόι: δώδεκα και μισή. Και ήταν εδώ απ΄ τις οχτώ και τέταρτο! Και τα τσιγάρα τέλειωσαν.   Σκατά !
Τέλος, άνοιγμα παράπλευρης πόρτας,  με τσιριχτό ξεμάγκωμα του μεντεσέ.
-Περάστε στον κύριο διοικητή.
Πάλι ο ίδιος τόνος φωνής, προστακτικός, αλλά με τυποποιημένη ευγένεια.
Την γνωστή ευγένεια του στρατιωτικού προς τον πολίτη.   Ψυχρή και υποτιμητική….
Κανονικά θα έπρεπε να νιώσει ανακούφιση που φαινόντανε το πράγμα να πλησιάζει στο τέλος του.
Όμως αυτόν τον είχε καταλάβει ένας παραλυτικός τρόμος.
Ποιος ήταν εκεί μέσα; Τι θα τον ρωτούσε; Αν τα ‘κανε θάλασσα; Αν του ξέφευγε κάτι που, θεωρούσαν ότι ήταν ανατρεπτικό ή κομμουνιστικό, τι θα του συνέβαινε; Έχει γούστο να μπλέξει σαν τον Ανέστη!
Όλα κι όλα το ξύλο δεν το άντεχε. Ό,τι θέλουν θα τους το πει και μετά βλέπουμε.
Σηκώθηκε απ΄ το παγκάκι νιώθοντας τα πόδια του να λυγίζουν από τρόμο και πανικό.
Τα λίγα βήματα μέχρι την πόρτα του γραφείου του φάνηκαν μαραθώνιος.
Δειλό χτύπημα στην πόρτα.











                              2)                                               Τι θες να πεις ρε;

-Μπρος!
Άνοιγμα σιγανό, επιφυλακτικό λες και η πόρτα τον προστάτευε από κάποια επερχόμενη συμφορά και παράτεινε το άνοιγμα.
-Καλησπέρα σας.
-Πέρνα μέσα και κλείσε την πόρτα!
Δωμάτιο γυμνό.
Στη μέση του τοίχου μια μεταλλική ντουλάπα και φάτσα το γραφείο με μια καρέκλα με ψηλή πλάτη. Πιο ψηλά η φωτογραφία του Παπαδόπουλου και δίπλα το ¨πουλί¨, πιο πάνω μια εικόνα που έδειχνε το Χριστό να κοιτάζει αγέρωχος. 
Προχώρησε με μικρά βήματα προς το γραφείο
-Μάλιστα κε διοικητά ;
Ο διοικητής βαρύς κι ασήκωτος, ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Με κατεβασμένο το κεφάλι μελετούσε κάποια χαρτιά σ’ ένα φάκελο που είχε ανοιχτό πάνω στο γραφείο του. 
Ο Βασίλης προσπάθησε να δει τι διάολο έγραφαν αυτά τα χαρτιά.
Ο άλλος τον πήρε χαμπάρι και του είπε γρυλλίζοντας:
-Πήγαινε πιο πίσω και περίμενε!!
Ο φουκαράς ο Βασίλης πήδηξε προς τα πίσω τρομαγμένος, σα να του όρμηξε τσοπανόσκυλο.
-Εσείς είπατε να..
-Κουβέντα θα πιάσουμε τώρα; Είπαμε περίμενε!!
Στάθηκε προσοχή σα να τον είχαν σε πρωινή αναφορά τάγματος.
 «Γαμώτο πολύ άγριος είναι τούτος. Κακά ξεμπερδέματα θα ‘χουμεεε.»
Καθώς στέκονταν, βάλθηκε να παρατηρεί τον διοικητή.
Γαλονάς, χωρίς αμφιβολία, παρά το κουστούμι που φορούσε.  
Φαβορίτα ίσα με τ΄ αυτί. Στην ευθεία της μπορούσες να διακρίνεις την γραμμή από το πηλήκιο να κάνει βόλτα στο μέτωπο, περιβάλλοντας μια γυαλιστερή φαλάκρα.
Κάτω από την γραμμή του καπέλου, δυο μάτια λύκου και μουστάκι τσιγκελωτό. Σκέτος βεληγκέκας!
«Τώρα; Πως τον φέρνουν βόλτα ετούτον;  Να παραστήσω τον βλάκα ή να κάνω τον οπαδό του Παπαδόπουλου; Το πράμα θέλει προσοχή, ένα λάθος και μ’ έφαγε το μαύρο σκοτάδι!»
Προσπάθησε μια ακόμη φορά  να δει τι διάολο έγραφαν αυτά τα ρημαδόχαρτα, χωρίς να καταφέρει πολλά πράγματα.
Πάντως πρέπει να ήταν επίσημα, γιατί ήταν όλο σφραγίδες και υπογραφές.
Όλο τα ίδια και τα ίδια: Υπογραφές, σφραγίδες και χαρτιά, χαρτιά, χαρτιά.
Ολόκληρες ζωές τυλιγμένες μέσα σε σφραγισμένα χαρτιά. 
Σφραγισμένα χαρτιά με σφραγισμένες ζωές.
Και πάντα κάποιος καραβανάς ν΄ αποφασίζει αν  ¨εμφορεί κοινωνικών φρονημάτων¨.  Που πάει να πει: ¨εθνικόφρων¨.  Δηλαδή, είσαι με ¨μας¨ όχι με τους άλλους -τα μιάσματα- αυτούς που θέλουν να πουλήσουν την πατρίδαν εις τους Βουλγάρους και να φέρουν τον επάρατον κομμουνισμόν. Όπως λέει και ο εθνοσωτήρας μας, της εθνοσωτηρίου εθνικής κυβερνήσεώς μας.   Εθνικά σκατά! 
Όχι πως ήταν καλύτερα πριν απ΄ την ¨επανάσταση¨.
Τα ίδια χάλια. Κοινωνικά φρονήματα, φακέλωμα, κυνηγητά, ξερονήσια, εξορίες, και βρωμόξυλο σε κάθε αστυνομικό τμήμα.   
Για τους άλλους… τα μιάσματα… τους εθνοπροδότες.
Απ’ την άλλη ένα καλοστημένο σύστημα που εξασφαλίζει την βόλεψη ¨εις τα καθ’ ημάς τέκνα της πατρίδος¨. 
Να σαν κι αυτό, το τέκνο της πατρίδος που τον έχει στημένο όρθιο, σα μαθητή σε τιμωρία. Ίδιος κι αυτός με τους άλλους που του έκαναν Ε Η Δ στο στρατό. Εθνική και ηθική διαπαιδαγώγηση, τρίχες! Όλο μπαρούφες, για άγιους εθνικόφρονες και τέρατα ¨ εαμοβουλγάρους¨ με τους πρώτους να μας φυλάνε απ΄ τους δεύτερους, που το μόνο τους όνειρο είναι, πως θα έρθουν στην Ελλάδα για να μας πηδήξουν τις μάνες και τις αδερφές. Μια λοιπόν και δεν το κατάφεραν μέχρι τώρα, πηδάνε αυτοί εμάς.  …Έτσι για να μη μας λείψουν τα πηδήματα.
Ο καραβανάς σήκωσε τα μάτια απ΄ το χαρτομάνι και τον κοίταξε, αυστηρά.
-Γιαα.. να δούμε τι θα γίνει και με σένα..
-Εγώ… τι… κύριε διοικητά; Ιδέα δεν έχω γιατί βρίσκομαι  ΄δώ. Να.. στα καλά καθούμενα με βούτηξαν δυο παλικάρια και μ΄ έφεραν εδώ χωρίς να έχω κάνει το πα-ρα-μι-κρό. Εγώ κύριε διοικητά μου δεν έχω τίποτα με κανέναν. Ποτέ δεν έχω πειράξει άνθρωπο. Απ΄ τα δικαστήρια δεν έχω περάσει ούτε απ΄ έξω!
-Για τον στρατό μας, τι πιστεύεις;


-Εγώ κύριε διοικητά;! Εγώ υπηρέτησα στον Έβρο στην Κορνοφωλιά! Δεκαεπτά μήνες με άδεια δέκα μέρες όλη κι όλη. Ήμουν και βαρεοπλίτης, πολυβολητής! Μ΄ ένα σωρό άριστα στο σημάδι! Εγώ υπηρέτησα την πατρίδα στην παραμεθόριο και όχι σε γραφείο!
-Καλά… καλά. Για την εθνικήν μας κυβέρνησην, τι πιστεύεις;
-Κύριε διοικητά μου τι να σας πω!  Τα καλύτερα!  Αυτοί οι άνθρωποι μας έσωσαν. Δεν ακούσατε τι είπε ο κύριος Πρόεδρος; «Η Ελλάς ευρίσκετο προ ενός αδιεξόδου οδεύουσα προς τον κομμουνιστικόν κρημνόν». Εγώ τι να σας πω κύριε διοικητά μου, στην καρδιά μου τον έχω τον Γιώργο. Αφού στο μαγαζί μου έχω την φωτογραφία του, μαζί με το σύμβολον της επαναστάσεως, να τα βλέπουν όλοι οι πελάτες, που μας έσωσε απ΄ τον κρημνόν και  έδιωξε τους αλήτες που μας είχαν φέρει σ΄ αυτό το χάλι και  βοήθησε τόσο κόσμο και χάρισε τα χρέη στους αγρότες και ποιος θα ΄κανε τέτοια πράγματα για τον κοσμάκη.
Τα λόγια του βγήκανε νερό σα να τα προβάριζε από ώρες.  Τόσο που καμάρωσε  τον εαυτό του.
«Μωρέ, ούτε δικηγόρος δε θα τα κατάφερνε τόσο καλά! Σίγουρα τον έφερα τούμπα τον γαλονά. Τώρα, το μόνο που μένει είναι να μου πει: Μας συγχωρείτε για την ενόχληση, να πάτε στο καλό.»
Ο άλλος όμως δεν έδειχνε καμία διάθεση να τελειώνει την κουβέντα.
-Εκεί που ήσουν στημένος με τις ώρες, τι γύρευες;
«Που με είδαν ρε γαμώτο, μήπως με παρακολουθούν και ‘μένα; Αλλά γιατί;  Τι έχω κάνει και δεν το ΄χω καταλάβει; Ας του πω καλύτερα για τον μπαταξή μήπως λέγοντας το ΄να, τ΄ άλλο μπλέξουν χειρότερα τα πράγματα.»
-Α, τίποτα κύριε διοικητά ένα χαμένο κορμί ψάχνω που μού ΄φαγε  κάποια λεφτά και μου είπαν πως τον είδαν να μπαινοβγαίνει σε μια πολυκατοικία εκεί κοντά. Την έστησα και ΄γω μήπως και τον τρακάρω και πάρω τα λεφτά μου. Καταλαβαίνετε φτωχός άνθρωπος είμαι, δεν μου περισσεύουν!
-Μμμάλιστα... και δε μου λες;  Αυτόν που ψάχνεις, πως τον λένε;
-Νίκο Παπαδόπουλο κύριε διοικητά, ένας χαμένος!
Ο διοικητής πετάχτηκε όρθιος σα να είδε φίδι κάτω απ΄ το γραφείο, τα μάτια του άστραψαν γεμάτα οργή κι έβγαλε ένα μουγκρητό, έτοιμος να φάει το μουστάκι του.
-Τι θες να πεις ρε;  Ότι ένα ανίψι του σωτήρα μας είναι χαμένος;!!
Αμάν λαχτάρα!
Που να το ΄ξερε αυτός, ο καψερός, ότι το μπατάκι είναι ανιψιός του ¨μεγάλου¨; 
Γι’  αυτό τον κουβάλησαν σηκωτό στην ασφάλεια;
Χώρια που ο καραβανάς κάνει σα να του σκότωσαν τη μάνα.  Τώρα πως ξεμπλέκουν απ΄ αυτό το δόκανο; Τι διάολο να του πει για να τον ηρεμήσει;
Σίγουρα δεν ήξερε ότι αυτό το γαϊδούρι είναι συγγενής του Παπαδόπουλου! Μπορεί να μην το ήξερε ούτε ο ίδιος ο Παπαδόπουλος! Το κακό είναι πως το ήξερε ο Βεληγκέκας και είχε αναλάβει εργολαβικά την προστασία του.
Αποφάσισε να δείξει ¨πνεύμα συνεργασίας¨.
Στα κομμάτια τα τέσσερα κατοστάρικα. Αυτό που προείχε ήταν να ξεμπλέξει όσο πιο ανώδυνα γίνεται.
«Στους γιατρούς να τα φάει ο κερατάς ! Παν τα λεφτουδάκια μου. Τώρα να δούμε πως θα γίνει να φέρω τούμπα την κατάσταση, μη βρεθώ και σε κάνα ξερονήσι. »  


-Μα τι λέτε κύριε διοικητά μου;    Που να το ξέρω πως ο κύριος Νικολάκης μας είχε συγγένεια, με τον πρόεδρό μας;   Ούτε καν που μου το ανέφερε.   Τι σεμνό παιδί !   Αν το ήξερα φαντάζεστε ότι θα έφτανα ν΄ ανησυχήσω για το παραμικρό;  Φίλοι είμαστε δα.  Από χρόνια..
Για μια στιγμή του πέρασε απ΄ το νου να προτείνει στον διοικητή, να πληροφορήσει τον ¨αξιότιμο κύριο Νικολάκη μας¨ ότι του χαρίζει τα τέσσερα κατοστάρικα, αλλά το κατάπιε.
«Θες να το κάνει μόδα και να μου εμφανίζεται κάθε τρεις και λίγο για να ζητάει δανεικά κι αγύριστα;»
Ο γαλονάς τον κοίταξε (ακόμη) συνοφρυωμένος, χωρίς να κάτσει στην καρέκλα του.
-Α! Δηλαδή δεν το ΄ξερες ότι ο κύριος Παπαδόπουλος είναι συγγενής του κυρίου προέδρου;
-Όχι κύριε διοικητά μου! Σας ορκίζομαι, ποτέ δεν μου το ανέφερε!  Αν το ήξερα;  Θα έβαζα την φωτογραφία του δίπλα στον κύριο πρόεδρο για να ξέρουν όλοι, ποιοι άνθρωποι τιμούν με την παρουσία τους, το μαγαζί μου!
Ο διοικητής έκατσε στην καρέκλα και ξανακοίταξε τα χαρτιά του.
-Λοιπόν.. Βλέπω, είσαι παντρεμένος… δύο παιδιά.. (διάβασμα μουρμουριστό, χωρίς να ξεχωρίζουν λέξεις) ναι…   ναι…  μμμάλιστα.   Στην Κορνοφωλιά είπες υπηρέτησες;
-Μάλιστα κύριε διοικητά, δεκαεπτά μήνες… πολυβολητής!
-Τα ξέρει αυτά ο γιος σου, του τα λες καμιά φορά;
-Βεβαίως!  Το παιδί μαθαίνει απ΄ τους γονείς! Μόνο έτσι θα γίνει σωστός άνθρωπος για την κοινωνία και το έθνος. Είναι και αθλητής, παίζει μπάλα στην ¨Θύελλα Νικαίας¨.
-Καλά.. καλά. Πέρνα απ΄ το διπλανό γραφείο να σου κρατήσουν κάποια στοιχεία και να  πας στο σπίτι σου. (και αυστηρά)  Άλλη φορά να μη κάνεις του κεφαλιού σου.  Άμα θες κάτι, θα το λες σε ΄μας.
-Βεβαίως κύριε διοικητά μου!   Τώρα που έμαθα…
Αν έμαθε λέει;!  Σα την αρκούδα στο ποδήλατο… χωρίς το ξύλο.  Πριν έρθει κι αυτό, θα φρόντιζε να μη ξαναμπλέξει με το σόι του ¨μεγάλου¨.
«Στο διάολο τα λεφτά! Κεριά και λιβάνια να τα φάει το καθίκι.»
Το πολύ-πολύ δεν θ΄ αγόραζε τώρα την τοστιέρα, για το μαγαζί.
Αλλά δε βαριέσαι, τα λεφτά ξαναβγαίνουν ο ίδιος δεν ξαναγίνεται.
«Ας την κοπανήσουμε τώρα από δω κι όλα τ΄ άλλα γίνονται»
Δυο διστακτικά βήματα.  Άνοιξε την πόρτα και βγήκε, κλείνοντάς την αθόρυβα. Μ΄ ένα γρήγορο βήμα μπήκε στο διπλανό γραφείο. Του κράτησαν τα στοιχεία ταυτότητας και τον ξαπέστειλαν.
Βγαίνοντας είδε τον νεαρό να κάθεται στο παγκάκι, στη γνωστή του στάση.
Γρήγορη ματιά δεξιά – αριστερά. Ερημιά στο διάδρομο.
Στράφηκε στο νεαρό, ψιθυριστά:
-Αγάντα.

-Στο καλό.

Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι......